Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper attorney authority and insufficient factual basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding a donation. The appellants argued for the revocation of the gift based on specific legal grounds, but the Court found their arguments legally unfounded and procedurally inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, the deposit was returned to the state, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law or a lack of legal basis in the lower court's decision, particularly when the lower court provided clear and consistent reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2054 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2054/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ε. του Σ., 2) Φ. Ε. συζύγου Σ., το γένος Θ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ε. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Λαγομάτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/8/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/1135/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 428/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 6/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1 και 2, 97 παρ.1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητος, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση (Α.Π. 273/2010), εκτός αν με το πληρεξούσιο που χορηγείται μεταγενέστερα από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως διαδίκους, σε δικηγόρους που δεν υπογράφουν την κλήση προς συζήτηση (ή αναλόγως το αναιρετήριο στο οποίο υπάρχει κλήση προς συζήτηση και πράξη ορισμού δικασίμου), έχουν γίνει από άλλο δικηγόρο, που δεν περιέχεται στην χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα, εκτός αν με την τελευταία εγκρίνονται όλες οι πράξεις της προδικασίας που έχουν γίνει από τον δικηγόρο αυτό (μεταξύ των οποίων και η σύνταξη και υπογραφή της κλήσης ή κατά περίπτωση του αναιρετηρίου και η παραγγελία επίδοσης αυτών στους αντιδίκους των επισπευδόντων την συζήτηση), με το χορηγούμενο πληρεξούσιο και θεωρούνται ως πράξεις που ενεργήθηκαν από τους διοριζόμενους με αυτό πληρεξούσιους δικηγόρους τους.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1 & 2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο διάδικο και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Ειδικότερα, για να γίνει ενώπιον του Αρείου Πάγου συζήτηση με τους διαδίκους σαν να ήταν παρόντες σε περίπτωση κατά την οποία επισπεύδει τη συζήτηση ο αναιρεσείων, πρέπει προς απόδειξη του τελευταίου ο εμφανιζόμενος αναιρεσίβλητος να επικαλεσθεί και προσκομίσει το αντίγραφο του αναιρετηρίου που του κοινοποιήθηκε και κλήση του προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, άλλως η συζήτηση είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο αυτή, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως παρέστη μόνο ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος επικαλείται και προσκομίζει ακριβές αντίγραφο του αναιρετηρίου με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, με την σχετική σ' αυτό από 12-12-2013 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών Α.
Θ. Α., περί επιδόσεως στον αναιρεσίβλητο του άνω δικογράφου, μετά από σχετική προς τούτο παραγγελία του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικηγόρου Γιαννιτσών Δημητρίου Μητώση, η οποία (παραγγελία) αναγράφεται παρά πόδας του τελευταίου με ημερομηνία 17-03-2014. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.... ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Γιανιτσών Χαρίκλειας Κυριαζίδη, που βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες διορίζουν ως ειδικούς πληρεξούσιους, αντιπροσώπους και αντίκλητους τους δικηγόρους Γιαννιτσών Ελένη Σχίζα του Δημητρίου, Μαρία Ακινήτου του Ξενοφώντος και Δημήτριο Σμυρνή του Γεωργίου, προς τους οποίους χορηγούν την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, ενεργώντας από κοινού, είτε ο καθένας μεμονωμένα, οι δύο πρώτες να προσδιορίσουν στο αρμόδιο Δικαστήριο (Άρειο Πάγο) την ένδικη από 20-12-2013 αίτησή των κατά του αναιρεσίβλητου, με αριθμό πράξη κατάθεσης 7/10-01-2014, που υπογράφεται από τον προρρηθέντα δικηγόρο Δημήτριο Μητώση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 428/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλομένη), στον δε τρίτο των άνω πληρεξουσίων τους Δημήτριο Σμυρνή να παρίσταται για λογαριασμό των εντολέων του και να τους αντιπροσωπεύει κατά την εκδίκαση της παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τη δικάσιμο που θα ορισθεί και σε τυχόν μετ' αναβολή δικάσιμο ενώπιον του αρμόδιου ανώτατου δικαστηρίου, ενώ παράλληλα οι εντολείς-αναιρεσείοντες δηλώνουν στο άνω πληρεξούσιο ότι εγκρίνουν και αναγνωρίζουν όλες τις πράξεις των πληρεξουσίων τους, που ενήργησαν ή θα ενεργηθούν στα πλαίσια των παρεχομένων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και σαν να έγιναν απ' αυτούς τους ίδιους.
Επομένως, εφόσον από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδουν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες, οι οποίοι με το παραπάνω ειδικό πληρεξούσιο εγκρίνουν όλες τις πράξεις προδικασίας που προηγήθηκαν αυτού, μεταξύ των οποίων κατά ρητή αναφορά σ'αυτό και την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που υπογράφηκε και κατατέθηκε από τον προρρηθέντα δικηγόρο Δημήτριο Μητούση, ο οποίος έδωσε και την παραγγελία επίδοσης αυτής στον αναιρεσίβλητο, δηλώντας ότι και τις πράξεις αυτές θεωρούν ότι διενεργήθηκαν από τους ήδη διοριζόμενους με το εν λόγω πληρεξούσιο δικηγόρους, ώστε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη και έγκυρη επίδοση στον αναιρεσίβλητο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (20-10-2014) πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο.
Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή (Α.Π. 109/2010, 1361/2007, 497/1977).
Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσεώς του εκτιμά την συμπεριφορά αυτήν με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητος του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατ' αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστού της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπειαν δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 Α.Κ. (πρβλ.
Α.Π. 109/2010, Α.Π. 1719/2009, Α.Π. 982/2004). Εξάλλου κατά το άρθρο 509 παρ.1 ΑΚ η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, συνεπώς και με αγωγή, τα δε αποτελέσματα της ανάκλησης επέρχονται ευθύς ως περιέλθει η δήλωση σ`αυτόν περί ανακλήσεως ή τον νόμιμο αντιπρόσωπο του και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και δύναται να δικαιολογήσει την ανάκληση.
Για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφενός, ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου, να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 1025/1998).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης.
Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ, 1192 και 1198 ΑΚ - ΑΠ 840/1994).
Τέλος, κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.
Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ` αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από το περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα ( ΑΠ 109/2010, Α.Π. 1060/1981, 530/1991).
Ο από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ ισχυρισμός του εναγομένου δωρεοδόχου, συνιστά καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος δωρητή που έχει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 505 του ίδιου Κώδικα και πρέπει να προτείνεται προσηκόντως και να επαναφέρεται νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτόν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Κωνσταντίνου Δεληγιάννη, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών (τόμος ..., αριθμός …), ο γεννηθείς κατά το έτος 1943 πρώτος των εναγόντων (πρώτος αναιρεσείων) Σ.
Ε. του Σ. και η γεννηθείσα κατά το έτος 1936 δεύτερη ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσείουσα) σύζυγός του Φ. Ε. του Θ., κατέστησαν λόγω αγοράς συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ποσοστού 4,88% εξ αδιαιρέτου επί του κειμένου στο αγρόκτημα της περιοχής ... του Δήμου Γιαννιτσών, υπ' αριθ. 154 αρτίου και οικοδομήσιμου αγροτεμαχίου, το οποίο έχει εμβαδό 25.306 τετραγωνικά μέτρα και συνορεύει βορείως με πλευρά 131,60 γραμμικών μέτρων με το υπ' αριθ. 148 αγροτεμάχιο, νοτίως με πλευρά 193,18 γραμμικών μέτρων με το υπ' αριθ. 158 αγροτεμάχιο, ανατολικώς με πλευρά 164,15 γραμμικών μέτρων με επαρχιακή οδό ...-Γιαννιτσών και δυτικώς με πλευρά 162,08 γραμμικών μέτρων με αγροτική οδό.
Επί του ως άνω ακινήτου κατά το έτος 2002, οι ενάγοντες ανήγειραν διώροφη οικοδομή, η οποία αποτελείται από ισόγειο και πρώτον πάνω από το ισόγειο όροφον, συνολικού εμβαδού 120 τετραγωνικών μέτρων περίπου, ενώ η συνολική αξία της εν λόγω κατοικίας και του προαναφερθέντος εξ αδιαιρέτου ποσοστού των εναγόντων επί του ως άνω ακινήτου ανέρχεται σε 150.000,00 ευρώ.
Ακολούθως, με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Ανθούλας Σιγκούδη-Ψάρρη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών στον τόμο ..., με αριθμό …, οι ενάγοντες, που από τον γάμο τους δεν απέκτησαν τέκνα, μεταβίβασαν και παρέδωσαν στον γεννηθέντα το έτος 1973 εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) ανεψιό τους (δεδομένου ότι ο τελευταίος τυγχάνει γιός του αδελφού του πρώτου των εναγόντων), "λόγω δωρεάς χωρίς αντάλλαγμα σε ένδειξη της προς αυτόν αγάπη τους και την από μέρους του δωρεοδόχου αφοσίωσης" την ψιλή κυριότητα του ως άνω αγροτεμαχίου με την επ' αυτού υπάρχουσας διώροφη οικοδομή, "παρακρατώντας την επικαρπία υπέρ αυτών και μετά τον θάνατό τους θα περιέλθει στον δωρεοδόχο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή", όπως επί λέξει καταγράφηκε στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο.
Στο ίδιο συμβόλαιο καταχωρήθηκε ακόμη ότι οι ενάγοντες "... παραιτούνται από κάθε δικαίωμα ανάκλησης ή προσβολής της δωρεάς αυτής και αναγνωρίζουν ότι αυτή γίνεται από ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας...". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους ενάγοντες που όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν είχαν αποκτήσει δικά τους τέκνα και όταν οι τελευταίοι αποφάσισαν να προβούν στην ανέγερση της ως άνω διωρόφου οικοδομής συνέβαλε και αυτός οικονομικά αλλά και παρέχοντας την προσωπική του εργασία, καθόσον ασχολείται με οικοδομές και εργολαβικές εργασίες.
Ειδικότερα, κατά το έτος 2002 ο εναγόμενος αγόρασε στους ενάγοντες ηλεκτρική κουζίνα, ενώ στις 10-6-2003 με δική του επιταγή ποσού 3.794,32 ευρώ, εξοφλήθηκε το τίμημα του λέβητα και των καλοριφέρ που εγκαταστάθηκαν στην παραπάνω κατοικία των εναγόντων (βλ. το σχετικό έγγραφο του Προμηθευτικού Παραγωγικού Συνεταιρισμού Θερμοϋδραυλικών Γιαννιτσών).
Ακόμη, επειδή οι ενάγοντες αδυνατούσαν να καταβάλουν την αξία του σκυροδέματος που είχε χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή της εν λόγω κατοικίας τους, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το υπόλοιπο της σχετικής οφειλής ύψους 2.760,81 ευρώ σε δόσεις που άρχισε να καταβάλει από 4-6-2005 και εφεξής, η τελευταία μάλιστα καταβολή έγινε εκ μέρους του στις 17-9-2008 (βλ.
τις σχετικές καρτέλες της εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Β. ΑΒΕΕ). Επί πλέον, το Πάσχα του έτους 2007 ο εναγόμενος και η σύζυγός του Κ. Π. του Φ., αγόρασαν γύψινα κολωνάκια, τα οποία ακολούθως τοποθέτησαν οι ίδιοι στον πρώτο όροφο της ως άνω οικοδομής, ενώ την ίδια χρονική περίοδο ο πρώτος των εναγόντων αγόρασε φωτιστικά αξίας 450,00 ευρώ που τοποθετήθηκαν στην περίφραξη και στον πρώτο όροφο της αυτής ως άνω κατοικίας και την σχετική δαπάνη αγοράς τους κατέβαλε ο εναγόμενος (βλ.
την από 28-5-2007 απόδειξη πληρωμής του Ι. Κ.), ενώ ο τελευταίος την 1-9-2007 προέβη και στην αγορά ενός πλυντηρίου ρούχων αξίας 239,00 ευρώ που παρέδωσε στους ενάγοντες (βλ. την υπ' αριθ. 2071/1-9-2007 απόδειξη της εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Ο. ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "expert"). Κατά το Δεκέμβριο του έτους 2007, οι ενάγοντες θέλησαν να ανακαινίσουν το εσωτερικό της ως άνω κατοικίας τους και την αξία των σχετικών υλικών που αγοράσθηκαν εκ μέρους τους, ύψους 2.606,02 ευρώ κατέβαλε ο εναγόμενος (βλ.
τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ... και ... τιμολόγια της εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Κ. & Σία Ο.Ε."), ο οποίος κατέβαλε ακόμη και το χρηματικό ποσό των 1.000,00 ευρώ ως αμοιβή του τεχνίτη που τοποθέτησε τα πλακάκια στην οικία των εναγόντων. Στις 29-9-2008 οι ενάγοντες αγόρασαν τραπεζαρία με έξι καρέκλες αξίας 1.000,00 ευρώ που κατέβαλε ο εναγόμενος (βλ.
την σχετική υπ' αριθ. ... απόδειξη του Μ. Α.). Την περίοδο του Πάσχα του έτους 2008 ο πρώτος των εναγόντων αγόρασε μπογιές για τον ελαιοχρωματισμό της παραπάνω διώροφης κατοικίας τους, αξίας 565,25 ευρώ που επίσης κατέβαλε ο εναγόμενος (βλ. το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο της εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Ε. & Σία ΟΕ"), ενώ κατέβαλε ακόμη και την αμοιβή, ποσού 700,00, ευρώ του ελαιοχρωματιστή, ο οποίος πραγματοποίησε την σχετική αυτή εργασία.
Εκτός όμως από την οικονομική ενίσχυση και τη βοήθεια που ο εναγόμενος προσέφερε στους ενάγοντες συγγενείς του, ενδιαφερόταν γι' αυτούς, τους συμπαραστεκόταν σε κάθε πρόβλημα που αντιμετώπιζαν και τους προσέφερε την αρωγή του, δεδομένου ότι κατά το έτος 2005 κατέβαλε στην οδοντίατρο Β. χρηματικό ποσό 2.500,00 ευρώ προκειμένου η τελευταία να εκτελέσει τις αναγκαίες και κατάλληλες εργασίες και να φροντίσει τα δόντια των εναγόντων, ενώ όταν ο πρώτος των εναγόντων ενεπλάκη με το αυτοκίνητο που οδηγούσε σε τροχαίο ατύχημα που επισυνέβη το καλοκαίρι του έτους 2007 στο ύψος της περιοχής ...
της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Γιαννιτσών, ειδοποίησε τον εναγόμενο ανεψιό του, ο οποίος μαζί με την προαναφερθείσα σύζυγό του μετέβησαν αμέσως στον τόπο του ατυχήματος και η τελευταία μετέφερε την δεύτερη ενάγουσα και την αδελφή του πρώτου των εναγόντων που επέβαιναν στο παραπάνω αυτοκίνητο και είχαν τραυματισθεί ελαφρά για νοσηλεία στο Νοσοκομείο Γιαννιτσών, ενώ ο εναγόμενος παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μαζί με τον πρώτο των εναγόντων θείο του και ακολούθως φρόντισε να μεταφερθεί το αυτοκίνητο του τελευταίου για επισκευή στο συνεργείο του Γ.
Κ, στον οποίο κατέβαλε το σχετικό κόστος επισκευής που ανήλθε στο ποσό των 2.500,00 ευρώ. Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 - 2007 ο εναγόμενος κατέβαλε χρηματικό ποσό 180,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ στις 9-11-2007 κατέβαλε το χρηματικό ποσόν των 14.000,00 ευρώ, προκειμένου να εξοφληθεί το δάνειο που είχαν λάβει οι ενάγοντες από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS AE" προκειμένου να εξοφληθεί το τίμημα του αυτοκινήτου που είχαν αγοράσει (βλ.
την από 24-9-2010 βεβαίωση εξοφλήσεως, την οποία εξέδωσε η τράπεζα). Ο εναγόμενος ακόμη στην προσπάθειά του να συμπαρασταθεί στους ενάγοντες συγγενείς του, να τους διευκολύνει οικονομικώς αλλά και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβιώσεώς τους, φρόντιζε πάντα να εξοφλεί τις οφειλές των εναγόντων στην Δημοσία Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος και στην Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης-Αποχέτευσης Γιαννιτσών, όπως προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις που προσκόμισε ο εναγόμενος, ενώ σε τακτά χρονικά διαστήματα ο τελευταίος έδινε χρήματα στους ενάγοντες για την αντιμετώπιση των διαφόρων αναγκών τους.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών κατέβαλε την αξία του πετρελαίου που αυτοί κατανάλωναν για την θέρμανσή τους και ανελάμβανε τα έξοδα των καλοκαιρινών διακοπών τους, ενώ μαζί με την σύζυγό του, η οποία σημειωτέον πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη, αλλά και τα δύο ανήλικα τέκνα τους επισκέπτονταν συνεχώς τους ενάγοντες στην παραπάνω κατοικία τους.
Ακόμη, ο εναγόμενος επί σειράν ετών απασχολούσε τον πρώτο ενάγοντα θείο του στις οικοδομικές εργασίες που ο ίδιος ανελάμβανε με το συνεργείο του που διατηρούσε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, εξασφαλίζοντας έτσι εργασία σ' αυτόν και φρόντιζε παράλληλα να συμπληρώσει τα απαιτούμενα ένσημα ώστε να συνταξιοδοτηθεί (βλ.
τα προσκομισθέντα σχετικά έγγραφα του ΙΚΑ). Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές, ότι οι διάδικοι συνδέονταν στενά μεταξύ τους και οι ενάγοντες αγαπούσαν τον εναγόμενο λόγω της συμπεριφοράς που επεδείκνυε σ' αυτούς, αφού και οι ίδιοι στις από 24-1-2013 έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομίμως και εμπροθέσμως κατέθεσε ο προαναφερθείς πληρεξούσιος δικηγόρος τους στην γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 25-1-2013, αναγράφονται στη σελίδα 4 μεταξύ άλλων επί λέξει και τα εξής: "...
Επειδή πράγματι ο εκκαλών μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008, εκπλήρωνε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις που ανέλαβε απέναντί μας, δηλαδή κατέβαλε τα έξοδα θέρμανσης κατά τη χειμερινή περίοδο, τα έξοδα τηλεφώνου, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και με τον τρόπο αυτό, μαζί με τα χρήματα που μας κατέβαλε για την εργασία που του προσέφερα ο 1ος από εμάς τους εφεσίβλητους, καλύπταμε σε μεγάλο βαθμό τις βιοποριστικές μας ανάγκες, ενώ ήταν συχνότατες οι επισκέψεις του με την οικογένειά του στην προαναφερόμενη κατοικία μας, όπου και τους φιλοξενούσαμε και φροντίζαμε τα παιδιά τους και τους ίδιους (φαγητό, παιχνίδι στην αυλή κλπ), κάνοντάς μας με τον τρόπο αυτό να αισθανόμαστε ασφάλεια και σιγουριά για τα γεράματά μας, ενώ ο εκκαλών πάντα μας επαναλάμβανε με κατηγορηματικό τρόπο την φράση "Θείο - θεία μη στεναχωριέστε για τίποτα, εμείς είμαστε εδώ....!!!".
Ενόψει των προαναφερθέντων καθίσταται πρόδηλον ότι η παραπάνω δωρεά έλαβε χώρα εκ μέρους των εναγόντων από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας των εναγόντων προς τον εναγόμενο ανεψιό τους λόγω του ειλικρινούς ενδιαφέροντος που είχε επιδείξει γι' αυτούς, αλλά και των φροντίδων και υπηρεσιών που τους παρείχε επί σειρά ετών και όχι επειδή ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να περιποιείται και να διατρέφει τους ενάγοντες εφ' όρου ζωής, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι τελευταίοι.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι το καλοκαίρι του έτους 2008, ο πρώτος των εναγόντων υπέβαλε τα σχετικά δικαιολογητικά στον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα και συγκεκριμένα στο ΙΚΑ, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος αλλά οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού τον ενημέρωσαν ότι δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος όπως επιθυμούσε, καθόσον του έλειπαν οκτώ χρόνια ασφαλίσεως και η εκ μέρους του εξαγορά των σχετικών απαιτούμενων ασφαλιστικών ενσήμων θα κόστιζε 10.000,00 ευρώ περίπου.
Τότε ο πρώτος των εναγόντων ζήτησε από τον εναγόμενο ανεψιό του να του δώσει αμέσως το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την εξαγορά του συνόλου των εν λόγω ενσήμων που απαιτούνταν για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος. Κατά το παραπάνω όμως χρονικό διάστημα παρουσιάστηκε σημαντική πτώση των οικοδομικών εργασιών, ενώ ο εναγόμενος μαζί με την προαναφερθείσα σύζυγό του είχαν αποκτήσει και το δεύτερο ανήλικο τέκνο τους και για τους λόγους αυτούς ο εναγόμενος δεν βρισκόταν σε οικονομική κατάσταση που να του επιτρέπει να καταβάλει αμέσως στον πρώτο ενάγοντα θείο του το ως άνω αιτηθέν εκ μέρους του χρηματικό ποσό και ζήτησε απ' αυτόν να του δώσει μικρή πίστωση χρόνου για να αναλάβει και αυτή την οικονομική επιβάρυνση.
Ο τελευταίος όμως δυσαρεστήθηκε και χολώθηκε παρότι ο εναγόμενος δεν σταμάτησε να τον βοηθά οικονομικά, όσο βέβαια μπορούσε, καταβάλλοντας διάφορα χρηματικά ποσά για οφειλές των εναγόντων όπως ήδη αναφέρθηκε και μετά ταύτα διακόπηκαν και οι συνεχείς επισκέψεις του εναγομένου και της οικογένειάς του στην οικία των εναγόντων.
Στη συνέχεια, η Μ. Ε.-Χ., η οποία τυγχάνει κουνιάδα του πρώτου των εναγόντων και αδελφή της δεύτερης ενάγουσας, έδωσε στον πρώτο των εναγόντων το απαιτούμενο για την εκ μέρους του αγορά των ασφαλιστικών ενσήμων χρηματικό ποσό, ύψους 8.275,92 ευρώ (βλ. σχετικώς το υπ' αριθ. ... αντίγραφο γραμματίου εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος) και τελικώς από το έτος 2012 χορηγείται στον πρώτο των εναγόντων από τον προαναφερθέντα ασφαλιστικό φορέα (ΙΚΑ) μηνιαία σύνταξη ύψους 719,65 ευρώ.
Οι ενάγοντες, ενώ παραδέχονται ότι οι σχέσεις τους με τον εναγόμενο ανεψιό τους ήταν άριστες, ότι τους συνέδεε ιδιαίτερος ψυχικός δεσμός και ότι ο τελευταίος τους βοηθούσε και τους συμπαραστεκόταν σαν παιδί τους, εν τούτοις ισχυρίζονται ότι από το καλοκαίρι του έτους 2008 και εφεξής άλλαξε η συμπεριφορά του απέναντί τους και έπαψε να τους βοηθά αλλά και να ενδιαφέρεται γι' αυτούς και με την από 1-6-2009 εξώδικη δήλωσή τους, η οποία επιδόθηκε νομίμως στον εναγόμενο στις 12-6-2009, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...
έκθεση επιδόσεως του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή ..., ανακάλεσαν την προαναφερθείσα προς αυτόν δωρεά. Συγκεκριμένα, με την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή τους οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι ενώ η παραπάνω δωρεά έγινε ύστερα από ρητή υπόσχεση και δέσμευση του εναγομένου να τους φροντίζει και να τους διατρέφει εφ' όρου ζωής, αυτός (δηλαδή ο εναγόμενος) από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 και εφεξής, έπαψε να επιδεικνύει ενδιαφέρον γι' αυτούς καθώς επίσης και σταμάτησε να τους παρέχει οικονομική βοήθεια εκτός από "κάποιες σποραδικές χρηματικές καταβολές που έγιναν στις 10-9-2008 από 200 ευρώ, περί τα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους πάλι από 200 ευρώ και στις 6-12-2008 επίσης 200 ευρώ", όπως επί λέξει αναφέρεται στην εν λόγω εξώδικη δήλωση και έκτοτε επέδειξε πλήρη αδιαφορία γι' αυτούς και σταμάτησε να συμμετέχει χρηματικά στην κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών, ενώ η ως άνω εξώδικη δήλωση καταλήγει με το εξής περιεχόμενο: "Επειδή με την αντικοινωνική και ηθικά αποδοκιμαστέα συμπεριφορά σας παραβιάσατε την συμβατική σας υποχρέωση για διατροφή και περίθαλψή μας εφ' όρου ζωής.
Επειδή για τους παραπάνω λόγους, οι οποίοι συνιστούν λόγους αχαριστίας σύμφωνα με το άρθρο 505 ΑΚ, αθετήσατε την υποχρέωσή σας για διατροφή μας, σας δηλώνουμε ότι ανακαλούμε την προαναφερόμενη με αριθμό συμβολαίου ... δωρεά προς εσάς λόγω αχαριστίας προς το πρόσωπό μας, ενώ παράλληλα σας καλούμε να συμπράξετε για την αναμεταβίβαση του δωρηθέντος ακινήτου κατά την ψιλή κυριότητα σ' εμάς τους δωρητές....".
Στο σημείο αυτό πρέπει ακόμη να αναφερθεί, ότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η ως άνω δωρεά προς τον εναγόμενο έγινε εκ μέρους των εναγόντων ύστερα από την υπόσχεσή του να τους διατρέφει εφ' όρου ζωής τους, η παραπάνω περιγραφόμενη συμπεριφορά του προς τους ενάγοντες συγγενείς του δεν είναι προσβλητική, ούτε συνιστά βαρύ παράπτωμα και μάλιστα αποδοκιμαστέο και βεβαίως, δεν αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς αυτούς, ενώ δεν αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και συνεπώς, δεν στοιχειοθετεί αντικειμενικώς αχαριστία, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, που δικαιολογεί την ανάκληση της παραπάνω δωρεάς>>.
Με βάση τις παραπάνω σκέψεις του το Εφετείο, αφού κατ' αρχήν, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, έκρινε ότι η παραπάνω δωρεά των αναιρεσειόντων (εναγόντων) προς τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας, ώστε να μην χωρεί ανάκλησή της, και ακολούθως, ότι δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου προς τους αναιρεσείοντες που να συνιστά αντικειμενικώς βαρύ παράπτωμα και αχαριστία απέναντί τους, κατά τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, που να δικαιολογεί την ανάκληση της επίδικης δωρεάς, εν συνεχεία, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής, δέχθηκε ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της αχαριστίας από βαρύ παράπτωμα του αναιρεσείοντος απέναντι στους αναιρεσίβλητους που δικαιολογούσαν την ανάκληση εκ μέρους των τελευταίων της επίδικης δωρεάς, και ακολούθως (το Εφετείο), αφού κράτησε την αγωγή και ερεύνησε αυτή κατ' ουσίαν, απέρριψε την τελευταία (αγωγή), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505 και 512 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό του άρθρου 512 του ΑΚ, ότι η επίδικη δωρεά από τους αναιρεσείοντες προς τον αναιρεσίβλητο έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας, ώστε να μην χωρεί ανάκλησή της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα: α) Ότι με το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Ανθούλας Σιγκούδη-Ψάρρη, που μεταγράφηκε νομίμως, οι ενάγοντες, που από τον γάμο τους δεν απέκτησαν τέκνα, μεταβίβασαν και παρέδωσαν στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) ανεψιό τους (δεδομένου ότι ο τελευταίος τυγχάνει γιός του αδελφού του πρώτου των εναγόντων), "λόγω δωρεάς χωρίς αντάλλαγμα σε ένδειξη της προς αυτόν αγάπη τους και την από μέρους του δωρεοδόχου αφοσίωσης" την ψιλή κυριότητα του ως άνω αγροτεμαχίου με την επ' αυτού υπάρχουσα διώροφη οικοδομή, "παρακρατώντας την επικαρπία υπέρ αυτών και μετά τον θάνατό τους θα περιέλθει στον δωρεοδόχο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή", με την ειδικότερη αναφορά στο συμβόλαιο αυτό ότι οι ενάγοντες δωρητές "...
παραιτούνται από κάθε δικαίωμα ανάκλησης ή προσβολής της δωρεάς αυτής και αναγνωρίζουν ότι αυτή γίνεται από ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας...", και β) ότι ο εναγόμενος, τόσον πριν από την ως άνω δωρεά προς αυτόν, όσον και μετά την τελευταία, χωρίς να έχει αναλάβει καμιά υποχρέωση για την διατροφή των εναγόντων δυνάμει του άνω δωρητηρίου συμβολαίου, ούτε να προσδοκά ο,τιδήποτε από τους ενάγοντες, αλλά οι τελευταίοι να προσδοκούν απ' αυτόν, ενόψει του ειλικρινούς ενδιαφέροντος που τους επεδείκνυε και της στενής σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, ώστε να τον θεωρούν σαν παιδί τους, λόγω των φροντίδων και υπηρεσιών που τους παρείχε επί σειρά ετών, οι οποίες αναλυτικά αναφέρονται ανωτέρω, και των συνεχών επισκέψεων αυτού με την οικογένειά του στην οικία τους, κάνοντάς τους με τον τρόπο αυτό να αισθάνονται ασφάλεια και σιγουριά για τα γεράματά τους, όπως και οι ίδιοι αποδέχονται και ομολογούν, σε τρόπον ώστε, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλλομένης, και κατ' ορθήν υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας σ' αυτές, η επίδικη δωρεά να πληρεί το πραγματικό των αόριστων νομικών εννοιών του ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και να δικαιολογεί την από λόγους ευπρέπειας παροχή της δωρεάς αυτής, ενόψει του στενού συγγενικού δεσμού των διαδίκων και της ιδιαίτερης αλληλεγγύης και συμπαράστασης με κάθε τρόπο που επεδείκνυε ο εναγόμενος προς τους ενάγοντες με ανιδιοτελή κίνητρα, παράλληλα δε να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες, στις απαιτήσεις της κοινής γνώμης και στην κοινωνική υποχρέωση που είχαν οι ενάγοντες έναντι του εναγομένου, ώστε να μη χωρεί ανάκληση της δωρεάς που έκαναν προς αυτόν.
Εξάλλου, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στη συμπεριφορά του εναγομένου-αναιρεσίβλητου, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάκληση της ανωτέρω δωρεάς, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, καθόσον από τις παραδοχές αυτές, δεν θεμελιώνονται οι αόριστες νομικές έννοιες της "αχαριστίας" και του "βαρέως παραπτώματος" του δωρεοδόχου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπήρξε καμιά αδιαφορία χωρίς σοβαρό λόγο του εναγομένου δωρεοδόχου για την τύχη των εναγόντων δωρητών όταν οι τελευταίοι είχαν ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, ούτε υπήρξε καταφρόνηση με λόγο ή έργο προς αυτούς, αλλ' αντιθέτως, μολονότι η δωρεά προς τον εναγόμενο δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής τους, ο τελευταίος (εναγόμενος), όταν αυτοί αποφάσισαν να προβούν στην ανέγερση της ως άνω διώροφης οικοδομής συνέβαλε οικονομικά αλλά και με την παροχή της προσωπικής του εργασίας, λόγω της ενασχόλησής του με οικοδομές και εργολαβικές εργασίες, διατηρώντας μάλιστα συνεργείο με προσωπικό προς τούτο, πλήρωσε οφειλές τους για υλικά της οικοδομής, τους αγόρασε διάφορες ηλεκτρικές συσκευές και άλλα ηλεκτρικά είδη για την κατοικία τους, τους ενίσχυε συνεχώς με διάφορα χρηματικά ποσά για βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, αποπλήρωσε οφειλή τους προς την τράπεζα, ποσού 14.000 ευρώ, για δάνειο που είχαν λάβει για την αγορά αυτοκινήτου, προσέτρεξε αμέσως μαζί με την σύζυγό του όταν τους συνέβη τροχαίο ατύχημα και ανέλαβε την περίθαλψη των επιβαινόντων στο αυτοκίνητο που τραυματίσθηκαν ελαφρά, καθώς και την επισκευή του αυτοκινήτου τους, απασχολούσε τον πρώτο ενάγοντα στις εργασίες που ανελάμβανε ως εργολάβος οικοδομών παρέχοντας σ' αυτόν εργασία και ενισχύοντας έτσι το εισόδημά του, κυρίως όμως του επέτρεπε κατ' αυτόν τον τρόπο να συμπληρώσει τα απαιτούμενα ασφαλιστικά ένσημα προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, πλήρωνε τους λογαριασμούς τους στους οργανισμούς κοινής οφελείας, καθώς και το πετρέλαιο που κατανάλωναν τους χειμερινούς μήνες για την θέρμανσή τους, τους παρείχε τα αναγκαία χρηματικά ποσά για τις καλοκαιρινές τους διακοπές, δαπάνησε σημαντικά ποσά όταν αυτοί θέλησαν να ανακαινίσουν την άνω κατοικία τους, κάλυπτε σε μεγάλο βαθμό τις βιοποριστικές τους ανάγκες, ενώ ήταν συχνότατες οι επισκέψεις του με την οικογένειά του στην προαναφερόμενη κατοικία τους, κάνοντάς τους με τον τρόπο αυτό να αισθάνονται ασφάλεια και σιγουριά για τα γεράματά τους, η παραπάνω δε περιγραφόμενη συμπεριφορά του εναγομένου προς τους ενάγοντες συγγενείς του, όχι μόνον δεν συνιστά αχαριστία και βαρύ παράπτωμα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλ' αντιθέτως αποδεικνύει τα βαθιά αισθήματα αγάπης και ευγνωμοσύνης που έτρεφε προς αυτούς, ώστε να μην στοιχειοθετείται αντικειμενικώς αχαριστία, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, που δικαιολογεί την ανάκληση της παραπάνω δωρεάς.
Ούτε, όμως, συνιστούσε αχαριστία και βαρύ παράπτωμα του εναγομένου το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να πληρώσει αμέσως τα ασφαλιστικά ένσημα του πρώτου ενάγοντος για διάστημα οκτώ ετών, αξίας 8.275,92 ευρώ, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί αυτός από το ΙΚΑ, όταν το καλοκαίρι του 2008 του ζήτησε να ικανοποιήσει το αίτημα του αυτό, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν αρνήθηκε και την εν λόγω παροχή προς τον ενάγοντα, μολονότι κατά το δωρητήριο συμβόλαιο δεν ήταν υποχρεωμένος προς τούτο, αλλ' αντιθέτως, δήλωσε προς αυτόν προσωρινή αδυναμία να προβεί άμεσα στην πληρωμή του άνω ποσού, ενόψει του ότι το παραπάνω χρονικό διάστημα παρουσιάστηκε σημαντική πτώση των οικοδομικών εργασιών, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο είχε αποκτήσει και το δεύτερο τέκνο του και για τους λόγους αυτούς δεν βρισκόταν σε οικονομική κατάσταση που να του επιτρέπει να καταβάλει αμέσως στον πρώτο ενάγοντα θείο του το ως άνω αιτηθέν εκ μέρους του χρηματικό ποσό και ζήτησε απ' αυτόν να του δώσει μικρή πίστωση χρόνου για να αναλάβει και αυτή την οικονομική επιβάρυνση, ενώ παράλληλα, μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του 2008 εξακολούθησε να ενισχύει τους ενάγοντες οικονομικά με διάφορα χρηματικά ποσά, στο μέτρο που επέτρεπαν αυτό οι οικονομικές του δυνατότητες.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα (της μη ύπαρξης λόγου ανάκλησης της επίδικης δωρεάς), οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά τις εις αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, της μη ύπαρξης λόγου ανάκλησης της επίδικης δωρεάς, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς το παραπάνω ζήτημα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 20-12-2013 αίτηση των Σ. Ε. του Σ. και Φ. συζύγου Σ. Ε., το γένος Θ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 428/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2013 αίτηση των Σ. Ε. του Σ. και Φ. συζύγου Σ. Ε., το γένος Θ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 428/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ