Legislator Case Law & Legislation
2053/2014 AI generated

2053/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2053/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2053 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2053/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και ΑθαÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2053 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2053/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στην Σ. Θ. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαιωάννου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου-καθ'ης η κλήση: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Αμοιρόγλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 /3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και την από 14/9/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19566/2007 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2368/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2096/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 21/1/2014 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 21/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 2368/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την από 07-08-2007 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθ. 19566/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο συνεκδίκασε την από 24-3-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, με αίτημα την αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη εξαιτίας της υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης κατά την εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και την χωρίς σπουδαίο λόγο και αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη καταγγελία αυτής, με την από 14-09-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης, την οποία έκανε δεκτή, με αίτημα την επιδίκαση σ'αυτήν του υπολοίπου ποσού από τις πωλήσεις των προϊόντων της (λιπαντικά κλπ) στην αναιρεσείουσα κατά την διάρκεια της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). Η σύμβαση ορισμένου (ή και αορίστου) χρόνου, που συνάπτει εταιρία πώλησης πετρελαιοειδών και λοιπών συναφών προϊόντων (λιπαντικών κ.λ.π.) με αδειούχο πρατηριούχο υγρών καυσίμων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 10,15, 17,18, 20 του π.δ. 1224/1981, όπως ισχύει (β.δ 405/1970, για τα εκτός σχεδίου πόλης πρατήρια) και το ν. 1571/1985, με την οποία, η πρώτη αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα προμηθεύει στο δεύτερο, ως μεταπωλητή, είναι ως προς την κύρια αυτής μορφή σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και ρυθμίζεται από την διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 85 (νυν 81) της συνθήκης ΕΟΚ, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου κατά το άρθρο 2 της από 28.5.1979 Συνθήκης προσχώρησης, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 945/1977 (ΑΠ 1259/1988, ΑΠ 1126/2006). Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντ. σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος, αρκεί τούτο να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 1742/2008). Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της παραπάνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο (ΑΠ 139/2006). Οι προαναφερόμενες διαρκείς και εμπιστευτικές σχέσεις μπορούν να λυθούν με καταγγελία, το δε δικαίωμα καταγγελίας έχει έρεισμα στις διατάξεις περί εντολής του ΑΚ, που εφαρμόζονται κατά ρητή επιταγή του άρθρου 91 ΕμπΝ στη σύμβαση παραγγελίας και κατ` επέκταση και στη σύμβαση διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά στον ΕμπΝ, όμως ταυτίζεται ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία της με τη σχέση της παραγγελίας (ΑΠ 849/2002). Μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται, είναι και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας. Τέτοια συμφωνία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν καθορίσθηκε η διάρκεια της συμβάσεως για ορισμένο χρόνο, καθόσον αυτή έχει την έννοια ότι ο μεν εντολέας παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανακλήσεως της εντολής (άρθρο 724 ΑΚ), ο δε εντολοδόχος παραιτήθηκε από το δικαίωμα της καταγγελίας της πριν την παρέλευση του καθορισθέντος χρόνου (άρθρο 725 παρ. 1 εδ. 1 ΑΚ). Η παραίτηση από την ανάκληση είναι έγκυρη και ισχυρή, όμως, σε κάθε περίπτωση, δεν αποκλείεται το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης και προ της επελεύσεως του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της, αλλά μόνον για σπουδαίο λόγο, τη συνδρομή του οποίου οφείλει να αποδείξει ο επικαλούμενος την καταγγελία και την κατάλυση της συμβάσεως. Σε περίπτωση άκαιρης, χωρίς σπουδαίο λόγο ή κατά κατάχρηση δικαιώματος, καταγγελίας της εντολής, ο εντολοδόχος υποχρεούται να ανορθώσει τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη ο εντολέας εξαιτίας της, ήτοι να του καταβάλει πλήρες διαφέρον, όπως στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, κατ` άρθρο 725 παρ. 2 ΑΚ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 192 του Α.Κ., η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε η δήλωση περί αποδοχής της πρότασής του. Κατά το άρθρο 195 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της. Κατά το άρθρο 196 του ίδιου Κώδικα, αν τα μέρη συμφωνούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 189, 191 και 193 του ΑΚ συνάγεται, ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη), εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Αντίστοιχα η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία έως τη στιγμή που κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε. Η σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση δεν αποτελεί αποδοχή ούτε αποποίηση. Μόνον κατ` εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σ` αυτή δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική. Η αποδοχή με τροποποιήσεις επάγεται την απόσβεση της πρότασης, αλλά ταυτόχρονα ισχύει και ως νέα πρόταση προς σύναψη συμβάσεως, με περιεχόμενο τις προτεινόμενες τροποποιήσεις σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενο της αρχικής πρότασης. Τέλος, η ασυμφωνία των μερών ως προς ουσιώδη όρο έχει ως συνέπεια την μη σύναψη της σύμβασης. Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ευθεία παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς. Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Εκ πλαγίου δε παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως (ΑΠ 1715/1999, 215/2009, 258/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2368/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: << Η ενάγουσα με την 30712/20-9-2004 αγωγή και εναγομένη με την 48587/28-3-2003 αγωγή εταιρεία με την επωνυμία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" (ήδη αναιρεσίβλητη), ασκεί εμπορία στην ελληνική αγορά λιπαντικών και ορυκτέλαιων των εταιρειών BP Castrol και Duchams. Η ενάγουσα με τη 48585/28-3-2003 αγωγή και εναγομένη με την 30712/20-9-2004 αγωγή εταιρία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΕΕ", η οποία μετατράπηκε σε ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" (ήδη αναιρεσείουσα), ασκεί και αυτή εμπορία λιπαντικών και χημικών προϊόντων στο νομό Θεσσαλονίκης και την ευρύτερη περιοχή της κεντρικής Μακεδονίας. Στα πλαίσια της ασκουμένης από αυτήν εμπορίας, δυνάμει έγγραφης συμβάσεως που είχε συνάψει με την πρώτη εταιρεία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών", ανέλαβε να διακινεί τα λιπαντικά της πρώτης εταιρείας κατά το έτος 2001. Ειδικότερα, οι διάδικες εταιρείες συμφώνησαν να αγοράζει η εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" λιπαντικά από την εταιρεία με την επωνυμία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" και να τα μεταπωλεί σε τρίτους στο νομό Θεσσαλονίκης. Η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, όπως αμφότερες οι εταιρείες δέχονται με τα δικόγραφα των κρινομένων αγωγών, δεν ήταν σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, είτε υπό τη μορφή της εξουσιοδότησης προς μεσολάβηση, είτε υπό τη μορφή της επί πλέον χορηγήσεως και πληρεξουσιότητας προς σύναψη συμβάσεων με τρίτους για λογαριασμό και επ' ονόματι του αντιπροσωπευομένου, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά απλώς, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε πως η εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ", υπό την ιδιότητα της αγοράστριας, θα αγοράζει καθ' ολόκληρη τη διάρκεια του έτους 2001 τα λιπαντικά της εταιρείας με την επωνυμία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών", με συμφωνημένη έκπτωση επί των τιμολογίων και θα τα μεταπωλούσε σε τρίτους, υπό τους όρους και τις ειδικότερες συμφωνίες που, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), είχαν συνάψει οι διάδικοι με έγγραφη σύμβαση περιορισμένης χρονικής διάρκειας. Σημειώνεται, ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, η οποία άρχισε το έτος 1982, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε μέχρι το έτος 2001 μεταλλασσόταν και άλλαζε μορφές, προσαρμοζόμενη κάθε φορά στις ανάγκες των συμβαλλομένων. Τελικά, το έτος 2001, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και όπως συνάγεται από το από 15 Ιανουαρίου 2001 έγγραφο σχετικό συμφωνητικό, η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση έλαβε τη μορφή των διαδοχικών αγορών προς μεταπώληση. Για την σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται με τις έγγραφες προτάσεις τους, το από 15 Ιανουαρίου 2001 έγγραφο συμφωνητικό περιορισμένης χρονικής διάρκειας, που αφορούσε μόνο τις συναλλαγές του έτους 2001 και το οποίο ρύθμιζε τις εκπτώσεις επί των τιμολογίων, BONUS, τη διάρκεια πίστωσης, το πιστωτικό όριο, την εμπορευματική πίστωση και γενικά τους όρους συναλλαγής των διαδίκων κατά την πραγματοποίηση των διαδοχικών πωλήσεων. Πέραν της από 15 Ιανουαρίου 2001 έγγραφης συμβάσεως, οι διάδικοι δεν κατάρτισαν νεότερη σύμβαση για την περαιτέρω εμπορική συνεργασία τους σε αγοραπωλησίες λιπαντικών για το μετά το έτος 2001 χρονικό διάστημα, διότι διαφώνησαν για τους νεότερους διαφορετικούς όρους που έθεσε η εταιρεία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" και εκείνους που επεδίωκε η εταιρεία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" και οι συζητήσεις τους παρέμειναν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Γι' αυτό, μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου ισχύος της συμβάσεως, η προηγούμενη εμπορική συνεργασία, υπό τη μορφή αγοραπωλησιών, συνεχίστηκε ως σύμβαση αορίστου χρόνου, με τους ίδιους όρους που προέβλεπε το συμφωνητικό του χρονικού διαστήματος του έτους 2001. Δεν κατάρτισαν οι ίδιοι διάδικοι νεότερη έγγραφη ή προφορική σύμβαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εταιρεία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ", διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν ο,τιδήποτε με συγκεκριμένο περιεχόμενο, ώστε να καταλήξουν σε κοινά αποδεκτό σχέδιο συμφωνητικού. Από το προσκομιζόμενο από την εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" έγγραφο σχέδιο συμφωνητικού, δεν συνάγεται η χωρίς άλλο σύμπτωση των βουλήσεων των διαπραγματευομένων μερών καθ' ολοκληρίαν ή κατά ένα μέρος του περιεχομένου τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας των παραπάνω διαφωνιών των διαδίκων από τις διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα όσον αφορά το ύψος και τη χρονική διάρκεια της πιστώσεως των αγοραζομένων προϊόντων και λόγω ελλείψεως καταρτίσεως νεότερης συμβάσεως, η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εξελίχθηκε με προβλήματα στην εκτέλεση των παραγγελιών, λόγω μη τηρήσεως και υπερβάσεως από μέρους της εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" του συμβατικού πιστωτικού ορίου των 55.000.000 δραχμών και τη συμφωνημένη χρονική διάρκεια των ενενήντα ημερών για την πίστωση, μέχρι που τελικά διεκόπη οριστικά στο τέλος του 2002. Μάλιστα, ενώ η αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" παρήγγειλε την 5-7-2002 από την "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" τρεις δεξαμενές και τρία συστήματα διανομής, δεν τα παρέλαβε με αποτέλεσμα ο πελάτης της την 28-8-2002 να ακυρώσει την παραγγελία λόγω καθυστέρησης εκτέλεσής της. Ακόμη, στις 23-10-2002 και ενώ εκκρεμούσε η εκτέλεση της παραγγελίας που είχε κάνει η ίδια η αγοράστρια την 1-10-2002 και αφορούσε την προμήθεια 624 χαρτοκιβωτίων αντιψυκτικών συνολικού βάρους 7.488 κιλών, η "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" αξίωσε, προκειμένου να εκτελέσει την παραγγελία, να της παραδοθεί ως εγγύηση μία μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 100.000 ευρώ, η οποία θα παρέμενε στην τελευταία ως εγγύηση πληρωμής του τυχόν υπολοίπου των μεταξύ τους δύο δοσοληπτικών λογαριασμών με αριθμούς ... και .... Δεν αποδείχθηκε ότι η μη κανονική εκτέλεση των παραπάνω παραγγελιών οφείλεται σε υπαιτιότητα της εταιρείας "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών". Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η άρνηση εκτελέσεως είναι δικαιολογημένη και οφείλεται στο γεγονός ότι η αγοράστρια εταιρεία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" είχε ήδη υπερβεί το πιστωτικό όριο των 55.000.000 δραχμών και είχε μεγαλύτερο χρέος προς την πωλήτρια. Έτσι, η τελευταία θεωρούσε ότι θα ήταν επισφαλής η περαιτέρω εκτέλεση νεότερων πωλήσεων και η αύξηση του ποσού του χρέους σε μεγαλύτερο ύψος, που ήδη υπερέβαινε κατά πολύ το συμφωνημένο όριο. Από τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων και τις αγορές λιπαντικών που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2002, δημιουργήθηκε σε βάρος της αγοράστριας εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ύψους 364.787,80 ευρώ από αγορές προϊόντων ΒΡ και 27.526,09 ευρώ από αγορές Castrol και Duchams. Η εναγομένη με την 30712/20-9-2004 αγωγή αγοράστρια εταιρεία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" αναγνώρισε την 31 Οκτωβρίου 2002 εγγράφως, με δικές της επιστολές που απηύθυνε προς την πωλήτρια εταιρεία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών", η οποία και αποδέχθηκε, αμφότερα τα κονδύλια των οφειλών αυτών, οι οποίες ήταν ληξιπρόθεσμες, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται με τις έγγραφες προτάσεις τους. Ακόμη, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι μετά την αναγνώριση του οφειλομένου χρεωστικού υπολοίπου από την εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ", οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων συνεχίσθηκαν από την 1η Νοεμβρίου 2002 μέχρι την 10 Δεκεμβρίου 2002 και η πωλήτρια εταιρεία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" πώλησε προς την αγοράστρια εταιρία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" προϊόντα λιπαντικών ΒΡ και Castrol ή Duchams. Στις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες πώλησε λιπαντικά και εκδόθηκαν τα αναφερόμενα τιμολόγια για κάθε μία πώληση, με το επίσης αναφερόμενο συμφωνημένο συνολικό τίμημα κατά περίπτωση: Α. Για λιπαντικά ΒΡ 1) την 1-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 1.800,85 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 2)την 1-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 176,89 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 3)την 4-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 205,44 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 4)την 4-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 98,48 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 5) την 4-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 58,80 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 6)την 8-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 1.197,23 ευρώ (βλ. το με αριθ. 607254/2002 τιμολόγιο), 7)την 13-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 17.478,08 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 8)την 14-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 324,83 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 9) την 14-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 2.761,20 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 10) την 14-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 6.903 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 11) την 17-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 571,59 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 12) την 22-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 422,67 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 13)την 25-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 5.237,38 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 14) την 26-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 898,14 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 15) την 26-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 1.352,37 ευρώ (βλ. το με αριθ... τιμολόγιο), 16) την 27-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 2.447,75 ευρώ (βλ. το με αριθ. 608111/2002 τιμολόγιο), 17) την 28-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 1.140,99 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 18) την 30-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 1.185,90 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 19) την 4-12-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 58,80 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 20) την 5-12-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 5.086,67 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 21) την 6-12-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 1.094,45 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), 22) την 18-12-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 284,86 ευρώ (βλ. το με αριθ. ... τιμολόγιο), και συνολικά 50.786,37 ευρώ. Β. Για τα λιπαντικά προϊόντα Castrol ή Duchams πώλησε τα εξής: 1) την 11-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 139,56 ευρώ (βλ. το ... τιμολόγιο), 2) την 14-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 269,12 ευρώ (βλ. το ... τιμολόγιο), 3) την 18-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 75,63 ευρώ (βλ. το ... τιμολόγιο), 4) την 22-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 161,47 ευρώ (βλ. το ... τιμολόγιο), 5) την 27-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 69,78 ευρώ (βλ. το ... τιμολόγιο), 6) την 30-11-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 175,21 ευρώ (βλ. το ... τιμολόγιο), 7) την 10-12-2002 προϊόντα συνολικής αξίας 55,31 ευρώ (βλ. το ... τιμολόγιο) και συνολικά 946,08 ευρώ, Το συνολικό τίμημα από τις παραπάνω πωλήσεις, το οποίο ανήλθε στο ποσό των 51.732,45 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, εξαιτίας του ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό από την παρασχεθείσα συνολική πίστωση είχε υπερβεί το πιστωτικό όριο των 55.000.000 δραχμών (161.408,65 ευρώ), που περιλάμβαναν οι συμφωνημένοι όροι συνεργασίας των διαδίκων και είχε ανέλθει στο συνολικό ποσό των 444.046,34 ευρώ (364.784,80 + 27.526,09 + 51.732,45), ήταν πληρωτέο τοις μετρητοίς, σύμφωνα με το σχετικό όρο με αριθμό 10 της συμβάσεως που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων. Έναντι της συνολικής οφειλής της αγοράστριας εταιρείας "Ι. Σ. και Σία ΟΕ", η οποία ήταν ληξιπρόθεσμη και ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 444.046,34 ευρώ, όπως αυτή διαμορφώθηκε από την παραπάνω αναγνώριση των δύο οφειλών ύψους 364.784,80 και 27.526,09 ευρώ και την αγορά των παραπάνω λιπαντικών προϊόντων ύψους 51.732,45 ευρώ, η αγοράστρια κατέβαλε το συνολικό ποσό των 202.627,78 ευρώ. Το υπόλοιπο, ύψους 241.418,56 ευρώ (444.046,34 μείον 202.627,78), αρνείται να το καταβάλει. Ο ισχυρισμός της οφειλέτριας αγοράστριας ότι αποδέχθηκε συναλλαγματική ποσού 250.000 ευρώ, έκδοσης της ενάγουσας έναντι καταβολής, δεν αποτελεί ένσταση καταβολής, διότι δεν επικαλείται ότι προέβη σε εξόφληση. Άλλωστε, η αποδοχή της συναλλαγματικής αποτελεί υπόσχεση χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής και έτσι δεν επιφέρει απόσβεση του ποσού αν δεν προκύπτει εκπλήρωση. Λόγω της αρνήσεως της εναγομένης αγοράστριας "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" στην εξόφληση του ποσού και λόγω της υπερημερίας στην οποία περιήλθε, η πωλήτρια "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών", δυνάμει της από 23-12-2002 έγγραφης καταγγελίας-πρόσκλησης-δήλωσης, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στην αγοράστρια την 30 Δεκεμβρίου 2002, κατήγγειλε νόμιμα τη σύμβαση και ζήτησε την καταβολή όλων των οφειλομένων χρηματικών ποσών από την οφειλέτρια αγοράστρια και την απόδοση του εξοπλισμού που η πωλήτρια της είχε χρησιδανήσει. Έτσι, η εν λόγω καταγγελία, η οποία ήταν νόμιμη και βάσιμη, όπως ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επέφερε τα αποτελέσματά της και κατά συνέπεια η από 10-5-2001 (το ορθό είναι 15-1-2001 και όχι 10-5-2001 που εκ παραδρομής αναγράφεται) συνεργασία των διαδοχικών πωλήσεων προς μεταπώληση μεταξύ των διαδίκων, η οποία στο μεταξύ είχε καταστεί αορίστου χρόνου, νόμιμα έληξε. Σημειώνεται, ότι η παραπάνω καταγγελία της συμβάσεως από μέρους της πωλήτριας, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, είναι νόμιμη και δεν αποτελεί ενέργεια που έγινε κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς σπουδαίο λόγο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με την 48587/28-3-2003 αγωγή εταιρεία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ".

Συνεπώς, η κρινόμενη αυτή αγωγή, η οποία είναι αρκούντως ορισμένη, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, στηρίζοντας τις ένδικες αξιώσεις αποζημιώσεως της ενάγουσας εταιρείας "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" σε αντισυμβατική συμπεριφορά της εταιρείας "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" και υπό την εσφαλμένη προϋπόθεση, η οποία έχει αποβεί αναληθής, ότι δηλαδή η καταγγελία της συμβάσεως έγινε κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και χωρίς σπουδαίο λόγο, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθεί. Μετά την απόρριψή της, παρέλκει η έρευνα των ισχυρισμών και ενστάσεων της εναγομένης που βάλλουν κατά των επί μέρους αιτημάτων της. Κατ' ακολουθίαν, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρθηκαν, η κρινόμενη 30712/20-9-2004 αγωγή που άσκησε η εταιρεία με την επωνυμία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών", είναι βάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό των 241.418,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, όπως τον όρισε η μη θιγομένη ως προς το σημείο αυτό εκκαλουμένη απόφαση>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού αντικατέστησε εν μέρει τις αιτιολογίες του, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία επιδιώκετο αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη εξαιτίας της υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης κατά την εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και την χωρίς σπουδαίο λόγο και αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αυτής, αντίθετα δε έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση σ'αυτήν του υπολοίπου ποσού από τις αγοραπωλησίες των προϊόντων (λιπαντικών κλπ) τα οποία πώλησε στην αναιρεσείουσα κατά την διάρκεια της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας και η τελευταία αρνείται να της καταβάλει. Έτσι που έκρινε και μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 158, 185, 189, 191, 193, 195, 196, 513, 724, 725 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, ενώ αντιθέτως πληρούσαν το πραγματικό και δικαιολογούσαν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι εφόσον η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη θα πωλούσε στην αναιρεσείουσα προς μεταπώληση στη περιφέρεια του νομού Θεσσαλονίκης τα προϊόντα της (λιπαντικά κλπ), σύμφωνα με τους όρους που είχαν καθοριστεί, και με διάρκεια μόνο για το έτος 2001, και ότι μετά τη συμπλήρωση της ισχύος της χρονικής αυτής διάρκειάς της, δεν καταρτίσθηκε νεότερη συμφωνία με διαφορετικούς όρους, ενόψει του ότι οι διαπραγματεύσεις που έγιναν μεταξύ των διαδίκων απέβησαν άκαρπες, αφού κανένα όρο από τους προτεινόμενους εκατέρωθεν δεν αποδέχθηκαν τα μέρη, ώστε να μην υπάρξει νέα προφορική ή έγγραφη συμφωνία, εξακολούθησε να ισχύει εφεξής, ως αορίστου χρόνου σύμβαση, η συμφωνία που είχαν καταρτίσει τα μέρη για το έτος 2001, η δε αναιρεσείουσα παραβίασε ουσιώδεις όρους της σύμβασης αυτής και συγκεκριμένα, υπερέβη κατά πολύ το πιστωτικό όριο των 55.000.000 δραχμών και το χρέος προς την πωλήτρια συνεχώς αυξανόταν, ώστε η τελευταία θεωρώντας επισφαλή την περαιτέρω εκτέλεση άλλων παραγγελιών προς πώληση προϊόντων της στην αναιρεσίβλητη, προκειμένου να αποφύγει την αύξηση του χρέους της που θα διαμορφωνόταν σε ακόμη μεγαλύτερο ύψος, δεδομένου ότι ήδη υπερέβαινε κατά πολύ το συμφωνημένο όριο, την 30 Δεκεμβρίου 2002, κατήγγειλε νόμιμα τη σύμβαση και ζήτησε την καταβολή όλων των οφειλομένων χρηματικών ποσών από την οφειλέτρια αγοράστρια εταιρεία και την απόδοση του εξοπλισμού που της είχε χρησιδανήσει, η καταγγελία δε αυτή ήταν νόμιμη και έγινε κατά παράβαση ουσιωδών όρων της σύμβασης, ώστε να μην αποτελεί η ενέργεια αυτή παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών που αβάσιμα υποστηρίζει η αγοράστρια εταιρεία, ενώ συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την άσκηση της τελευταίας, με συνέπεια να μην δικαιούται η αναιρεσείουσα καμία αποζημίωση, συνεπεία της άνω καταγγελίας, ούτε για υπαίτια και αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης. Αντίθετα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι κατά την λήξη της μεταξύ των διαδίκων εμπορικής συνεργασίας, η αναιρεσείουσα είχε ληξιπρόθεσμη οφειλή προς την αναιρεσίβλητη, ποσού 444.046,34 ευρώ από τις μεταξύ τους συναλλαγές (αγορά και πώληση λιπαντικών κλπ), έναντι του οποίου της κατέβαλε 202.627,78 ευρώ, ώστε να εξακολουθεί να της οφείλει και να αρνείται να της καταβάλει το ποσόν των 241.418,56, δεδομένου ότι η συναλλαγματική που αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα χάριν καταβολής έναντι του υπολοίπου της οφειλής της αυτής, δεν εξοφλήθηκε. Ούτε όμως και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβίασε το Εφετείο ευθέως ή εκ πλαγίου, αναφορικά με την κατάρτιση νεότερης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων με διαφορετικούς όρους και διάρκεια απ' αυτούς που ίσχυαν στη σύμβαση για το 2001, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη σε αντίθεση προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και χωρίς σπουδαίο λόγο, καθόσον δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που να οδηγεί στην κατάρτιση μιας τέτοιας σύμβασης, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλ' αντιθέτως με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται ότι αποδείχθηκε πλήρως από τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτίμησε, "ότι πέραν της από 15 Ιανουαρίου 2001 έγγραφης συμβάσεως, οι διάδικοι δεν κατάρτισαν νεότερη σύμβαση για την περαιτέρω εμπορική συνεργασία τους σε αγοραπωλησίες λιπαντικών για το μετά το έτος 2001 χρονικό διάστημα, διότι διαφώνησαν για τους νεότερους διαφορετικούς όρους που έθεσε η εταιρεία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" και εκείνους που επεδίωκε η εταιρεία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" και οι συζητήσεις τους παρέμειναν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Γι' αυτό, μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου ισχύος της συμβάσεως, η προηγούμενη εμπορική συνεργασία, υπό τη μορφή αγοραπωλησιών, συνεχίστηκε ως σύμβαση αορίστου χρόνου, με τους ίδιους όρους που προέβλεπε το συμφωνητικό του χρονικού διαστήματος του έτους 2001. Δεν κατάρτισαν οι ίδιοι διάδικοι νεότερη έγγραφη ή προφορική σύμβαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εταιρεία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ", διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν ο,τιδήποτε με συγκεκριμένο περιεχόμενο, ώστε να καταλήξουν σε κοινά αποδεκτό σχέδιο συμφωνητικού, από τα προσκομιζόμενα δε από την εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και Σία ΟΕ" έγγραφα σχέδια συμφωνητικού, δεν συνάγεται η χωρίς άλλο σύμπτωση των βουλήσεων των διαπραγματευομένων μερών καθ' ολοκληρίαν ή κατά ένα μέρος του περιεχομένου τους". Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή, στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η εν λόγω απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι μετά την έγγραφη συμφωνία της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε άλλη νεότερη σύμβαση μεταξύ αυτών, αφού οι τελευταίοι δεν συμφώνησαν σε κανένα από τους διαπραγματευόμενους όρους και τα εκατέρωθεν προτεινόμενα σχέδια, η δε συνεργασία τους, στα πλαίσια των αγοραπωλησιών των άνω προϊόντων, εξακολούθησε να διέπεται από τους ίδιους όρους της σύμβασης του 2001, η οποία κατέστη αορίστου χρόνου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το αρθρ. 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο ( ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 485/2010 Α.Π. 344/2007). Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης του αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, προς θεμελίωση των αξιώσεών της, δέχθηκε ότι δεν καταρτίσθηκε άλλη σύμβαση πέραν αυτής που είχε καταρτισθεί με διάρκεια ισχύος το 2001 και μετά τη λήξη του έτους αυτού παρατάθηκε προκειμένου να διέπει τη συνεργασία των διαδίκων και για το μετέπειτα χρονικό διάστημα συμπεριλαμβανομένου και του έτους 2002, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι επί της ένδικης αγωγής, της οποίας η συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε στις 16-01-2007, δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση. Σε κάθε όμως περίπτωση, εφόσον μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης, πλήττεται η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της, τον οποίο επανέφερε νομίμως με την έφεσή της ενώπιόν του και συγκεκριμένα, ότι από την υπαίτια αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εταιρείας, απώλεσε, εκτός των άλλων, διαφυγόντα κέρδη ποσού 227.468,70 ευρώ, κατά την εκτέλεση της προφορικής μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, που καταρτίσθηκε και ίσχυε από 1-1-2002, με το να την υποχρεώσει να της παραδώσει επιταγή 100.000 ευρώ με λήξη 31-12-2003, να σφραγίσει την επιταγή 10 μήνες νωρίτερα από το χρόνο εγγραφής της έκδοσης, να αρνείται να εκτελέσει τις παραγγελίες της με σκοπό να μη συμπληρώσει τους 150 τόνους για να μη λάβει το bonus και να δυσφημισθεί η εταιρεία στους πελάτες της και να δημιουργηθεί στη αγορά η εντύπωση ότι η επιχείρηση πρόκειται να κλείσει, με συνέπεια να μειωθούν οι πωλήσεις της και να ζημιωθεί κατά το παραπάνω ποσό. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας περιλαμβάνεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης προκύπτει, ότι λήφθηκε υπόψη ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός και απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, και σε κάθε περίπτωση, απορρίφθηκε στην ουσία εκ των πραγμάτων με την παραδοχή από την αναιρεσιβαλλομένη αντίθετων γεγονότων προς αυτά που τον συγκροτούν και συγκεκριμένα, ότι ποτέ δεν καταρτίσθηκε και δεν λειτούργησε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα προφορική συμφωνία, ενώ η επιφυλακτικότητα της εναγομένης να εκτελεί της παραγγελίες της, οφείλετο σε παράβαση εκ μέρους της ουσιωδών όρων της πράγματι ισχύουσας μεταξύ τους σύμβασης, που την καθιστούσε επισφαλή πελάτη, λόγος ο οποίος και την οδήγησε να καταγγείλει την σύμβαση αυτή. Επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β'ΚΠολΔ), αντίθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 30-09-2012 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2368/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-09-2012 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2368/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ