Supreme Court dismisses appeal on property title transfer, ruling lower court correctly interpreted survey documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property title dispute. The appellant argued the lower court erred in interpreting survey documents and failed to consider specific evidence, but the court found no diagnostic error in its evaluation. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033 and 559 of the Civil Code; The transfer of real property ownership requires a notarized agreement, and appellate courts must correctly interpret survey documents rather than substitute their own assessment for the lower court's evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2054 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2054/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΥΡΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "MYΡΩΝ AE" που εδρεύει στη Νήσο Πάρο του Νομού Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ANDOREX CORPORATION", που εδρεύει στον Παναμά και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ψ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάβδα ο οποίος ανακάλεσε την από 19-6-2009 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε : 1. με την από 20-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, 2. με την από 19-1-2001 ανακοίνωση δίκης των "Antorex Corporation S.A.", ... και Ψ και 3. με την από 28-2-2001 κύρια παρέμβαση της "ΜΥΡΩΝ-ανώνυμη, τουριστική - ξενοδοχειακή εμπορική και κατασκευαστική εταιρεία, που κατατέθηκαν στο Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2003 μη οριστική, 223/2007 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 11-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι, Κατά το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μια από τις προϋποθέσεις για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με4 σύμβαση είναι ότι και ο μεταβιβάζων ήταν κύριος του ακινήτου.
Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή, να ταυτίζεται με εκείνο που αναφέρεται στον επικαλούμενο τίτλο. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν αυτή (απόφαση) περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες, ούτε αν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου ή την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή και ειδικότερα με την τοποθεσία του επίδικου ακινήτου και με το εάν αυτό (επίδικο), όπως περιγράφεται στην αγωγή, ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στον τίτλο της ενάγουσας, τα ακόλουθα: "Το επίδικο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." τής περιφέρειας τής Κοινότητας και τέως Δήμου ...
τής νήσου ..., έχει εμβαδό 849,98 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 22-4-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... υπό τα στοιχεία 8 -9- 10-11- 12- 13- 14- 15- 16- 17- 8. Συνορεύει δε, βορείως σε πλευρά μήκους 39,55 μ και με τα στοιχεία 8 -9-10 -11 -12- 13 - 14 με διερχόμενο αγροτικό δρόμο, νοτίως σε πλευρά μήκους 39,81 μ και με τα στοιχεία 15 -16 -17 με εκτεινόμενη παραλία, ανατολικώς σε πλευρά μήκους 23 μ.
και με τα στοιχεία 14-15 με όμορο ακίνητο, που ανήκε στους εναγομένους και δυτικώς σε πλευρά και με τα στοιχεία 17-8 με την υπόλοιπη ιδιοκτησία τής ενάγουσας. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, η οποία ανήκε αρχικά στην κυριότητα τού Ζ, απώτερου δικαιοπάροχου των διαδίκων μερών, στον οποίο είχε περιέλθει με αγορά από το .., δυνάμει τού υπ' αριθ. ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου τού συμβολαιογράφου Αθηνών Ηρακλέους Π. Σαϊτάνη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου της Πάρου (τόμος 57 και αριθμός 39). Στον τελευταίο δε, είχε περιέλθει ολόκληρη η έκταση από κληρονομιά του πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1954 και συγκεκριμένα, δυνάμει της υπ' αριθ. 6357/17.8.1943 δημόσιας διαθήκης τούτου, η οποία συντάχθηκε ενώπιον τού συμβολαιογράφου της Πάρου Θεόδωρου Π.
Κονταράτου και δημοσιεύθηκε, μετά ταύτα, νόμιμα με το από 30.6.1945 πρακτικό τού Πρωτοδικείου Σύρου, γεγονότα, άλλωστε, τα οποία συνομολογούνται από τα διάδικα μέρη. Έτσι, ο Ζ κατέστη κύριος ολόκληρης της ανωτέρω εκτάσεως με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με βάση τους προαναφερόμενους τίτλους, αλλά και με πρωτότυπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα τής τακτικής χρησικτησίας (αρθ. 1041 ΑΚ), αφού με την προσμέτρηση και τού χρόνου τού δικαιοπαρόχου του νεμόταν αυτή πέραν τής δεκαετίας, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη και σε συνάφεια με τους ίδιους τίτλους.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι το έτος 1964 αυτός κατάρτισε σύμβαση με την ενάγουσα, Χ, με την οποία πώλησε και μεταβίβασε σ' αυτή την κυριότητα τμήματος από την προαναφερόμενη συνολική έκταση, εμβαδού 2.000 τ.μ., δυνάμει του υπ' αριθ. 2881/31.10.1964 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου της Πάρου Ιωάννη Κ, Γράβαρη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα ίδια πιο πάνω βιβλία μεταγραφών τού Υποθηκοφυλακείου της Πάρου (τόμος 58 και αριθμός 35).
Το συμβόλαιο αυτό προσδιορίζει το πωλούμενο ακίνητο κατά τον εξής τρόπο, που αποτελεί σημείο αναφοράς στην ένδικη υπόθεση: "... τμήμα εκ τού ανωτέρω αναφερομένου αγρού προς το νοτιοδυτικό μέρος, εκτάσεως δυο στρεμμάτων ή δύο χιλιάδων τ.μ., συνορευόμενον επί πλευράς μέτρων ογδοήκοντα εννέα (89.00) με ιδιωτικήν οδόν και με τον υπόλοιπον αγρόν ιδίου πωλητού, νοτίως επί πλευράς μέτρων ογδοήκοντα εννέα με παραλία, ανατολικώς επί πλευράς μέτρων είκοσι τριών (23.00) με τον υπόλοιπον αγρόν ιδίου πωλητού και δυτικώς επί πλευράς μέτρων είκοσι τριών (23.00) με παραλίαν...".
Με βάση το ως άνω περιεχόμενο τού συμβολαίου, προκύπτει, κατά την κρίση τού Δικαστηρίου, ότι οι δηλώσεις βουλήσεως αμφοτέρων των συμβληθέντων μερών συνέπεσαν σαφώς και αναμφιβόλως και μάλιστα χωρίς να προκύπτει απολύτως κανένα κενό, αλλ' ούτε και ασάφεια· αυτό υπήρξε πράγματι προϊόν της πραγματικής (αληθινής) βουλήσεως τους και αποσκοπήθηκε, επίσης, από αυτούς κατά τρόπο συγκεκριμένο και σαφή η γενομένη πώληση από το Ζ προς την ενάγουσα, Χ, τού παραπάνω ακινήτου, ως τμήματος τής υπάρχουσας εκεί μεγαλύτερης έκτασης.
Ειδικότερα, κατά την αναμφίβολη και χωρίς κανένα κενό, ούτε και καμία ασάφεια βούληση των ως άνω - βορείως το πωληθέν ακίνητο συνορεύει με διερχόμενη ιδιωτική οδό, αλλά και με τον υπόλοιπο αγρό τού ιδίου πωλητή, σε πλευρά συνολικού μήκους 89.00 μ, Συνεπώς, η εν λόγω πλευρά τού πωληθέντος ακινήτου εφάπτεται προς δύο ακίνητα, που είναι, επίσης, αναμφιβόλως ο προς τα επάνω διερχόμενος δρόμος και, ακολούθως, με την πλευρά την εκτεινόμενη μέχρι το νότο, συνορεύει με το υπόλοιπο όμορο ακίνητο τού πωλητή.
Επαναλαμβάνεται, ότι ως προς τα ανωτέρω που δέχεται το Δικαστήριο δεν υπάρχουν ούτε ασάφειες ούτε αμφίβολα σημεία, ώστε εντεύθεν να μη χρειάζεται καθόλου η προσφυγή τού Δικαστηρίου στους ερμηνευτικούς κανόνες των αρθ. 173 και 200 ΑΚ. Ωστόσο, όμως, το Δικαστήριο κρίνει, ότι απαραίτητη είναι η προσφυγή αυτού στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αναφορικά, με τα όσα (ως ανωτέρω, ειδικότερα) εκτίθενται στο ίδιο συμβόλαιο, διότι έστω και εμμέσως προκύπτουν ως προς αυτά κάποιες ασάφειες και αμφίβολα σημεία.
Ειδικότερα: Με βάση το προπαρατιθέμενο (κατά λέξη) περιεχόμενο του άνω συμβολαίου οι εκ των διαδίκων ενάγουσα και κυρίως παρεμβάσα διαφοροποιούνται, ως προς την πραγματική (αληθινή) θέση του επιδίκου ακινήτου ως εξής: α) Η πρώτη (ενάγουσα) τοποθετεί αυτό, στη βόρεια πλευρά τού μείζονος ακινήτου, στηριζόμενη στην "απλή" αναφορά στο άνω συμβόλαιο, ότι συνορεύεται (το επίδικο) "...
επί πλευράς μέτρων ογδοήκοντα εννέα (89.00) με ιδιωτική οδό και με υπόλοιπον αγρόν ιδίου πωλητή...".β) η δεύτερη (κυρίως παρεμβάσα) τοποθετεί, αντιθέτως, ολόκληρο το επίδικο, προς τη νότια πλευρά τού μείζονος ακινήτου του άνω πωλητή. Προς τούτο, αναφέρεται ειδικώς στην εξής φράση τού εν λόγω συμβολαίου και δη περί τού ότι το επίδικο, κατά λέξη (όπως στο συμβόλαιο αυτό) συνορεύει: "...νοτίως επί πλευράς μέτρων ογδοήκοντα εννέα με παραλία, ανατολικώς επί πλευράς μέτρων 23.00 με τον υπόλοιπον αγρόν ιδίου πωλητή και δυτικώς επί πλευράς μέτρων ... (23,00) με παραλίαν...".
Ενόψει των άνω ασαφειών ωσαύτως δε και αμφίβολων σημείων, στο πιο πάνω συμβόλαιο, ως προς την πραγματική θέση του επίδικου τμήματος, στον προαναφερόμενο, μείζονος εκτάσεως αγρό του άνω πωλητή, το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις, πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις των "αρθ. 173 και 200 ΑΚ, και στηριζόμενο και σε όλα τα προαναφερόμενα εκτός του συμβολαίου αυτού αποδεικτικά μέσα και στοιχεία κρισιολογεί και εκτιμά ως ακολούθως:
Α) Ότι δεν καθόρισαν οι άνω συμβαλλόμενοι σαφώς το βόρειο σύνορο του επιδίκου, καθόσον τούτο ουδόλως προσδιορίζεται στο συμβόλαιο αυτό. Αντιθέτως, το αναφερόμενο κατά λέξη, ότι "... τμήμα εκ του ανωτέρω αναφερομένου αγρού, προς νοτιοδυτικό μέρος εκτάσεως δύο στρεμμάτων..., σννορευόμενον επί πλευράς μέτρων (89.00) με ιδιωτικήν οδόν και με τον υπόλοιπον αγρόν ιδίου πωλητού...", ουδόλως είναι δυνατόν να ερμηνευτεί πως αυτό (το ίδιο) το επίδικο έχει βορείως όριο (σύνορο) με την υφιστάμενη έκπαλαι αγροτική οδό (και ήδη δημοτική) πλάτους 5,5 μέτρων, με την οποία συνορεύει το μείζον ακίνητο (στο οποίο εμπεριέχεται και το επίδικο), προς κατάδειξη, δηλαδή, του βόρειου ορίου.
Β) Σε πλήρη αντίθεση προς την άνω εκδοχή που υποστηρίζει η ενάγουσα (αβασίμως και κατά πάντα αναποδείκτως) κρίνεται, ότι δηλώσεις βουλήσεως των προαναφερομένων πωλητή και αγοραστή αντίστοιχα του επίδικου αυτού τμήματος αγρού, συνέπεσαν, απολύτως μάλιστα, κατά τούτο τουλάχιστον, στο ότι, το επίδικο συνορεύει πράγματι "...
νοτίως επί πλευράς, μέτρων ... (89.00) με παραλία, ανατολικώς, επί πλευράς μέτρων ... (23,00) με τον υπόλοιπον αγρόν ιδίου πωλητού και δυτικώς επί πλευράς μέτρων είκοσι τριών (23,00) με παραλίαν ...". Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται μάλιστα, τόσο από την ένορκη κατάθεση τού μάρτυρα της κυρίως παρεμβάσας, χωρίς να αναιρείται αυτή από τις αντίθετες καταθέσεις των άλλων μαρτύρων των διαδίκων, όσον ακόμη και από όλα τα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και σκαριφήματα, μεταξύ των οποίων και εκείνο (τοπογραφικό διάγραμμα) από Ιανουαρίου 2005 τού πολιτικού μηχανικού ...
και το άνευ χρονολογίας με την ονομασία(τίτλο) "τοπογραφικό διάγραμμα ιδιοκτησίας ΜΥΡΩΝ Α.Ε. Μάρπησσας Πάρου". Ούτε δε και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης τού διορισθέντος πραγματογνώμονας ... (αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός), αλλ' ούτε ακόμη και από Απριλίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα τού πιο πάνω είναι δυνατόν να μεταβάλουν την άνω εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου, αφού, άλλωστε με τη λήψη όλων των εκτός των ως άνω αναφερομένων, εσφαλμένως ο εν λόγο τοπογράφος μηχανικός τοποθετεί το επίδικο προς τη βόρεια πλευρά του μείζονος ακινήτου, στο οποίο αυτό εμπεριέχεται και μάλιστα, ωσαύτως, εξόχως σφαλερώς με σύνορο αυτού βορείως με την εκπαλαι αγροτική και ήδη δημοτική οδό (βλ.
και αυτό το διάγραμμα). Με ένα λόγο, δηλαδή, κρίνει το δικαστήριο, ότι σύμφωνα με όλα τα ως άνω αλλά και με τη λήψη ακόμη υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής του καθ' ημέραν βίου, ως προς τέτοιες συναλλαγές, όπως και η εδώ ένδικη θα ήταν αντιφατικό, αλλά και εξωπραγματικό όλα τα προς νότον και ανατολικώς όρια(σύνορα) του επιδίκου να συνορεύουν με παραλία, η οποία κείται νοτίως, δηλαδή και ανατολικώς αυτού (τον ίδιον δηλαδή του επιδίκου) και να γίνεται, αντιθέτως, λόγος και ερμηνεία περί του ότι αυτό κείται - όλως αντιθέτως προς όλα αυτά τα ερμηνευτικά πορίσματα - στο βόρειο τμήμα του εν λόγω μείζονος ακινήτου, ώστε να συνορεύει μάλιστα με τον άνω ήδη δημοτικό δρόμο.
Κατά πάντα ταύτα, δέχεται το Δικαστήριο περί του ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των ως άνω αντισυμβληθέντων, σύμφωνα και με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συνέπεσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση στο ότι το επίδικο δεν βρίσκεται εκεί που ήδη το τοποθετεί (και αναποδείκτως) η ενάγουσα, αλλ' αντιθέτως, εκεί, που κατά τα ως άνω τοποθετείται από την κυρίως παρεμβάσα.
Παράλληλα προς τα όλα τα ανωτέρω, προκύπτει και ότι η εντός των προπεριγραφομένων ορίων έκταση έχει ακριβώς εμβαδόν 2.000 τ.μ. Σημειώνεται μάλιστα και ότι για τον καθαρισμό από τους ανωτέρω συμβαλλομένους των ορίων και του εμβαδού, δεν γίνεται από αυτούς καμία αναφορά ή μνεία - όπως σε άλλους, πλην της παρούσας περιπτώσεως, όπως, άλλωστε, συνηθίζεται στις συναλλαγές - και περί τού ότι "όσης εκτάσεως πλέον ή έλαττον ήθελε είναι".
Αξίζει επίσης, να σημειωθεί ότι από την προς νότο παραλία και με κατεύθυνση προς τα επάνω, δηλαδή, προς το βορρά, υπάρχει ένα φυσικό όριο, που είναι τα βράχια, όπως χαρακτηριστικά κατατίθεται και από το μάρτυρα ανταπόδειξης, ... τα οποία αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, το διαχωριστικό όριο των δύο ακινήτων.
Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά, συγκεκριμένα όρια δεν είχαν μεν τοποθετηθεί, αλλά η θέση του ακίνητου τής ενάγουσας ήταν συγκεκριμένη και δεδομένη....... Η ενάγουσα με την αγωγή της προβάλλει ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί τού επιδίκου ισχυριζόμενη, ότιαυτό εμπίπτει στον επικαλούμενο τίτλο της. Στηρίζει δε αυτή αφ' ενός μεν σε παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα στο παραπάνω, υπ' αριθ. ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και αφ' ετέρου σε πρωτότυπο και, ειδικότερα, με τα προσόντα τόσο τής τακτικής, αφού νέμεται και κατέχει τούτο τουλάχιστον επί δεκαετία με καλή πίστη και σε συνάφεια με τον παραπάνω τίτλο της, και σε κάθε περίπτωση, με τα προσόντα τής έκτακτης χρησικτησίας, αφού βρίσκεται στη νομή του με διάνοια κυρίου πέραν τής εικοσαετίας.
Τον ισχυρισμό της δε αυτόν στηρίζει στο ότι, σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το ακίνητο της συνορεύει με τη διερχόμενη προς βορράν οδό και σε επαφή με αυτή σε συνολικό μήκος 89,00 μ. Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός δεν είναι ορθός, σύμφωνα, άλλωστε, με όσα προεκτέθηκαν αναλυτικώς πιο πάνω και δεδομένου, ότι η βόρεια πλευρά του ακινήτου της εφάπτεται προς δύο ακίνητα, που είναι ο προς τα επάνω διερχόμενος δρόμος και, ακολούθως, κάμπτοντας προς τα κάτω με την πλευρά εκτεινόμενη μέχρι το νότο, συνορεύει με το υπόλοιπο όμοροακίνητο τού τότε πωλητή της Ζ.
Εξάλλου, αν ήταν αληθές το υποστηριζόμενο από αυτή, τότε 1) ολόκληρη η βόρεια πλευρά του ακινήτου της θα έπρεπε να εφάπτεται εξολοκλήρου με το διερχόμενο δρόμο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον τμήμα ορίου επαφής προς βορράν με το ακίνητο του πωλητή, πράγμα, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. 2) Ολόκληρη η νότια πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας δεν συνορεύει και ούτε βλέπει προς την εκτεινόμενη παραλία μήκους, επίσης, 89,00 μ., αλλά με λωρίδα του ακινήτου τού πωλητή, η οποία μόνο αυτή θα συνόρευε με την παραλία, που, όμως, δεν βρίσκει καμία λογική εξήγηση με βάση τα παραπάνω και 3) με την τοποθέτηση του ακινήτου της ενάγουσας στην υποστηριζόμενη από αυτή θέση, θα είχε ως αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κατάτμηση από τον πωλητή της υπόλοιπης έκτασης του σε λωρίδες, οι οποίες ξεκινούν από το δρόμο και καταλήγουν στην παραλία, που και το ορθό...Το Δικαστήριο τούτο με την 209/2003 προδικαστική απόφαση του διέταξε την διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα αγρονόμο- τοπογράφο μηχανικό ....
Αυτός μεταβαίνοντας επί τόπου και σ' εφαρμογή των επικαλούμενων από τα διάδικα μέρη τίτλων τοποθετεί το ακίνητο της ενάγουσας ως ακολούθως κατά θέση, έκταση και όρια: α) βορείως σε έκταση 89,00 μ. εφαπτόμενο σε πλευρά 19,00 μ. με τη διερχόμενη αγροτική οδό και, ακολούθως, κάμπτοντας εκτείνεσαι σε πλευρά 70,00 μ.
β) Νοτίως σε πλευρά 89,00 μ. με εκτεινόμενη παραλία, γ) ανατολικώς σε πλευρά μήκους 23,00 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία του πωλητή και ήδη της κυρίως παρεμβαίνουσας κυρίως και δ) δυτικώς, σε πλευρά, επίσης, 23,00 μ. με εκτεινόμενη παραλία. Περαιτέρω, αναφέρεται στην ύπαρξη του διερχόμενου προς βορράν αγροτικού δρόμου, για τον οποίο διαλαμβάνει, ότι αποτυπώνεται αυτός στην αεροφωτογραφία του έτους 1945 και, επομένως, πρόκειται για υπαρκτό μέγεθος τοπογραφίας και καταλήγει, ότι.
αν ακολουθηθεί η άποψη της ενάγουσας, τότε επέρχεται ασυμφωνία των ορίων, όπως αυτά καθορίζονται στο προαναφερόμενο και επικαλούμενο από αυτή, υπ' αριθ. 2881/31.10. 1964 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Εξάλλου, ο διορισμένος από την ενάγουσα τεχνικός σύμβουλος προβαίνοντας σ' εφαρμογή του ως άνω τίτλου αντιλαμβανόμενος με βάση τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο όρια, ότι η βόρεια πλευρά τού ακινήτου της ενάγουσας δεν εφάπτεται πράγματι καθ' ολοκληρίαν με το διερχόμενο δρόμο διατυπώνει άλλη άποψη.
Έτσι, ακολουθώντας και αυτός τον πραγματογνώμονα, τοποθετεί το προς βορράν όριο κατά ένα μέρος σε επαφή με το δρόμο, σε μήκος 21,20 μ., που προσεγγίζει αυτό του πραγματογνώμονα. Στη συνέχεια δε, αντί να κάμψει την ίδια πλευρά προς τα κάτω, ώστε να συναντήσει την παραλία, τη συνεχίζει με κατεύθυνση προς ανατολάς και την εισάγει εμβόλιμη εντός της ιδιοκτησίας τού αρχικού πωλητή και ήδη τής κυρίως παρεμβαίνουσας, ώστε να καλύψει το μήκος των 89,00 μ.
Το υπόλοιπο δε τμήμα προς το νότο το ονομάζει παραλία, χωρίς να αναφέρει στο τοπογραφικό του μήκη και εμβαδόν. Με τον τρόπο αυτό παρουσιάζεται η ιδιοκτησία της ενάγουσας να εισχωρεί εντός τής ιδιοκτησίας τού πωλητή της Ζ, με αποτέλεσμα να δημιουργείται στο βόρειο τμήμα μεταξύ αυτής και τής ιδιοκτησίας τούτου ένα περίεργο τμήμα σε τριγωνική μορφή, πράγμα, όμως, που δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο τής δικογραφίας και, συνεπώς, η εφαρμογή αυτή τού τίτλου, όπως εμφαίνεται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε ο εν λόγω τεχνικός σύμβουλος, δεν έχει καμία σχέση με τα πραγματικά όρια τού τίτλου.
Για να δικαιολογήσει δε την εμφανή και πλήρη ασυμφωνία της θέσεως των δικών του ορίων και ενόψει τής μετατόπισης τού ακινήτου τής ενάγουσας προς τα επάνω προς το βορρά και με τον τρόπο αυτό επέκταση προς ανατολάς και κατάληψη τού επιδίκου και κάλυψη μέρους τής εκτάσεως των κτηρίων, τα οποία ανεγέρθηκαν από την κυρίως παρεμβαίνουσα, προβαίνει αυτός σε διαχωρισμό τής παραλίας από την ακτογραμμή (θάλασσα), ώστε το κενό, που προκύπτει προς νότο και του οποίου δεν αναφέρει ούτε μήκη, ούτε εμβαδό, να αποτελεί την παραλία, ώστε να δικαιολογήσει το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο όριο με εκτεινόμενη παραλία.
Έξαλλου ο δεύτερος τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός ... ακολουθεί στην ως άνω από Ιουνίου 2005 έκθεση του για την εφαρμογή του υπ' αριθ. ... συμβολαίου εντελώς διαφορετική άποψη. Ειδικότερα δε, αυτός, μολονότι αναφέρεται στο επίμαχο, υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, και εντοπίζει (σελ- 8) τη βόρεια πλευρά να συνορεύει με το δρόμο και την υπόλοιπη ιδιοκτησία του πωλητή, εν τούτοις εφαρμόζοντας τον ίδιο τίτλο με βάση τις φωτογραφίες που χρησιμοποιεί ( σελ. 9), οι οποίες απεικονίζουν το δρόμο κατά μήκος και τη νότια πλευρά και δεν αμφισβητούνται, εν τούτοις τοποθετεί την προς βορρά ιδιοκτησία της ενάγουσας καθ' ολοκληρίαν κατά μήκος του δρόμου τούτου σε πλευρά μήκους 89,00 μ., χωρίς να δικαιολογεί καθόλου την άποψη του αυτή.
Μάλιστα, στη σελίδα 4 της εκθέσεως του περιλαμβάνει ως σκαρίφημα και το από 3-3-2003 τοπογραφικό διάγραμμα τού τοπογράφου μηχανικού ... στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο, όπως τοποθετείται από τον ανωτέρω πραγματογνώμονα και τού οποίου η θέση ανταποκρίνεται πλήρως στο παραπάνω συμβόλαιο, καθώς και η θέση, την οποία υποδεικνύει η ενάγουσα και η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και βρίσκεται σε πλήρη ασυμφωνία με τα - βάσει της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών - πραγματικά όρια.
Ενόψει όλων των ως άνω πλήρως αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ,ότι το επίδικο ακίνητο αφενός μεν δεν εμπίπτει καθόλου στον τίτλο της ενάγουσας αλλά, αντίθετα, στους επικαλούμενους από την κυρίως παρεμβαίνουσα προαναφερόμενους δικούς της τίτλους ιδιοκτησίας, η οποία κατέστη κυρία του επίδικου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (άρθρ. 1041 ΑΚ), δεδομένου, ότι νέμεται τούτο με καλή πίστη και σε συνάφεια με τους προαναφερόμενους τίτλους για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη δεκαετία.
Αφ' ετέρου δε, και ότι ουδέποτε η ενάγουσα επελήφθη της νομής και κατοχής του επιδίκου ως άνω αυτό προσδιορίζεται, ως προς την ακριβή θέση, τα όρια και την έκταση του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση, στην έκβαση της δίκης, ήτοι της ταυτότητας του επιδίκου, δεχθέν ότι αυτό (επίδικο) δεν περιλαμβάνεται στον προαναφερθέντα τίτλο της ενάγουσας και, συνεπώς, ότι δεν κατέστη αυτή κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
ΙΙ Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόφασης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 448/2001, ΑΠ 1062/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενοτου από Ιουνίου 2005 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ..., το οποίο εμπεριέχεται στην από Ιουνίου 2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτού, με το να δεχθεί, από εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμηση του, ότι το ακίνητο της αναιρεσείουσας εμφανίζεται σ αυτό να συνορεύει βορείως καθ' όλη την πλευρά μήκους 89 μ.
με τον δρόμο, ενώ στην πραγματικότητα αυτό φαίνεται να συνορεύει βορείως κατά ένα μέρος με τον δρόμο (35,22μ) και κατά το υπόλοιπο μέρος (53,78μ) με την ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα, ως προς το αληθινό περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου του, άλλως ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση για την ακριβή θέση του επιδίκου και ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και τα οποία με επίκληση προσκόμισαν σι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμα του, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο επίμαχο έγγραφο.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Δεν γεννάται, όμως, ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Στην προκείμενη, περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με τα αναγκαία για την παραδοχή της ένδικης αγωγής της, περιστατικά, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από 19-4-1999 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε.
Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα τόσο από την περιεχόμενη σ' αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε και το ως άνω έγγραφο, το οποίο, εξάλλου, ρητά μνημονεύεται στην πρώτη σελίδα του τρίτου φύλλου αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως).
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Ιανουαρίου 2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση της 223/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ