Legislator Case Law & Legislation
2054/2018 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request for new evidence failing to prove innocence after final conviction.

Case Number 2054/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the applicant's request to retry the final criminal conviction based on newly discovered evidence. The applicant submitted a statement from a co-defendant claiming he was not present in Greece at the time of the alleged crimes, but the court found this claim unconvincing. Consequently, the court ruled that the new evidence did not sufficiently demonstrate the applicant's innocence to warrant a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525(1), 527(1), 3, 528(1) of the Code of Criminal Procedure; New evidence must reveal absolute innocence or a heavier crime to justify retrial under Article 525(1) of the Code of Criminal Procedure.

Keywords

AI generated
retrial request new evidence innocence standard final conviction Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 525(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 527(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 528(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2054 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2054/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος A. B. του A., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μ. Δ., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την 120, 121/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2018 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 325/18.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καραγιάννη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα με αριθμό 75/28-3-2018 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, (σε Συμβούλιο) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 2-3-2018 αίτηση του A. B. του A. και της E. , γεννηθέντος το 1973 στην …. Αλβανίας, κατοίκου ..., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που κατατέθηκε από τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση συνήγορο του, Μ.

Δ., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αρ. 120, 121/8-2-2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία (6-1) για ληστεία κατά συναυτουργία και απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ) και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών, και εκθέτω τα ακόλουθα:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ορισμένες, περιοριστικά, αναφερόμενες, περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη, κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 925/2013, ΑΠ 305/2011, ΑΠ 358/2010, ΑΠ 1883/2009, ΑΠ 1881/2009, ΑΠ 1126/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1εδ. α' και 527 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αϊτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν, για κακούργημα υπ' αριθ. 120, 121/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι, αττό τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αρ, 120, 121/8-2- 2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (η ασκηθείσα από 30-8-2010 αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 439/2011 απόφαση του Αρείου πάγου) ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία (6-1) για ληστεία κατά συναυτουργία και απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ) και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών.

Συγκεκριμένα ο αιτών καταδικάσθηκε, για το ότι: "Στο ..., την 6-10-2002 από κοινού με άλλα δύο, αγνώστων στοιχείων άτομα, με σωματική βία εναντίον προσώπων και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, αφήρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά φράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Συγκεκριμένα, αφού εισήλθε με τους άγνωστους συνεργούς του εντός του καταστήματος ψιλικών- πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, ιδιοκτησίας του Γ.

Κ., το οποίο λειτουργεί ο γιος τους Ν. Κ., έριξε μαζί με τους συνεργούς του στο έδαφος τον τελευταίο, σπρώχνοντάς τον και απείλησε με πυροβόλο όπλο τους Κ. Κ. και Μ. Α., κάμπτοντας με τον τρόπο αυτό την αντίστασή τους, ενώ ο ένας από τους αγνώστους συνεργούς του αφαίρεσε από το ταμείο του καταστήματος το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ περίπου, καθώς και κάρτες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, εισιτήρια αστικής συγκοινωνίας και δελτία ΞΥΣΤΟ, συνολικής αξίας περίπου 2.000 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.

Β. Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, δηλαδή να σκοτώσει άλλον, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του ως άνω κακουργήματος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του.

Συγκεκριμένα, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον Ν. Κ., ο οποίος τον ακολουθούσε και προσπάθησε να διαπιστώσει τον τρόπο με τον οποίο θα διαφύγει που λήστεψε με τους συνεργούς του από το πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, τον πυροβόλησε μία φορά με πυροβόλο όπλο, διαμετρήματος 9 Χ 18 mm στην κοιλιακή χώρα, αριστερά του ομφαλού, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει σοβαρά, η πράξη τόυ όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του ενέργεια αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και ειδικότερα διότι ως άνω παθών μεταφέρθηκε εγκαίρως με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο "...", όπου υποβλήθηκε άμεσα σε χειρουργική επέμβαση, προκειμένου να του αφαιρεθεί η σφαίρα, που τον έπληξε και έτσι διέφυγε τον κίνδυνο".

Από το σκεπτικό της παραπάνω αποφάσεως, στο προοίμιο της οποίας μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο, προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 6.10.2002 και περί ώρα 00:20', οι αδελφοί Ν. και Κ. Κ., οι οποίοι λειτουργούσαν στο όνομα του πατέρα τους Γ.

Κ. κατάστημα ψιλικών-πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ στη ... αρ. …, στο ..., ετοιμάζονταν να κλείσουν το εν λόγω κατάστημα και να αποχωρήσουν, συνοδευόμενοι από το φίλο τους Μ. Α., ο οποίος τους έκανε παρέα στο κατάστημα αυτό. Εκείνη τη στιγμή και ενώ ο Κ. Κ. και ο Μ. Α. βρίσκονταν ακόμη μέσα στο κατάστημα και ο Ν. Κ. έξω από αυτό,εμφανίστηκαν ξαφνικά ο κατηγορούμενος και δύο άλλα άγνωστα άτομα, άρπαξαν ο κατηγορούμενος και δύο άλλα άγνωστα άτομα, το Ν.

Κ., τον έσπρωξαν βίαια μέσα στο κατάστημα και μπήκαν και οι ίδιοι σ' αυτό. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κρατούσε στο χέρι ένα πιστόλι, φώναξε "Ληστεία" και ακινητοποίησε με την απειλή του όπλου αυτού τον Κ. Κ. και το Μ. Α., ενώ ο ένας από τους συνεργούς του έριξε στο δάπεδο το Ν. Κ. και τον κρατούσε ακινητοποιημένο, κτυπώντας τον με γροθιές και κλωτσιές.

Μετά την ακινητοποίηση των δύο αδελφών Κ. και του φίλου τους Μ. Α. ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του αφαίρεσαν από το ταμείο του καταστήματος το ποσό περίπου των 2.000 ευρώ, κάρτες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, εισιτήρια αστικής συγκοινωνίας και δελτία ΞΥΣΤΟ, αξίας περίπου 2.000ευρώ. Ακολούθως οι δράστες, ενόψει και του ότι ο Ν.

Κ. είχε διαφύγει της προσοχής τους και είχε βγει έξω από το κατάστημα φωνάζοντας "βοήθεια", έφυγαν εσπευσμένα τρέχοντας στην οδό ... με κατεύθυνση προς την οδό ..., όπου τους περίμενε ένας τέταρτος συνεργός τους με αυτοκίνητο. Ο Ν. Κ. τους ακολούθησε, επίσης τρέχοντας, και πλησίασε τον τελευταίο, ο οποίος ήταν ο κατηγορούμενος, στα πέντε περίπου μέτρα.

Τότε ο κατηγορούμενος στράφηκε προς το Ν. Κ. και χωρίς κανένα δισταγμό τον πυροβόλησε με το όπλο που κρατούσε στην κοιλιακή χώρα και διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Από τον πιο πάνω πυροβολισμό ο Ν. Κ. τραυματίστηκε σοβαρά στην κοιλιακή χώρα, πλησίον του ομφαλού, διέφυγε δε τον κίνδυνο ζωής, επειδή μεταφέρθηκε εγκαίρως στο νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση.

Ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τον παθόντα Ν. Κ. με ανθρωποκτόνο πρόθεση, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι αυτός, ενώ μπορούσε εύκολα να αποτρέψει την καταδίωξη του εκ μέρους του άοπλου παθόντος, είτε με απλό εκφοβισμό είτε, έστω με πυροβολισμό στον αέρα ή χαμηλά στα πόδια ή σε άλλο μη ευαίσθητο σημείο του σώματος του, σκόπευσε και πυροβόλησε εναντίον εκείνου από απόσταση μόλις 5 μέτρων στην κοιλιακή χώρα, δηλαδή σε ευαίσθητο σημείο του σώματος.

Ο πυροβολισμός αυτός μπορούσε εύκολα να επιφέρει το θάνατο του παθόντος, τον οποίο και θέλησε ο δράστης, το αποτέλεσμα όμως αυτό αποφεύχθηκε, λόγω της έγκαιρης μεταφοράς του παθόντος με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο και την άμεση υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση. Έτσι ελέγχεται αβάσιμος ο προβαλλόμενος επικουρικά από τον κατηγορούμενο ισχυρισμό ότι δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τον παθόντα, αλλά πυροβόλησε για να τον εκφοβίσει και να εμποδίσει τη σύλληψή του, και ότι πρέπει να μετατραπεί η σε βάρος του κατηγορία σε απόπειρα ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη.

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αρχικά διέφυγε τη σύλληψή του, εντοπίστηκε και συνελήφθη τελικά από τις αστυνομικές αρχές στις 13.5.2005. Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο (αμφιβολίες διατήρησε μόνο η ένορκος Ο. Σ.) ότι ο κατηγορούμενος είναι ένας από τους συναυτουργούς της προαναφερόμενης ληστείας και αυτός πυροβόλησε το Ν.

Κ.. Τόσο ο παθών, όσο και ο αδελφός του Κ. Κ. αναγνώρισαν ήδη από το στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης τον κατηγορούμενο, ο οποίος υπήρξε και πελάτης του καταστήματος τους, σε φωτογραφίες αρχικά που τους επέδειξαν οι αστυνομικοί, αλλά και μεταγενέστερα σε όλα τα στάδια της μέχρι τώρα διαδικασίας. Ο ισχυρισμός, τον οποίο προβάλλει ως "άλλοθι" ο κατηγορούμενος ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του επίμαχου συμβάντος αυτός βρισκόταν σε οικογενειακό δείπνο με τους γονείς του και τα άλλα μέλη της οικογένεια του, δεν κρίνεται πειστικός, προεχόντως διότι δεν αποδεικνύεται ο ακριβής χρόνος παράθεσης του δείπνου και η συμμετοχή εκείνου σε ένα τέτοιο δείπνο και μάλιστα κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα οι προαναφερόμενες πράξεις.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων πράξεων της ληστείας κατά συναυτουργία και της απόπειρας ανθρωποκτονίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Μειοψηφεί μόνο η ένορκος Ο. Σ., η οποία διατηρεί ορισμένες αμφιβολίες και για το λόγο αυτό έπρεπε κατά τη γνώμη της να κηρυχθεί αθώος.

Περαιτέρω δεν συντρέχουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου περιστατικά που να δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.ε'του ΠΚ, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, ή οποιοσδήποτε άλλης ελαφρυντικής περίστασης.

Ειδικότερα δεν αποδεικνύονται θετικά στοιχεία μετά τις πράξεις του από τα οποία να προκύπτει καλή συμπεριφορά αυτού δια σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις αυτές, κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ, δηλαδή στοιχεία που να δείχνουν σαφή μεταστροφή του χαρακτήρα του (η μη κακή συμπεριφορά δεν αρκεί).

Ήδη, ο αιτών, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέο στοιχείο, το από 2-11-2012 υπόμνημα προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του κρατουμένου στη Φυλακή …., D. L. G., ο οποίος διαλαμβάνει σ' αυτό τα κατωτέρω: "Κ. Εισαγγελέα, σήμερα είμαι κρατούμενος στις Φυλακές ….. Στις Δικαστικές Φυλακές ..., όπου βρισκόμουν πριν μεταφερθώ στα …, πληροφορήθηκα από συγκρατούμενό μου, Αλβανικής καταγωγής, ότι το έτος 2010 καταδικάστηκε κάποιος για μία ληστεία, η οποία έλαβε χώρα τον μήνα Σεπτέμβριο (ή και Οκτώβριο) του έτους 2002, σε κατάστημα ΠΡΟ-ΠΟ, επί της Λ. ...

στην περιοχή του …., που σύμφωνα με τον ίδιο, δεν την είχε διαπράξει. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για το ίδιο περιστατικό, στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. Πιστεύω όμως, βάσει των ημερομηνιών και της τοποθεσίας του ως άνω καταστήματος, ότι πρόκειται για το ίδιο συμβάν. Συγκεκριμένα, εκείνη την περίοδο, ήτοι Σεπτέμβρη ή και Οκτώβρη του 2002, αργά το βράδυ, λίγο πριν κλείσει ένα κατάστημα ΠΡΟ-ΠΟ ευρισκόμενο επί της Λ. ...

στην περιοχή του ..., εγώ μαζί με άλλα δύο άτομα, όλοι ρουμανικής καταγωγής, εισήλθαμε σε αυτό, με σκοπό να πάρουμε κάποια χρήματα. Μέσα σε αυτό βρίσκονταν ο ιδιοκτήτης και άλλα 2 άτομα. Το συγκεκριμένο κατάστημα το γνώριζα, διότι είχα παίξει αρκετές φορές ΠΡΟ-ΠΟ, μαζί με γνωστούς μου. Γι' αυτό το λόγο, φορούσαμε καπελάκια και επειδή φοβόμασταν μήπως κάποιος μας αναγνωρίσει, σηκώσαμε και τις μπλούζες μας προς το πρόσωπο μας, για να μην γίνουμε αντιληπτοί.

Αμέσως μόλις εισήλθαμε στο κατάστημα ΠΡΟ-ΠΟ, εγώ προχώρησα προς το βάθος του καταστήματος, ενώ οι άλλοι δύο που ήταν μαζί μου, προς το ταμείο και προς τον ιδιοκτήτη. Πιστεύαμε ότι υπήρχαν αρκετά χρήματα μέσα στο κατάστημα και συγκεκριμένα σε χρηματοκιβώτιο που ενυπήρχε σε αυτό. Απ' ότι θυμάμαι, κατά τη διάρκεια που βρισκόμασταν μέσα, ο ιδιοκτήτης που λεγόταν Ν., διαπληκτίστηκε έντονα με τον ένα από εμάς (όχι με εμένα).

Εκεί πράγματι φοβήθηκα και κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγουμε γρήγορα. Μάλιστα φώναζα στον συνεργάτη μου, να σταματήσει να διαπληκτίζεται και να χτυπάει τον ιδιοκτήτη. Τότε, φώναξα σε όλους μας να φύγουμε γρήγορα, πράγμα που έγινε. Εγώ βγήκα τελευταίος από το κατάστημα και ενώ έτρεχα για να φύγω, με πρόλαβε έξω στο πεζοδρόμιο ο Ν.

ο οποίος προσπάθησε να με σταματήσει ενώ παράλληλα φώναζε να καλέσουν την Αστυνομία. Φοβήθηκα πάρα πολύ από την ως άνω αντίδρασή του, την οποία και δεν περίμενα, και χωρίς να καταλάβω τι πρόκειται να συμβεί, γύρισα απότομα και πυροβόλησα τον ανωτέρω χαμηλά στην κοιλιά ή στο πόδι. Θέλω να δηλώσω με κάθε ειλικρίνεια ότι η ενέργειά μου αυτή, ήταν απόρροια του φόβου που μου προκάλεσε η αντίδρασή του και δεν είχα σκοπό ούτε καν να τον τραυματίσω.

Θέλω επίσης να προσθέσω, ότι έτερο άτομο μας περίμενε για τη διαφυγή μας σε φορτηγάκι που είχε σταθμεύσει σε στενό κοντά στο κατάστημα. Κ. Εισαγγελέα, μετά από χρόνια στις φυλακές, εκτίοντας την ποινή που μου επιβλήθηκε για το ανωτέρω αδίκημα, μέσα σε ατελείωτες ώρες περισυλλογής, έχω κάνει πια, την αυτοκριτική μου.

Δεν έχω διαπράξει πέραν των ως άνω, κανένα άλλο αδίκημα στη ζωή μου και νιώθω την ανάγκη να ζητήσω συγνώμη σε δύο ανθρώπους, που προφανώς οι πράξεις μου σημάδεψαν τη ζωή τους. Αφενός στον ιδιοκτήτη του καταστήματος κ. Ν. και αφετέρου στον άνθρωπο που εξαιτίας μου βρίσκεται στη φυλακή, χωρίς να έχει καμία συμμετοχή στις ως άνω πράξεις, καθόσον τα υπόλοιπα 3 άτομα που συμμετείχαν μαζί μου στη ληστεία, διέφυγαν αμέσως μετά το συμβάν στη … και έκτοτε δεν είχα καμία επαφή μαζί τους.

Με το παρόν, Σας παρακαλώ θερμά, να με κρίνετε με επιείκεια και να με βοηθήσετε ώστε να ξεπεράσω το άσχημο αυτό παρελθόν μου και να αποκαταστήσω, όσο μπορώ, τη ζημιά που προκάλεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους". Από την έρευνα που διενεργήσαμε για τη βασιμότητα της υπό κρίση αιτήσεως προέκυψαν τα εξής: Ο E. L.

G., υπήκοος ..., κηρύχθηκε ένοχος με την υπ' αρ. 294-297/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών για ανθρωποκτονία με πρόθεση, οπλοφορία και οπλοχρησία και καταδικάσθηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Ειδικότερα αυτός κηρύχθηκε ένοχος του ότι: " Στο ...

στις 23.6.2003 με περισσότερες πράξεις τέλεσε με πρόθεση περισσότερα του ενός εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και με χρηματική ποινή και ειδικότερα: 1) Ενεργώντας με πρόθεση και τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσε άλλον και ειδικότερα τον Η.

Ν. του Χ.. Πλέον συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, και μεταξύ των ωρών 02.00 έως 06.00 ενώ ήταν φιλοξενούμενος στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ... στο ..., στο οποίο συζούσαν ο Η. Ν. και η αδερφή του D. R. M. και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που του επέτρεπε να αντιληφθεί τα αίτια που κινούν στη πράξη του ως και αυτά που συγκρατούν από την τέλεση, τόσο κατά την λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την εκτέλεση, αφού εισήλθε στην κρεβατοκάμαρα των τελευταίων και ενώ αυτοί κοιμόντουσαν, έπιασε με το αριστερό του χέρι το κεφάλι του Η.

Ν. και το ανασήκωσε, όταν δε αυτός ξύπνησε, απευθύνοντάς του την φράση "τέλος η ζωή", τον έπληξε με έναν σουγιά-μαχαίρι μήκους 19 εκατοστών που κρατούσε στο δεξιό του χέρι, στο αριστερό μέρος του λαιμού του, όταν δε το θύμα άρχισε να σφαδάζει και σηκώθηκε όρθιο, τον έπληξε εκ νέου με το μαχαίρι, στην ωμοπλάτη, με αποτέλεσμα να τού προκαλέσει: "τραύμα της αριστερής τραχηλικής χώρας, μήκους 3,5 εκατ., τραύμα επιπόλαιο της οπίσθιας επιφάνειας του αριστερού βραχίονος, μήκους 4,5 εκατ., τραύμα της οπίσθιας πτυχής της αριστερής μασχάλης, μήκους 3,5 εκατ.

και τραύμα μήκους 2 εκατ. της αριστερής ωμοπλατιαίας χώρας σε απόσταση 10 εκατ. από την μέση γραμμή, με αποτέλεσμα από το τραύμα του τραχήλου που του προκάλεσε ως μόνης ενεργού αιτίας να επέλθει ο θάνατος του. 2) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο έφερε μαζί του παράνομα όπλο κατά την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 2168/93, δηλαδή αντικείμενο πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα και ειδικότερα το προαναφερόμενο στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος σουγιά-μαχαίρι μήκους 19 εκατοστών. 3) Στον ως άνω χρόνο και τόπο, έκανε χρήση του προαναφερθέντος όπλου και συγκεκριμένα έπληξε με το μαχαίρι- σουγιά μήκους 19 εκατοστών που έφερε στο αριστερό μέρος του λαιμού του Η.

Ν., ως και την ωμοπλάτη του, προκειμένου να διαπράξει την υπό στοιχείο 1 του παρόντος αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, κάτω από τις περιστάσεις που αυτή εκτελέστηκε.". Πράγματι ο ανωτέρω την 2-11-2010, ενώ ήταν φυλακισμένος στη Φυλακή …, κατέθεσε στο Τμήμα Ασφαλείας … το προαναφερόμενο υπόμνημα, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο απών.

Κατόπιν του ανωτέρω υπομνήματος ασκήθηκε, αφού προηγήθηκε προκαταρκτική εξέταση, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ποινική δίωξη σε βάρος του για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση και ληστεία από κοινού και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως από την Ανακρίτρια του 4ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών.

Μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης εκδόθηκε, με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, το υπ' αρ.1192/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει εναντίον του κατηγορία, καθόσον δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για τις προαναφερόμενες πράξεις.

Όπως προαναφέρθηκε οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε αμετακλήτως ένοχος ο αϊτών έλαβαν χώρα στον ... την 6- 10-2002. Περαιτέρω στο σκεπτικό της υπ' αρ. 294-297/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο D. L. G. κηρύχθηκε ένοχος για τις προαναφερόμενες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας που έλαβαν χώρα στο ...

την 23-6- 2003, αναφέρεται ότι αυτός ήλθε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2002 και εγκαταστάθηκε στην ……, όπου διέμεινε σε οικία του Δ. Π. με την αδελφή του, D. R.-M., και ότι στην …. ήλθε τον Απρίλιο του 2003. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα D. L. G. την 6- 10-2002, κατά την οποία έλαβαν χώρα οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αϊτών, βρισκόταν στη ….και όχι στην ...

Κατ' ακολουθίαν, το επικαλούμενο από τον αιτούντα νέο αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι το ανωτέρω υπόμνημα του D. L. G., τόσο από μόνο του όσο και σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αϊτών τέλεσε τις προαναφερόμενες παραπάνω πράξεις, δεν καθιστά φανερό, σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο αϊτών είναι αθώος των πράξεως αυτών, για τις οποίες καταδικάστηκε αμετακλήτως ή ότι αυτός καταδικάστηκε για πράξη βαρύτερη από εκείνη που πραγματικά τέλεσε.

Επομένως, ο επικαλούμενος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αϊτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω το Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο) να απορρίψει την από 2-3-2018 αίτηση του A. B. του A. και της E., γεννηθέντος το 1973 στην …..Αλβανίας, κατοίκου ..., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που κατατέθηκε από τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση συνήγορο του, Μ. Δ., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αρ. 120, 121/8-2-2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία (6-1) για ληστεία κατά συναυτουργία και απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ) και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών, και να καταδικάσει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ).

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Κων.Δασούλας".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που του καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. "Νέα γεγονότα" ή "Νέες αποδείξεις" (όροι οι οποίοι κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι ταυτόσημοι) είναι εκείνα ή εκείνες που ασχέτως, αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα ή άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της διαδικασίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αναμφίβολα σημεία της υπόθεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Τα νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης τα οποία συγκροτούν τον συλλογισμό του δικαστηρίου με το οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης επί τη βάσει του ιδίου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επανάληψης διαδικασίας ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 925/2013).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του Κ.Ποιν.Δ. η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα που τον καταδίκασε στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο που αποφαίνεται σχετικά και αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).

Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 εδάφ. γ' Κ.Ποιν.Δ. το αρμόδιο να αποφασίσει Συμβούλιο αν δεχθεί την αίτηση ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο.

Από τη ρύθμιση αυτή συνάγεται ότι η παραπομπή για επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο διατάσσεται από το αρμόδιο Συμβούλιο όταν επιδιώκεται η άρση της αμφισβήτησης. Αντίθετα δεν είναι αναγκαία η παραπομπή όταν από τα νέα στοιχεία που προσκομίζονται κρίνεται περιττή και ανώφελη η νέα συζήτηση, διότι είναι πρόδηλη η αθωότητα του κατηγορουμένου ή η μη τέλεση της πράξης από αυτόν ή όταν το αξιόποινό της έχει εξαλειφθεί με παραγραφή (ΑΠ 1566/2010).

Με την υπό κρίση από 2.3.2018 αίτηση ο αιτών A. B. του A. ζητεί την επανάληψη τα διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η αμετάκλητη και καταδικαστική γι' αυτόν υπ' αριθμ. 120, 121/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών για το λόγο ότι μετά την καταδίκη του, προέκυψαν οι αναφερόμενες στην αίτηση, νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, αποδείξεις από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Η αίτηση, αρμοδίως εισαγομένη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σε Συμβούλιο) είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Με την υπ' αριθμ. 120, 121/8.2.2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την υπ' αριθ. 439/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου της εναντίον αυτής ασκηθείσας από 30.8.2010 αίτησης αναίρεσης, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία (6-1) για τα αδικήματα της ληστείας κατά συναυτουργία (άρθρο 380 παρ. 1 σε συνδ.

με άρθρο 45 ΠΚ) και β) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 299 παρ.1 σε συνδ. με άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ) και καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό σε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών. Συγκεκριμένα το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση αφού δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 6.10.2002 και περί ώρα 00:20', οι αδελφοί Ν. και Κ. Κ., οι οποίοι λειτουργούσαν στο όνομα του πατέρα τους Γ. Κ. κατάστημα ψιλικών-πρακτορείο ΠΡΟΠΟ στη ... αρ. (…, στο ..., ετοιμάζονταν να κλείσουν το εν λόγω κατάστημα και να αποχωρήσουν, συνοδευόμενοι από το φίλο τους Μ. Α., ο οποίος τους έκανε παρέα στο κατάστημά αυτό.

Εκείνη τη στιγμή και ενώ ο Κ. Κ. και ο Μ. Α. βρίσκονταν ακόμη μέσα στο κατάστημα και ο Ν. Κ. έξω από αυτό, εμφανίστηκαν ξαφνικά ο κατηγορούμενος και δύο άλλα άγνωστα άτομα, άρπαξαν ο κατηγορούμενος και δύο άλλα άγνωστα άτομα, τον Ν. Κ., τον έσπρωξαν βίαια μέσα στο κατάστημα και μπήκαν και οι ίδιοι σ' αυτό. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κρατούσε στο χέρι ένα πιστόλι, φώναξε "Ληστεία" και ακινητοποίησε με την απειλή του όπλου αυτού τον Κ.

Κ. και το Μ. Α., ενώ ο ένας από τους συνεργούς του έριξε στο δάπεδο το Ν. Κ. και τον κρατούσε ακινητοποιημένο, κτυπώντας τον με γροθιές και κλωτσιές. Μετά την ακινητοποίηση των δύο αδελφών Κ. και του φίλου τους Μ. Α., ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του αφαίρεσαν από το ταμείο του καταστήματος το ποσό περίπου των 2.000 ευρώ, κάρτες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, εισιτήρια αστικής συγκοινωνίας και δελτία ΞΥΣΤΟ, αξίας περίπου 2.000 ευρώ.

Ακολούθως οι δράστες, ενόψει και του ότι ο Ν. Κ. είχε διαφύγει της προσοχής τους και είχε βγει έξω από το κατάστημα φωνάζοντας "βοήθεια", έφυγαν εσπευσμένα τρέχοντας στην οδό ... με κατεύθυνση προς την οδό ..., όπου τους περίμενε ένας τέταρτος συνεργός τους με αυτοκίνητο. Ο Ν. Κ. τους ακολούθησε, επίσης τρέχοντας, και πλησίασε τον τελευταίο, ο οποίος ήταν ο κατηγορούμενος, στα πέντε περίπου μέτρα.

Τότε ο κατηγορούμενος στράφηκε προς το Ν. Κ. και χωρίς κανένα δισταγμό τον πυροβόλησε με το όπλο που κρατούσε στην κοιλιακή χώρα και διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Από τον πιο πάνω πυροβολισμό ο Ν. Κ. τραυματίστηκε σοβαρά στην κοιλιακή χώρα, πλησίον του ομφαλού, διέφυγε δε τον κίνδυνο ζωής, επειδή μεταφέρθηκε εγκαίρως στο νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση.

Ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τον παθόντα Ν. Κ. με ανθρωποκτόνο πρόθεση, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι αυτός, ενώ μπορούσε εύκολα να αποτρέψει την καταδίωξή του εκ μέρους του άοπλου παθόντος, είτε με απλό εκφοβισμό είτε, έστω με πυροβολισμό στον αέρα ή χαμηλά στα πόδια ή σε άλλο μη ευαίσθητο σημείο του σώματός του, σκόπευσε και πυροβόλησε εναντίον εκείνου από απόστασή μόλις 5 μέτρων στην κοιλιακή χώρα, δηλαδή σε ευαίσθητο σημείο του σώματος.

Ο πυροβολισμός αυτός μπορούσε εύκολα να επιφέρει το θάνατο του παθόντος, τoν οποίο και θέλησε ο δράστης, το αποτέλεσμα όμως αυτό αποφεύχθηκε, λόγω της έγκαιρης μεταφοράς του παθόντος με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο και την άμεση υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση. Έτσι ελέγχεται αβάσιμος ο προβαλλόμενος επικουρικά από τον κατηγορούμενο ισχυρισμό ότι δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τον παθόντα, αλλά πυροβόλησε για να τον εκφοβίσει και να εμποδίσει τη σύλληψή, του, και ότι πρέπει να μετατραπεί η σε βάρος του κατηγορία σε απόπειρα ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη.

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αρχικά διέφυγε τη σύλληψή του, εντοπίστηκε και συνελήφθη τελικά από τις αστυνομικές αρχές στις 13.5.2005. Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο (αμφιβολίες διατήρησε μόνο η ένορκος Ο. Σ.) ότι ο κατηγορούμενος είναι ένας από τους συναυτουργούς της προαναφερόμενης ληστείας και αυτός πυροβόλησε το Ν.

Κ.. Τόσο ο παθών, όσο και ο αδελφός του Κ. Κ. αναγνώρισαν ήδη από το στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης τον κατηγορούμενο, ο οποίος υπήρξε και πελάτης του καταστήματος τους, σε φωτογραφίες αρχικά που τους επέδειξαν οι αστυνομικοί, αλλά και μεταγενέστερα σε όλα τα στάδια της μέχρι τώρα διαδικασίας. Ο ισχυρισμός, τον οποίο προβάλλει ως "άλλοθι" ο κατηγορούμενος ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του επίμαχου συμβάντος αυτός βρισκόταν σε οικογενειακό δείπνο με τους γονείς του και τα άλλα μέλη της οικογένειά του, δεν κρίνεται πειστικός, προεχόντως διότι δεν αποδεικνύεται ο ακριβής χρόνος παράθεσης του δείπνου και η συμμετοχή εκείνου σε ένα τέτοιο δείπνο και μάλιστα κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα οι προαναφερόμενες πράξεις.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων πράξεων της ληστείας κατά συναυτουργία και της απόπειρας ανθρωποκτονίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".

Στη συνέχεια το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αιτούντα του ότι "Στο ..., την 6-10-2002 από κοινού με άλλα δύο, αγνώστων στοιχείων άτομα, με σωματική βία εναντίον προσώπων και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, αφήρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά φράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα.

Συγκεκριμένα, αφού εισήλθε με τους άγνωστους συνεργούς του εντός του καταστήματος ψιλικών - πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, ιδιοκτησίας του Γ. Κ., το οποίο λειτουργεί ο γιος τους Ν. Κ., έριξε μαζί με τους συνεργούς του στο έδαφος τον τελευταίο, σπρώχνοντάς τον και απείλησε με πυροβόλο όπλο τους Κ. Κ. και Μ. Α., κάμπτοντας με τον τρόπο αυτό την αντίστασή τους, ενώ ο ένας από τους αγνώστους συνεργούς του αφαίρεσε από το ταμείο του καταστήματος το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ περίπου, καθώς και κάρτες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, εισιτήρια αστικής συγκοινωνίας και δελτία ΞΥΣΤΟ, συνολικής αξίας περίπου 2.000 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.

Β. Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, δηλαδή να σκοτώσει άλλον, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του ως άνω κακουργήματος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του.

Συγκεκριμένα, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον Ν. Κ., ο οποίος τον ακολουθούσε και προσπάθησε να διαπιστώσει τον τρόπο με τον οποίο θα διαφύγει που λήστεψε με τους συνεργούς του από το πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, τον πυροβόλησε μία φορά με πυροβόλο όπλο, διαμετρήματος 9 X 18 mm στην κοιλιακή χώρα, αριστερά του ομφαλού, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει σοβαρά, η πράξη του όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του ενέργεια αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και ειδικότερα διότι ως άνω παθών μεταφέρθηκε εγκαίρως με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο "...", όπου υποβλήθηκε άμεσα σε χειρουργική επέμβαση, προκειμένου να του αφαιρεθεί η σφαίρα, που τον έπληξε και έτσι διέφυγε τον κίνδυνο".

Ήδη, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει, ως νέο στοιχείο από το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του καθίσταται φανερή η αθωότητά του για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, το από 2-11-2012 υπόμνημα προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του κρατουμένου στη Φυλακή …., D. L. G., ο οποίος διαλαμβάνει σ' αυτό τα κατωτέρω: "Κ.

Εισαγγελέα, σήμερα είμαι κρατούμενος στις Φυλακές …. Στις Δικαστικές Φυλακές ..., όπου βρισκόμουν πριν μεταφερθώ στα …., πληροφορήθηκα από συγκρατούμενό μου, Αλβανικής καταγωγής, ότι το έτος 2010 καταδικάστηκε κάποιος για μία ληστεία, η οποία έλαβε χώρα τον μήνα Σεπτέμβριο (ή και Οκτώβριο) του έτους 2002, σε κατάστημα ΠΡΟ-ΠΟ, επί της Λ. ...

στην περιοχή του ..., που σύμφωνα με τον ίδιο, δεν την είχε διαπράξει. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για το ίδιο περιστατικό, στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. Πιστεύω όμως, βάσει των ημερομηνιών και της τοποθεσίας του ως άνω καταστήματος, ότι πρόκειται για το ίδιο συμβάν. Συγκεκριμένα, εκείνη την περίοδο, ήτοι Σεπτέμβρη ή και Οκτώβρη του 2002, αργά το βράδυ, λίγο πριν κλείσει ένα κατάστημα ΠΡΟ-ΠΟ ευρισκόμενο επί της Λ. ...

στην περιοχή του ..., εγώ μαζί με άλλα δύο άτομα, όλοι ρουμανικής καταγωγής, εισήλθαμε σε αυτό, με σκοπό να πάρουμε κάποια χρήματα. Μέσα σε αυτό βρίσκονταν ο ιδιοκτήτης και άλλα 2 άτομα. Το συγκεκριμένο κατάστημα το γνώριζα, διότι είχα παίξει αρκετές φορές ΠΡΟ-ΠΟ, μαζί με γνωστούς μου. Γι' αυτό το λόγο, φορούσαμε καπελάκια και επειδή φοβόμασταν μήπως κάποιος μας αναγνωρίσει, σηκώσαμε και τις μπλούζες μας προς το πρόσωπό μας, για να μην γίνουμε αντιληπτοί.

Αμέσως μόλις εισήλθαμε στο κατάστημα ΠΡΟ-ΠΟ, εγώ προχώρησα προς το βάθος του καταστήματος, ενώ οι άλλοι δύο που ήταν μαζί μου, προς το ταμείο και προς τον ιδιοκτήτη. Πιστεύαμε ότι υπήρχαν αρκετά χρήματα μέσα στο κατάστημα και συγκεκριμένα σε χρηματοκιβώτιο που ενυπήρχε σε αυτό. Απ' ότι θυμάμαι, κατά τη διάρκεια που βρισκόμασταν μέσα, ο ιδιοκτήτης που λεγόταν Ν., διαπληκτίστηκε έντονα με τον ένα από εμάς (όχι με εμένα).

Εκεί πράγματι φοβήθηκα και κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγουμε γρήγορα. Μάλιστα φώναζα στον συνεργάτη μου, να σταματήσει να διαπληκτίζεται και να χτυπάει τον ιδιοκτήτη. Τότε, φώναξα σε όλους μας να φύγουμε γρήγορα, πράγμα που έγινε. Εγώ βγήκα τελευταίος από το κατάστημα και ενώ έτρεχα για να φύγω, με πρόλαβε έξω στο πεζοδρόμιο ο Ν.

ο οποίος προσπάθησε να με σταματήσει ενώ παράλληλα φώναζε να καλέσουν την Αστυνομία. Φοβήθηκα πάρα πολύ από την ως άνω αντίδρασή του, την οποία και δεν περίμενα, και χωρίς να καταλάβω τι πρόκειται να συμβεί, γύρισα απότομα και πυροβόλησα τον ανωτέρω χαμηλά στην κοιλιά ή στο πόδι. Θέλω να δηλώσω με κάθε ειλικρίνεια ότι η ενέργειά μου αυτή, ήταν απόρροια του φόβου που μου προκάλεσε η αντίδρασή του και δεν είχα σκοπό ούτε καν να τον τραυματίσω.

Θέλω επίσης να προσθέσω, ότι έτερο άτομο μας περίμενε για τη διαφυγή μας σε φορτηγάκι που είχε σταθμεύσει σε στενό κοντά στο κατάστημα. Κ. Εισαγγελέα, μετά από χρόνια στις φυλακές, εκτίοντας την ποινή που μου επιβλήθηκε για το ανωτέρω αδίκημα, μέσα σε ατελείωτες ώρες περισυλλογής, έχω κάνει πια, την αυτοκριτική μου.

Δεν έχω διαπράξει πέραν των ως άνω, κανένα άλλο αδίκημα στη ζωή μου και νιώθω την ανάγκη να ζητήσω συγνώμη σε δύο ανθρώπους, που προφανώς οι πράξεις μου σημάδεψαν τη ζωή τους. Αφενός στον ιδιοκτήτη του καταστήματος κ. Ν. και αφετέρου στον άνθρωπο που εξαιτίας μου βρίσκεται στη φυλακή, χωρίς να έχει καμία συμμετοχή στις ως άνω πράξεις, καθόσον τα υπόλοιπα 3 άτομα που συμμετείχαν μαζί μου στη ληστεία, διέφυγαν αμέσως μετά το συμβάν στη ….

και έκτοτε δεν είχα καμία επαφή μαζί τους. Με το παρόν, Σας παρακαλώ θερμά, να με κρίνετε με επιείκεια και να με βοηθήσετε ώστε να ξεπεράσω το άσχημο αυτό παρελθόν μου και να αποκαταστήσω, όσο μπορώ, τη ζημιά που προκάλεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους".

Πλην όμως από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο E. L. G., υπήκοος ... κηρύχθηκε ένοχος με την υπ'αριθμ. 294-297/2005 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών για ανθρωποκτονία με πρόθεση, οπλοφορία και οπλοχρησία και καταδικάσθηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων(4) ετών και χρηματική ποινή (5000) ευρώ.

Ειδικότερα αυτός κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στο ... στις 26.3.2003 με περισσότερες πράξεις τέλεσε με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και με χρηματική ποινή και ειδικότερα: 1) Ενεργώντας με πρόθεση και τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σκότωσε άλλον και ειδικότερα τον Η.

Ν. του Χ.. Πλέον συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο και μεταξύ των ωρών 02.00 έως 06.00 ενώ ήταν φιλοξενούμενος στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ... στο ..., στο οποίο συζούσαν ο Η. Ν. και η αδερφή του D. R. M. και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που του επέτρεπε να αντιληφθεί τα αίτια που κινούν στη πράξη του ως και αυτά που συγκρατούν από την τέλεση, τόσο κατά την λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την εκτέλεση, αφού εισήλθε στην κρεβατοκάμαρα των τελευταίων και ενώ αυτοί κοιμόντουσαν, έπιασε με το αριστερό του χέρι το κεφάλι του Η.

Ν. και το ανασήκωσε, όταν δε αυτός ξύπνησε, απευθύνοντάς του την φράση "τέλος η ζωή", τον έπληξε με έναν σουγιά-μαχαίρι μήκους 19 εκατοστών που κρατούσε στο δεξιό του χέρι, στο αριστερό μέρος του λαιμού του, όταν δε το θύμα άρχισε να σφαδάζει και σηκώθηκε όρθιο, τον έπληξε εκ νέου με το μαχαίρι, στην ωμοπλάτη, με αποτέλεσμα να τού προκαλέσει: "τραύμα της αριστερής τραχηλικής χώρας, μήκους 3,5 εκατ., τραύμα επιπόλαιο τής οπίσθιας επιφάνειας του αριστερού βραχίονος, μήκους 4,5 εκατ., τραύμα της οπίσθιας πτυχής της αριστερής μασχάλης, μήκους 3,5 εκατ.

και τραύμα μήκους 2 εκατ. της αριστερής ωμοπλατιαίας χώρας σε απόσταση 10 εκατ. από την μέση γραμμή, με αποτέλεσμα από το τραύμα του τραχήλου που του προκάλεσε ως μόνης ενεργού αιτίας να επέλθει ο θάνατός του. 2) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο έφερε μαζί του παράνομα όπλο κατά την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 2168/93, δηλαδή αντικείμενο πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα και ειδικότερα το προαναφερόμενο στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος σουγιά-μαχαίρι μήκους 19 εκατοστών. 3) Στον ως άνω χρόνο και τόπο, έκανε χρήση του προαναφερθέντος όπλου και συγκεκριμένα έπληξε με το μαχαίρι- σουγιά μήκους 19 εκατοστών που έφερε στο αριστερό μέρος του λαιμού του Η.

Ν., ως και την ωμοπλάτη του, προκειμένου να διαπράξει την υπό στοιχείο 1 του παρόντος αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, κάτω από τις περιστάσεις που αυτή εκτελέστηκε.". Πράγματι ο ανωτέρω την 2-11-2010, ενώ ήταν φυλακισμένος στη Φυλακή …, κατέθεσε στο Τμήμα Ασφαλείας ….. το προαναφερόμενο υπόμνημα, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών.

Κατόπιν του ανωτέρω υπομνήματος ασκήθηκε, αφού προηγήθηκε προκαταρκτική εξέταση, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ποινική δίωξη σε βάρος του, για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση και ληστεία από κοινού και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως από την Ανακρίτρια του 4ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών.

Μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης εκδόθηκε, με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, το υπ' αρ. 1192/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει εναντίον του κατηγορία, καθόσον δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για τις προαναφερόμενες πράξεις.

Όπως προαναφέρθηκε οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε αμετακλήτως ένοχος ο αιτών έλαβαν χώρα στον ... την 6-10-2002. Περαιτέρω στο σκεπτικό της υπ' αρ. 294-297/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο D. L. G. κηρύχθηκε ένοχος για τις προαναφερόμενες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας που έλαβαν χώρα στο ...

την 23-6-2003, αναφέρεται ότι αυτός ήλθε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2002 και εγκαταστάθηκε στην ….., όπου διέμεινε σε οικία του Δ. Π. με την αδελφή του, D. R.-M., και ότι στην Αθήνα ήλθε τον Απρίλιο του 2003. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο D. L. G. την 6-10-2002, κατά την οποία έλαβαν χώρα οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αιτών, βρισκόταν στη … και όχι στην Αθήνα.

Ο ισχυρισμός αυτού ότι βρισκόταν παράνομα στην Ελλάδα ήδη από το 2000 ήτοι τουλάχιστον δύο έτη πριν το επίδικο συμβάν στο πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ επί της Λ. ... αρ. 68, δεν κρίνεται βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, το επικαλούμενο από τον αιτούντα νέο αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι το ανωτέρω υπόμνημα του D. L. G., τόσο από μόνο του όσο και σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε τις προαναφερόμενες παραπάνω πράξεις, δεν καθιστά φανερό, σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεως αυτών, για τις οποίες καταδικάστηκε αμετακλήτως. Επομένως, η αίτηση επανάληψης διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2 Μαρτίου 2018 αίτηση του A. B. του A. και της E., Αλβανού υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. ... για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 120, 121/8.2.2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2018. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ