Legislator Case Law & Legislation
2053/2022 AI generated

2053/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2053/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2053 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

2053/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2053 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
denial of cost waiver dismissal for unpaid costs summary debt enforcement dismissal of payment objection advance on costs debt enforcement opposition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2053 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2053/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λυκουρέζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. - Μ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου (μοναδικού κληρονόμου) του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Ε. Τ. του Δ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ροδίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2009 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ε. Τ. του Δ. και την από 29/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική και ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.7.2020 (30/21.7.2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό ... απόφαση του Εφετείου .... Η αίτηση είναι παραδεκτή (αρθ. 552,553,556,558,564 παρ.1, 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμό ... απόφασης του Εφετείου ... είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: (α) Με την από 24.2.2009 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... απευθυνομένη, ο αρχικώς ενάγων, δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, Ε. Τ. (αποβιώσας στις 13.11.2011) εξέθετε ότι τον μήνα Αύγουστο 2000, ανέλαβε κατόπιν ατύπου προφορικής συμφωνίας με τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα την εκτέλεση του στην αγωγή περιγραφομένου έργου, συνισταμένου ειδικότερα στην έκδοση αδείας και ανέγερση οικοδομής σε ακίνητο ευρισκόμενο στον ... του νομού .... Ότι η αμοιβή του ως εργολάβου συμφωνήθηκε να ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του κατασκευαστικού κόστους, καταβαλλόμενη σταδιακά και κατά την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών. Ότι το αναληφθέν από αυτόν έργο παραλήφθηκε από τον εναγόμενο ανεπιφύλακτα χωρίς να παρουσιάζει ελλείψεις ή ελαττώματα, στην ανεγερθείσα δε οικοδομή ο εναγόμενος κατοικεί με την οικογένειά του από το έτος 2007 και εντεύθεν. Ότι ο εναγόμενος του κατέβαλε μόνον μέρος των εξόδων κατασκευής και της εργολαβικής αμοιβής, εξακολουθώντας να του οφείλει το συνολικό ποσό των 89.693 ευρώ. Με αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην καταβολή του ανωτέρω ποσού με το νόμιμο τόκο από της επομένης της δήλης ημέρας καταβολής του (1.1.2007), άλλως από της επιδόσεως της αγωγής. (β) Με την συνεκδικασθείσα λόγω πρόδηλης συνάφειας, από 29.3.2010 αντίθετη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι κατά τον προεκτεθέντα χρόνο, ανέθεσε στον ήδη αναιρεσίβλητο με τον οποίο διατηρούσε από ετών φιλική σχέση την εκτέλεση του προπεριγραφομένου έργου, με τη συμφωνία να παρεδίδετο σ'αυτόν "με το κλειδί το χέρι", αντί συνολικού κόστους εργασιών και εργολαβικής αμοιβής που δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 38.000.000 δραχμών (ήδη 111.518,71 ευρώ). 'Ότι αυτός (ενάγων της δεύτερης αγωγής) κατέβαλε στον εναγόμενο πλέον του συμφωνηθέντος, και δη το ποσό των 161.182,17 ευρώ, καθώς και ότι το παραδοθέν σ' αυτόν έργο παρουσίασε τις αναλυτικά εκτιθέμενες πολεοδομικές παραβάσεις, ελλείψεις και κακοτεχνίες. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να του καταβάλει τα, κατά τις στην αγωγή διακρίσεις, χρηματικά ποσά, με βάση την ενδοσυμβατική του ευθύνη, ως αδικαιολογήτως καταβληθέντα, ως αποζημίωση και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συμποσούμενα σε 330.520,93 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Επί των συνεκδικασθεισών αυτών αγωγών εκδόθηκε η με αριθμό ... μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να διενεργείτο τεχνική πραγματογνωμοσύνη από δύο πραγματογνώμονες πολιτικούς μηχανικούς, η οποία διενεργήθηκε, εκδοθείσας τελικώς της με αριθμό ... οριστικής απόφασης του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία αμφότερες οι αγωγές, κατά το μέρος που κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες, έγιναν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη, του εναγομένου της πρώτης αγωγής (ήδη αναιρεσείοντος) υποχρεουμένου στην καταβολή του χρηματικού ποσού των 47.964,71 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις σ'αυτή διακρίσεις, του δε εναγομένου της δεύτερης αγωγής (ήδη αναιρεσιβλήτου) υποχρεουμένου στην καταβολή του χρηματικού ποσού των 18.542,66 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης ο ενάγων της πρώτης αγωγής Γ. Γ. (ήδη αναιρεσείων) άσκησε την από 5.2.2016 έφεσή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ..., επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος της πρώτης αγωγής να καταβάλει στον ενάγοντα που συνέχισε τη δίκη ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς ενάγοντος πατέρα του, το ποσό των 41.973,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 27.2.2008 και το ποσό των 5.991,65 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την έκδοση του σχετικού φορολογικού παραστατικού (ΦΠΑ), ο δε εναγόμενος της δεύτερης αγωγής που συνέχισε τη δίκη του αρχικώς εναγομένου, να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 24.542,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. 1. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ) γενικοί ή ειδικοί, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων των συμβληθέντων. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Οι ανωτέρω διατάξεις αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 934/2014). Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή και να εκληφθεί η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 766/2019, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 374/2013). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης, μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015). Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 252/2016, AΠ 315/2016, ΑΠ 934/2015, ΑΠ 28/2007 ). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 728/1993, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017),εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις. Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1000/2017), είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια αυτά (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013). Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 205/2015, ΑΠ 349/2014). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται -με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών- από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις -έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων (π.χ. της αξιοπιστίας των μαρτύρων), τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ` αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 334/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 444/2014). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ( ΑΠ 870/2020, ΑΠ 110/2019) χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται όπως προεκτίθεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022, AΠ 10/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010). Κατά τη παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Με άτυπη (προφορική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το θέρος του 2000, ο εναγόμενος -ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ανέθεσε στον αρχικώς ενάγοντα της υπό στοιχείο (α) αγωγής πολιτικό μηχανικό (ήδη αναιρεσίβλητο) αφενός μεν την εκπόνηση των απαιτουμένων μελετών για την έκδοση άδειας ανέγερσης κατοικίας επί ακινήτου του στο ... νομού ..., και αφετέρου την ανέγερση αυτής, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση της επίβλεψης και εκτέλεσης του έργου. Η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων για το ανωτέρω έργο ήταν άτυπη και προφορική. Έτσι, οι επί μέρους συμφωνίες για όλα τα ζητήματα δεν αποτυπώθηκαν γραπτώς, καθώς υπήρχε αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των διαδίκων λόγω των από ετών φιλικών σχέσεων που διατηρούσαν. Η αμοιβή του επιβλέποντα μηχανικού-εργολάβου (ήδη αναιρεσιβλήτου) συμφωνήθηκε να καταβληθεί απολογιστικά και σε ποσοστό 20% επί του τελικού συνολικού κόστους της αγοράς των υλικών και της διενέργειας των οικοδομικών εργασιών. Η πρόοδος των εργασιών συμφωνήθηκε να είναι παράλληλη και ανάλογη της ροής των καταβολών των χρηματικών ποσών από την πλευρά του εναγομένου εργοδότου για την κάλυψη εξόδων. Δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε από την αρχή η διάρκεια των εργασιών και η ημερομηνία περάτωσης και παράδοσης του έργου, ενώ ομοίως αναπόδεικτοι είναι και οι ισχυρισμοί του εναγομένου-εκκαλούντα ότι ανατέθηκε στον εργολάβο η ανέγερση της οικοδομής μέχρι την αποπεράτωσή της "με το κλειδί στο χέρι" με αντάλλαγμα το συνολικό χρηματικό ποσό των 38.000.000 δρχ. και ήδη 111.518,71 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης στο ανωτέρω ποσό και της αμοιβής του εργολάβου. Εξάλλου δεν είναι σύνηθες να συμφωνείται μεταξύ ιδιωτών και πολύ περισσότερο μεταξύ φίλων, όπως είναι οι διάδικοι, τέτοιου είδους ασφυκτική προθεσμία αποπεράτωσης της οικοδομής, δηλαδή εντός ενός έτους ,όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος -ενάγων, αλλά ούτε και το πλήρες και ακριβές κόστος της οικοδομής, ιδίως όταν ακόμα δεν έχει διευκρινιστεί και συμφωνηθεί απολύτως το είδος και η έκταση του έργου της οικοδομής, όπως και στη προκειμένη περίπτωση. Η έλλειψη συμφωνίας περί του χρόνου αποπεράτωσης του έργου και του συνολικού κόστους της οικοδομής, αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντα-εφεσιβλήτου, Π. Ο., η οποία εργαζόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο γραφείο του και ήταν παρούσα σε κάποιες από τις συναντήσεις των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός, ότι ο ενάγων-εκκαλών, από την αρχή της κατασκευής του έργου και κατά τη διάρκεια αυτής προέβαινε σε άνισες τμηματικές καταβολές χρηματικών ποσών σε διάφορα χρονικά σημεία, από το έτος 2001 έως 2004, που υπερέβαιναν κατά πολύ χρονικά την ισχυριζόμενη κατ' αυτόν συμφωνηθείσα διάρκεια του έργου ενός έτους. Το γεγονός αυτό εξ άλλου δεν συνάδει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας με τμηματική καταβολή προσυμφωνημένου τιμήματος ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος αλλά περισσότερο αρμόζει σε σταδιακή καταβολή εξόδων με την παράλληλη κι ανάλογη σταδιακή πρόοδο των εργασιών κατασκευής. Εξ άλλου ο εργοδότης αν και είχε μέχρι τις 14.5.2004 καταβάλει το σύνολο του κατά τους ισχυρισμούς της αγωγής του συμφωνηθέντος τιμήματος (38.000.000 δρχ. ή 111.000 ευρώ) κι ενώ η κατασκευή της οικίας του δεν είχε ολοκληρωθεί, έλαβε δάνειο ποσού 55.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε επί πλέον στον αρχικώς ενάγοντα προκειμένου να αποπερατώσει το έργο, γεγονός που δεν θα έπραττε χωρίς καμία αντίδραση αν ο τελευταίος είχε παραβιάσει σε τέτοιο βαθμό τη συμφωνία τους τόσο ως προς το κόστος του έργου, ζητώντας επί πλέον το ήμισυ του αρχικώς συμφωνηθέντος, όσο και ως προς τον χρόνο παράδοσης, διαπιστώνοντας καθυστέρηση πολύ πλέον του έτους. Επομένως, ορθώς έκρινε επί των ανωτέρω ή πρωτοβάθμια απόφαση, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών του εκκαλούντος και του σχετικού λόγου έφεσής του". Στη προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αναίρεσης και κατ` εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ` αυτόν, με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με όσα δέχθηκε, προκειμένου να στηρίξει την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι: "Παρότι τούτο δεν αναφέρεται ρητώς, συνάγεται με ασφάλεια από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης ότι, παρότι ουδέν κενό υφίστατο συναφώς προς την συμβατική βούληση αμφοτέρων των συναλλαγέντων στην υπόψη σύμβαση έργου μερών, ότι οι προς τον αναιρεσίβλητο εργολάβο καταβολές του αναιρεσείοντος θα εμπεριείχαν έξοδα και μέρος της αμοιβής του, αυτή διαπίστωσε κενό στη μεταξύ τους συμφωνία ως προς το ζήτημα της καταβολής της εργολαβικής αμοιβής και για τη συμπλήρωσή του, προσέφυγε στις αποδείξεις και στα διδάγματα της κοινής πείρας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η αμοιβή του επιβλέποντα μηχανικού-εργολάβου συμφωνήθηκε να καταβληθεί απολογιστικά και σε ποσοστό 20% επί του τελικού συνολικού κόστους της αγοράς υλικών και της διενέργειας των οικοδομικών εργασιών και ότι το γεγονός αυτό δεν συνάδει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας με τμηματική καταβολή προσυμφωνημένου τιμήματος εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, αλλά περισσότερο αρμόζει σε σταδιακή καταβολή εξόδων με την παράλληλη και ανάλογη σταδιακή πρόοδο των εργασιών της κατασκευής" και ότι "εξ αιτίας του σφάλματός της η προσβαλλομένη απόφαση δεν αξιολόγησε δεόντως τον κύριο αγωγικό ισχυρισμό του που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στη δίκη, ότι δηλαδή η συμφωνία του με τον εργολάβο είχε το περιεχόμενο της σ'αυτόν παράδοσης της οικοδομής "με το κλειδί στο χέρι" έναντι του ποσού των 38 εκατομμυρίων δραχμών", ο οποίος (ισχυρισμός του) ενισχύετο από το γεγονός ότι οι από τον ίδιο καταβολές προς τον εργολάβο αφορούσαν όχι μόνο σε έξοδα, αλλά και σε αμοιβές, με συνέπεια την εν μέρει απόρριψη της αγωγής του". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Τούτο διότι, με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου της συμφωνίας εργολαβίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ειδικώς ως προς το ζήτημα του τρόπου αμοιβής του εργολάβου, υπολογιζομένης απολογιστικά, ήτοι σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου, δηλαδή η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που καθιστούν την προσφυγή στις προπαρατεθείσες διατάξεις αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά και διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφενός μεν δεν δέχθηκε ότι οι τμηματικές καταβολές στις οποίες προέβαινε ο αναιρεσείων εργοδότης εμπεριείχαν πλην των εξόδων για τα αναγκαία υλικά και τμήματα της εργολαβικής αμοιβής, αφετέρου δε, δεν διαπίστωσε , ούτε εμμέσως δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με το περιεχόμενο της υπόψη συμβάσεως έργου, αλλά χρησιμοποίησε αυτεπαγγέλτως τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) για την στήριξη της αποδεικτικής κρίσης του περί της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών, συναφώς προς τον συμφωνηθέντα τρόπο αμοιβής του εργολάβου στην υπόψη σύμβαση έργου, ήτοι για την διαπίστωση της αλήθειας πραγματικού ισχυρισμού προβαίνοντας στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μόνον ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ( ο οποίος κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (αρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (αρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.7.2020 αίτηση του ... για την αναίρεση της με αριθμό ... απόφασης του Εφετείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ