Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding evidence evaluation and witness testimony details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's and the union's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding labor dispute damages. The court held that the lower court properly evaluated witness testimonies and documentary evidence without requiring specific names for sworn statements or separate assessments of every proof item. Consequently, the appeal arguments concerning procedural errors and evidence handling were deemed inadmissible and baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 663-675 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Additional intervention in labor disputes must follow general rules unless specific exceptions apply, and appellate courts are not required to list witness names or separately evaluate every piece of evidence if the lower court has considered all submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2054 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2054/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Παπαϊωάνου. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. ΚΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήρη Εξαρχάκο. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο: Σωματείου με την επωνυμία "Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Ν. Αττικής και Ν. Πειραιώς - Νήσων Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Τσακούλια, η οποία δήλωσε ότι ο αναιρεσείων είναι μέλος του Σωματείου, που σκοπό έχει να προασπίζεται τα συμφέροντα των μελών του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2646/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6539/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2005 αίτησή του και τους από 5-10-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 17-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος Σωματείου ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 663 - 675 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών, προκύπτει ότι δεν παρέχεται εξαίρεση του γενικού κανόνα του άρθρου 81 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, κατά τον οποίο και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, ήτοι με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και επιδόσεως αντιγράφου αυτής στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 215 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθόσον η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 666, σε συνδυασμό με το άρθρο 231 του ιδίου κώδικα, κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης και προφορικώς, ισχύει μόνον κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία. Επομένως η από το Σωματείο με την επωνυμία "Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Ν. Αττικής και Ν. Πειραιώς - Νήσων Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ" ασκηθείσα υπέρ του αναιρεσείοντος πρόσθετη παρέμβαση με προφορική δήλωση της νομίμου εκπροσώπου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, κατά την αναιρετική δίκη πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Από το άρθρο 10 παρ. 1 του Κωδ. Ν. 3514/1928, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.δ. 2655/1953 προκύπτει, ότι η νομική ιδιότητα του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχομένης εργασίας και όχι εκ του περιεχομένου στη σύμβαση χαρακτηρισμού αυτού ή εκ του τρόπου της αμοιβής του και αν μεν αυτή αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο συνίσταται στην παροχή σωματικής ενέργειας, ο μισθωτός είναι εργάτης, ενώ αντιθέτως, αν η παροχή της εργασίας απαιτεί εξειδιασμένη εμπειρία και θεωρητική κατάρτιση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεσή της, ο μισθωτός φέρει την ιδιότητα του υπαλλήλου, διότι στην περίπτωση αυτή προέχει το πνευματικό στοιχείο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε στις 26.6.1974 από τον X1 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τεχνίτης εφαρμοστής και εξακολούθησε να εργάζεται στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία προήλθε από μετατροπή της "ΟΕ ......".
Η εργασία του συνίστατο στην εφαρμογή των σχεδίων που του παρέδιδαν οι εταίροι της εναγομένης, τα οποία αφορούσαν την κατασκευή διαφόρων μηχανημάτων ελαιουργικής μορφής και είδους. Των σχεδίων αυτών ισχυρίζεται ότι ήταν εκείνος που έκανε τις κατάλληλες αναλύσεις, αναπτύγματα, επέλεγε τις διαστάσεις και τα υλικά ποιότητας, έδινε τις σχετικές εντολές και οδηγίες στο υπόλοιπο προσωπικό για την εκτέλεσή των, με αποτέλεσμα να προσιδιάζει περισσότερο σ΄ αυτόν η ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη.
Από τα αποδεικτικά όμως στοιχεία αποδεικνύεται, ότι δεν διέθετε ούτε την εξειδιασμένη εμπειρία και δη μεγαλύτερη από τους υπολοίπους τεχνίτες, ώστε να τους δίνει εντολές και οδηγίες, ούτε καθοδηγητική πρωτοβουλία ανέπτυσσε, ούτε ανελάμβανε οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με την εκτέλεση των σχεδίων. Ειδικότερα, από το έτος 1977 η εναγομένη ανέπτυξε μία συνεργασία με την εταιρία ΑΛΦΑ ΛΑΒΑΛ για λογαριασμό της οποίας ανέλαβε να κατασκευάζει με βάση τα σχέδια που της παρέδιδε διάφορα μηχανήματα, κυρίως ελαιουργικά.
Η συνεργασία των διήρκεσε περί τα 12 έτη και σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα παραδόθηκαν περισσότερα από 500 σχέδια, με βάση τα οποία έγιναν οι κατασκευές διαφόρων ελαιουργικών μηχανημάτων. Η εταιρία ΑΛΦΑ ΛΑΒΑΛ επέβλεπε και ήλεγχε την πρόοδο των εργασιών και την εκτέλεση των έργων, σύμφωνα με τα σχέδια που είχε παραδώσει.
Ο έλεγχος αυτός γίνονταν σε συνεργασία των μηχανολόγων της με τον X1 και τους γιούς του, οι οποίοι λόγω της μεγάλης εμπειρίας, αλλά και των γνώσεων που είχαν αποκτήσει ήταν σε θέση να ανταποκριθούν σ΄ αυτή τη συνεργασία. Αλλά ούτε άλλων κατασκευαστικών σχεδίων, που αφορούσαν διαφορετικά μηχανήματα, σχεδιαστής ή εμπνευστής ήταν ο ενάγων, αφού μόνος αρχικά ο X1 και στη συνέχεια ο γιός του X2, που ήταν απόφοιτος ΚΑΤΕΕ μηχανολόγων - μηχανικών, ήταν εκείνοι οι οποίοι σε συνεργασία με εξωτερικούς σχεδιαστές σχεδίαζαν και διαμόρφωναν τα διάφορα μηχανήματα ή εξαρτήματα μηχανημάτων που παρήγαγε η εταιρία με τους τεχνίτες που απασχολούσε, ένας των οποίων ήταν και ο ενάγων.
Επίσης ο ενάγων ουδέποτε έδωσε εντολή ή κατένειμε εργασία τους υπόλοιπους τεχνίτες, καθόσον γι΄ αυτό αποφάσιζε ο X1 και οι υιοί του, οι οποίοι επέλυαν τα τεχνικά προβλήματα που ανέκυπταν και βοηθούσαν τους τεχνίτες να τα αντιμετωπίσουν. Εξάλλου από τις μισθοδοτικές καταστάσεις προκύπτει ότι οι ημερήσιες αποδοχές του ενάγοντος ήταν όμοιες με εκείνες των υπολοίπων τεχνιτών εφαρμοστών και δεν αποδείχθηκε ότι αμείβονταν με το επιπλέον ποσό των 20.000 δρχ.
το μήνα. Ο ενάγων εκτελούσε ως εξειδικευμένος τεχνίτης τις εργασίες που του υπεδείκνυαν ο X1 και οι υιοί του και ποτέ δεν του ανέθεσαν καθήκοντα ανώτερα του τεχνίτη εφαρμοστή. Από τα σχέδια που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων δεν προκύπτει ότι είναι δικής του εμπνεύσεως και δημιουργίας, αλλά αποτελούν ανάτυπα διαμορφώσεως σχεδίων που είχαν γίνει από την εταιρία ΛΑΒΑΛ.
Ο κάθε εφαρμοστής, όπως ο ενάγων, με βάση τις εργασίες που του ανατίθενται από τη διεύθυνση και τα κατασκευαστικά σχέδια που τις συνόδευαν, ήταν υποχρεωμένος να τα αναλύσει και να ζητήσει τα απαιτούμενα για την κατασκευή υλικά. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έκανε τις αναλύσεις αναπτύγματα, κοψίματα υλικών, διαμορφώσεις με κατασκευαστικές διαστάσεις των σχεδίων, όμως το έργο αυτό ήταν έργο του εξειδικευμένου τεχνίτη εφαρμοστή και όχι του εργοδηγού, η δε αναγραφή στις μισθοδοτικές καταστάσεις, ότι ήταν εργοδηγός εφαρμοστής δεν ασκεί ιδιαίτερη έννομη επιρροή στον καθορισμό της πραγματικής του ιδιότητος και στον χαρακτηρισμό ως υπαλλήλου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων είχε την ιδιότητα του εργάτη και όχι του υπαλλήλου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή ο Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ εξάλλου ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού του αναιρεσιβλήτου ως εργάτη και όχι ως υπαλλήλου διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και όγδοος του κυρίου δικογράφου, πρώτος, τρίτος, ένατος και δέκατος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση για ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπαρκής αιτιολογία, ενώ ο δέκατος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή οι καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης κρίθηκαν αξιόπιστες σε σχέση με εκείνων των μαρτύρων του αναιρεσείοντος πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ΄ αυτούς. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρεται στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως.
Με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων ήταν απλώς εργάτης και τα καθήκοντα του εργοδηγού - μηχανολόγου εκτελούσαν οι υιοί του X1, οι οποίοι δεν ήταν πτυχιούχοι εργοδηγοί και δεν είχαν ουδεμία εμπειρία, καθόσον ο X2 ήτο 22 ετών, ο δε X3 μόλις είχε αποφοιτήσει από το Λύκειο.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν εκτίμησε την από 1.11.1994 αναγγελία γνωστοποιήσεως της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, την 2221/1994 βεβαίωση της Επιθεώρησης Εργασίας και τις μισθοδοτικές καταστάσεις της αναιρεσίβλητης, στα οποία (έγγραφα) βεβαιώνεται η ιδιότητά του ως υπαλλήλου εργοδηγού.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου πλήττει πράγματι την ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ίδιος λόγος του δικογράφου των προσθέτων με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, καθόσον από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και την ειδική μνεία των μισθοδοτικών καταστάσεων, σε συνδυασμό με το αποδεικτικό πόρισμα, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα ανωτέρω έγγραφα.
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των ως άνω εγγράφων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ ΚΠολΔ, κατά την οποία εκδικάστηκε η προκειμένη υπόθεση, δεν έχουν διαφορετική δύναμη τα διάφορα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα αφού τα έγγραφα αυτά δεν έχουν την αποδεικτική δύναμη δημοσίων εγγράφων.
Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, χωρίς να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενο αυτών το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο εσφαλμένως ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής ή ενστάσεως που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.
Με τον ένατο λόγο του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 10, 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι α) δεν εκτίμησε το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ..... β) δέχθηκε ότι ο μάρτυρας ..... εργάζονταν στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης από το έτος 1981 έως το έτος 1988, ενώ από τις αποδείξεις προέκυπτε ότι εργάζονταν από το έτος 1976 μέχρι το έτος 1989 γ) δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα σχέδια και τα βιβλία του ΙΚΑ από τα οποία αποδεικνύονταν η εμπειρία του, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ιδιαίτερο γραφείο δ) δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι τα σχέδια δεν ήταν του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και ότι τα καθήκοντα του εργοδηγού εκτελούσαν οι X1, X2 και X3.
Τα ως άνω όμως επικαλούμενα ως μη ληφθέντα υπόψη δεν αποτελούν "πράγματα", συνεπώς δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτοι. Οι λοιπές αιτιάσεις από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα, σε συνδυασμό με το αποδεικτικό της πόρισμα, καθίσταται βέβαιο, χωρίς αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα ανωτέρω έγγραφα.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στις ως άνω παραδοχές από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων, καθώς και όλα τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και έτσι δεν κατέληξε στις παραδοχές αυτές χωρίς απόδειξη.
Με τους ενδέκατο και δωδέκατο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρονται τα ονόματα των μαρτύρων των ενόρκων βεβαιώσεων, ούτε εξειδικεύονται και αξιολογούνται τα αποδεικτικά μέσα. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, εκτιμώμενοι ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, είναι επίσης αβάσιμοι, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν υπόψη και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ειδικότερη μνεία των ονομάτων των μαρτύρων, ούτε απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.7.2005 αίτηση του ..... και τους από 5.10.2006 προσθέτους λόγους της, ως και την υπέρ του αναιρεσείοντος πρόσθετη παρέμβαση του Σωματείου με την επωνυμία "Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Ν. Αττικής και Ν. Πειραιώς - Νήσων Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ", για αναίρεση της 6539/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ