Legislator Case Law & Legislation
2054/2007 AI generated

2054/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2054/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2054/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2054 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2054/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν. Σ. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 584/1999 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2002 αίτησή του καθώς και με τους από 7-9-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 26-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι της 584/1999 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1(Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατ άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, πωλήσεις τμημάτων του σε τρίτους, οριοθετήσεις, καταμετρήσεις και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής τον πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1),και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στον χρόνο της ίδιας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 τον από 17-11-1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" επεβλήθη στους ιδιοκτήτες ιδιωτικών δασών η υποχρέωση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του, να παρουσιάσουν στο Γραμματέα των Οικονομικών τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους, περί των οποίων ορίζει το άρθρο 1 τον ίδιον δ/τος για να εξετασθεί η νομιμοποίησή τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικού δάσους.

Από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, όλα τα δάση, για τα οποία δεν θα παρουσιάζονταν τίτλοι από τους ιδιοκτήτες, θεωρούνται αδιαφιλονίκητα ως εθνικά δάση και δεν διατίθενται. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 τον ν. της 21.613-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/112-1836 β.δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις στο άρθρο 3 τον εν λόγω β.δ/τος προϋποθέσεις), εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞ:Η/11912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και του άρθρου 21 του ν.

δ. της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή τον ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ.Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων τον Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ.1,2,3 του ν.998/1979,περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας,, "1.Ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών, οιονδήποτε διατάσεων και ηλικίας που αποτελούν οργανική ενότητα και η οποία μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξ αυτών των φυτών, να συμβάλλει στην διατήρηση της φυσικής ισορροπίας, να εξυπηρετεί την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος. 2.

Ως δασική έκταση νοείται κάθε έκταση της επιφανείας του εδάφους η οποία καλύπτεται από αραιά πυκνή, υψηλή, θαμνώδη, ξυλώδη βλάστηση οιασδήποτε διαπλάσεως και η οποία μπορεί να εξυπηρετήσει μία ή περισσότερες από τις προαναφερθείσες λειτουργίες. Στα δάση και στις δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς χορτολιβαδικές και μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές.

Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν μεταβάλουν τον χαρακτήρα τους και όταν ακόμη εντός αυτών υφίστανται μεμονωμένα καρποφόρα δένδρα ή συστάσεις δένδρων.." Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ως ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης.

Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα, ούτε αν η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 4 στρεμμάτων που βρίσκεται στο κοινό όριο των αγροτικών θέσεων "...." και "....." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ....., καλύπτεται από βλάστηση αείφυλλων, πλατύφυλλών(αγριελιών, πουρναριών, ελεών εξ εμβολιασμού) σε ποσοστό 40% και χορτολιβαδική βλάστηση κυρίως ασφάκας, "γεγονός το οποίο ....

του προσδίδει και χαρακτήρα δασικής εκτάσεως...", ως δασική δε έκταση περιήλθε κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα άρθρα 1,2,3 του από 17/29-11-1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", και ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του δεν απέκτησαν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκε ότι το νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και επί 30 έτη συνεχώς μέχρι την 11-9-1915, συνακόλουθα δε και ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα επ΄ αυτού με το 1225/1989 συμβόλαιο γονικής παροχής, από τη μητέρα του, αφού η τελευταία κατά τον χρόνο της μεταβίβασης δεν ήταν κυρία του επιδίκου(άρθρο 1033ΑΚ).

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα, απέρριψε, ως ουσιαστικώς αβάσιμη την αγωγή. Όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του χαρακτηρισμού της επίδικης έκτασης ως δασικής καθώς και της μη κτήσης κυριότητας επ΄ αυτού με χρησικτησία από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος και τον ίδιο, μέχρι την 11-9-1915, συνακόλουθα και από τον αναιρεσείοντα με παράγωγο τρόπο το έτος 1989, οι οποίες και στηρίζουν το διατακτικό αυτής, ο δε πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, διότι η ανωτέρω παραδοχή "....προσδίδει και χαρακτήρα δασικής εκτάσεως.." είναι ενδοιαστική και όχι αναμφίβολη ως προς τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δασικής, και ότι δεν προσδιορίζεται αν ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου από το 1860 μέχρι και το 1989, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, του κυρίου δικογράφου, δεύτερο μέρος, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι οι παραδοχές της ότι από το έτος 1945 και μέχρι το 1960, το επίδικο δεν καλλιεργούνταν και καλύπτονταν από θαμνώδη και δενδρώδη βλάστηση αείφυλλών, πλατύφυλλών (αγριελιών, πουρναριών, ελιών εξ εμβολιασμού), ενώ το 1960 εμφανίζεται η ίδια κατάσταση που το ποσοστό της θαμνώδους και δενδρώδους βλάστησης αυξήθηκε σε 50%, είναι αντίθετες προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού η εξημέρωση και ο εμβολιασμός των αγριελιών σε ελιές αποτελεί πράξη καλλιέργειας και πράξη νομής του αναιρεσείοντος της μητέρας του και των δικαιοπάροχων του, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η αντιφατικότητα αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η οποία και δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Επίσης απορριπτέες, ως απαράδεκτες, είναι οι από την ίδια δικονομική διάταξη αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, του δικογράφου των προσθέτων, για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, αφενός διότι το Εφετείο δε δέχθηκε τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία, ότι δε γνώριζαν από ιδία αντίληψη τα περιστατικά που κατέθεσαν, ενώ, σύμφωνα με τον λόγο αυτό αναίρεσης, τα γνώριζαν από διηγήσεις τρίτων, αφετέρου γιατί δεν προσδιορίζεται στην απόφαση για ποίο λόγο το αναιρεσίβλητο απέβαλε τον αναιρεσείοντα το έτος 1992 από όμορο ακίνητο και όχι και από το επίδικο, διότι δεν αναφέρονται σε ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της δίκης, αλλά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων.

Επειδή, με το δεύτερο λόγο, πρώτο μέρος της αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των άρθρων 1045 και 1051ΑΚ, με το δε συναφή προς αυτόν πρώτο λόγο, πρώτο μέρος, του δικογράφου των προσθέτων, από την ίδια διάταξη, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση παραβίαση των ανωτέρω αναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων του βυζαντορωμαϊκού δικαίου, περί κτήσης της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, και της διάταξης του άρθρου 1033ΑΚ, διότι από τα επικαλούμενα από το αναιρεσείοντα, με τα δικόγραφο της αγωγής και τις προτάσεις του, αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι οι δικαιοπάροχοί του νεμόταν το επίδικο από το 1860 μέχρι και το έτος 1989,που το απέκτησε ο ίδιος με παράγωγος τρόπο, νεμόταν το ακίνητο με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας και επομένως είχαν καταστεί κύριοι αυτού.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ο μεν πρώτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με χρησικτησία, δεν εφάρμοσε τις διατάξει των άρθρων 1045,1051ΑΚ,αλλά τις ανωτέρω αναφερόμενες αντίστοιχες διατάξεις του βυζαντορωμαϊκού δικαίου, ο δε δεύτερος, διότι υπό την επίκληση της παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων του βυζαντορωμαϊκού δικαίου και του άρθρου 1033ΑΚ πλήττεται η περί των πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα.

της κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, και τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο της αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και στο δεύτερο πρόσθετο λόγο έγγραφα, ήτοι την από 2284/1989 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας ....., την από .....

έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού ..... ,καθώς και της 10/1995 απόφασης και των πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και των 217/1986,804/1990,1140/1990,668-669/1996,920/1997 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος πρόσθετος, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-4-2002 αίτηση και του από 7-9-2007 πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της 584/1999 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ