2053/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2053 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated2053/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2053 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2053 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2053/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κοκύρη - Χρηστίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2160/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 893/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως). Κατά το άρθρο 207 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια δικαιοπραξία υπό αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται το άνω άρθρο 207 παρ.1 του ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται, μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, ότι θα χορηγούνται στον τελευταίο προαγωγές σε ανώτερους βαθμούς ή άλλες παροχές που βελτιώνουν τη θέση του στην επιχείρηση, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων θα διαπιστώνεται από τον εργοδότη ή από όργανό του, γεγονός που συμβαίνει όταν η υπό προϋπόθεση βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό της επιχειρήσεως που έχει ισχύ συμβάσεως. Στην περίπτωση αυτή παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως αντίθετα προς την καλή πίστη υπάρχει και όταν κρίνεται από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή σε ανώτερο βαθμό ή τη λήψη άλλης παροχής, η κρίση όμως αυτή είναι καταφώρως άδικη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με τις από 29-9-1981 και 29-2-1982. αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, ορίζει ότι η προαγωγή των υπαλλήλων από το βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου στο βαθμό του υποδιευθυντή, που είναι ο καταληκτικός βαθμός της υπαλληλικής ιεραρχίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής, κατ'απόλυτον εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά από πρόταση του διοικητή, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι: α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον προηγούμενο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσης, επίδειξη εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας και δ) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθεσίμων μέσων του υπάρχοντος προσωπικού, με τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και την παραγωγικότητα των εργαζομένων. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο και τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως υπάλληλος στις 19.7.1976 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της. Εξελίχθηκε υπηρεσιακώς μέχρι και το βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, στον οποίο προήχθη την 1.7.1994. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος και του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο Proficiency, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών. ΄Εχει παρακολουθήσει τα ακόλουθα 32 ενδοτραπεζικά σεμινάρια: 1) Πρόγραμμα συναλλάγματος, 2) πρόγραμμα μηχανογραφικής οργάνωσης υποκαταστημάτων και πρακτορείων, 3) το τραπεζικό σύστημα στην πρόκληση του 1992, 4) εφαρμοσμένη διοίκηση GRID, 5) συνάλλαγμα εγχώριες και διεθνείς αγορές, 6) εφαρμοσμένη διοίκηση GRID II, 7) αποτίμηση ενοποιημένοι ισολογισμοί γενικό λογιστικό σχέδιο, 8) προπαρασκευαστικό σεμινάριο ΓΕΤ, 9) βασικές χρηματοδοτικές έννοιες, 10) σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, 11) αγορές χρήματος και κεφαλαίων, 12) χρηματοδοτικοί κίνδυνοι - κάλυψη κινδύνων, 13) protofolio analysis and return on cap, 14) introduction to financial products and risk management, 15) Αγγλικά ΓΕΤ, 16) ειδικοί φόροι τραπεζικών συναλλαγών, 17) swaps, 18) options and futures, 19) accounting for derivatives, 20) advanced English language course, 21) changes in banking, 22) οικονομικά μαθηματικά, 23) word 6.0, 24/excel 5.0, 25) Risk management στον τραπεζικό τομέα, 26) Tresury Management for Supervisors, 27) Accounting System for FX and Derivatives Instruments, 28) Asset Liability Management Best practice/A Global Respective, 29) Excel II, 30) Πρόταση για τη Νέα Κεφαλαιακή Επάρκεια, 31) Word II και 32) Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στην υπηρεσία λογιστηρίου του υποκαταστήματος ... , όπου υπηρέτησε μέχρι τις 26.5.1977. Ακολούθως υπηρέτησε στο Τμήμα Αξιών προς Είσπραξη του κεντρικού καταστήματος από 27.5.1977, στο Τμήμα Επιθεώρησης κεντρικού καταστήματος από 19.4.1984 και στον Τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων από 22.3.1989 μέχρι 9.3.1993. Το έτος 1993 η Τράπεζα προέβη σε πρόσκληση προς το προσωπικό της που επιθυμούσε να συμμετάσχει σε ειδικό προπαρασκευαστικό σεμινάριο, προκειμένου να τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών προς πλήρωση των κενών θέσεων της διεύθυνσης αυτής. Στο σεμινάριο αυτό έλαβαν μέρος οικειοθελώς 33 υπάλληλοι της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, οι οποίοι αξιολογήθηκαν από επιτροπή και κατατάχθηκαν σε πίνακα κατ' αξιολογική σειρά προκειμένου να καταλάβουν τις παραπάνω κενές θέσεις, ο δε αναιρεσείων κατατάχθηκε 3ος. Από τους 33 αυτούς υπαλλήλους αρχικά τοποθετήθηκαν στην εν λόγω Διεύθυνση οι πρώτοι 11, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, σε μεταγενέστερο δε χρόνο τοποθετήθηκαν και οι λοιποί. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών στις 10.3.1993. Από 26.5.1993 εντάχθηκε στη διαβάθμιση του Επιθεωρητή Γ', ενώ κατείχε το βαθμό του αρχιλογιστή, από 2.6.1994 στη διαβάθμιση του Επιθεωρητή Β', ενώ κατείχε το βαθμό του Τμηματάρχη και από 14.10.1996 στη διαβάθμιση του Επιθεωρητή Α', κατέχοντας τον ίδιο βαθμό του Τμηματάρχη. Η συμμετοχή του αναιρεσείοντος στο προαναφερόμενο προπαρασκευαστικό σεμινάριο δεν αποτελεί προσόν για την προαγωγή του, καθόσον αποσκοπούσε στην πλήρωση των θέσεων της νέας διεύθυνσης. Εξάλλου, η ένταξή του στις διαβαθμίσεις του Επιθεωρητή Α', Β' και Γ' δεν αντιστοιχεί στις θέσεις ευθύνης του Προϊσταμένου Υπηρεσίας, του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος και Υποδιευθυντή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος, και συνεπώς αυτός δεν είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα μέχρι τις προαγωγικές κρίσεις του Μαϊου 2002. Ειδικότερα, η ΑΓΣ 17/16.9.1992 προέβλεπε τη διάρθρωση της ΓΕΤ σε έξι τομείς και ένα τμήμα γραμματείας. Ο διευθυντής της διεύθυνσης φέρει τον τίτλο του Γενικού Επιθεωρητή Τραπεζών και υποβοηθείται στο έργο του από τρεις Υποδιευθυντές, ο καθένας από τους οποίους έχει την εποπτεία δύο τομέων, σε κάθε τομέα δε προϊσταται ο Προϊστάμενος Τομέα. Επίσης καθορίσθηκε ο αριθμός των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης ως εξής: 1 θέση Γενικού Επιθεωρητή Τραπεζών, 3 θέσεις Υποδιευθυντών, 6 θέσεις Προϊσταμένων Τομέα (αντίστοιχων του βαθμού του Εντεταλμένου Τμηματάρχη ή Τμηματάρχη με καθήκοντα ευθύνης Προϊσταμένου Τομέα) και 30 θέσεις Επιθεωρητή Α', 40 θέσεις Επιθεωρητή Β', 60 θέσεις Επιθεωρητή Γ' και απεριόριστος αριθμός βοηθών Επιθεωρητή Α' και βοηθών Επιθεωρητή Β'. Σύμφωνα με αυτά, η ένταξη του αναιρεσείοντος σε οργανική θέση Επιθεωρητή Α' του "Τομέα Εποπτείας Μεγάλων Εμπορικών Τραπεζών" κατά τα έτη 1998 έως 2002, του οποίου Τομέα μάλιστα προϊστάμενος ήταν άλλος υπάλληλος (ο .... ), όπως και η χορήγηση επιδόματος ευθύνης, δεν ισοδυναμούν με κατοχή θέσης ευθύνης. Ειδικότερα, με την Π.Δ. 337/2.6.1989 και σε υλοποίηση της απόφασης του Γενικού Συμβουλίου της ΤΕ 6/3.3.1989, με την οποία εγκρίθηκε η νέα οργανωτική διάρθρωση των Διευθύνσεων Εσωτερικής Επιθεώρησης και Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών και καθορίσθηκαν οι νέες διαβαθμίσεις, στις οποίες εντάσσεται το εξειδικευμένο προσωπικό της Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών (Βοηθός Επιθεωρητής Β', Βοηθός Επιθεωρητής Α', Επιθεωρητής Γ', Επιθεωρητής Β', Επιθεωρητής Α'), εγκρίθηκε η χορήγηση επιδόματος ευθύνης στις θέσεις Επιθεωρητών Α', Β' και Γ', το οποίο εξομοιώνεται με το επίδομα ευθύνης που χορηγείται σε άλλες υπηρεσιακές μονάδες της τράπεζας, όπως ορίζεται στην εν λόγω ΠΔ (σελ. 10). Συγκεκριμένα ορίζεται ότι "Η θέση του Επιθεωρητή Α' εξομοιώνεται από άποψη επιδόματος ευθύνης με τη θέση του Υποδιευθυντή, του Προϊσταμένου του Τμήματος ή του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος, εφόσον ο υπάλληλος φέρει αντίστοιχα το βαθμό του Υποδιευθυντή, του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου ή του Τμηματάρχη". Σύμφωνα με τη διατύπωση της ΠΔ, η εξομοίωση αφορά μόνο τη χορήγηση επιδόματος ευθύνης, η δε ένταξη στις διαβαθμίσεις του Επιθεωρητή Α', Β', Γ' δεν έχει ως συνέπεια, όπως προαναφέρθηκε, τα καθήκοντα των εν λόγω διαβαθμίσεων να αντιστοιχούν με τη θέση ευθύνης Υποδιευθυντή κλπ. Περαιτέρω, από το έτος 1990 μέχρι το έτος 1998 καταργήθηκαν από την αναιρεσίβλητη τα φύλλα επίδοσης και για το χρονικό αυτό διάστημα δεν υπάρχουν για τον αναιρεσείοντα αξιολογικά στοιχεία. Στην έκθεση αξιολόγησης του έτους 1999 χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος σε 10 από τα 13 κριτήρια και πολύ καλός σε 3, το έτος 2000 χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος στα 12 από τα 13 κριτήρια και πολύ καλός στην απόδοση. Τέλος, η συμμετοχή του σε επιτροπές και ομάδες εργασίας δεν αποτελεί πρόσθετο προσόν κατά τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης για προαγωγή του υπαλλήλου στον επόμενο βαθμό της κλίμακας της ιεραρχίας. Κατά τις κρίσεις του έτους 2002, για προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, μετά από πρόταση του Διοικητή, με απόφασή του που περιελήφθη στα πρακτικά συνεδρίασής του με αριθμό 7/27.5.2002 προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.5.2002, μεταξύ άλλων, τους υπαλλήλους Χ1, Χ2 και Χ3. Από τους προαχθέντες: 1) ο Χ1 προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη στις 5.10.1970, έχοντας προϋπηρεσία στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος, και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1.1.1997. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο. Υπηρέτησε από την πρόσληψή του στο τμήμα καταθέσεων της διεύθυνσης ταμείων. Το 1976 τοποθετήθηκε στη διεύθυνση πληροφορικής και οργάνωσης. Στη συνέχεια, του ανατέθηκαν και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Οργάνωσης από 13.9.1993 μέχρι 19.3.2000 και καθήκοντα Προϊσταμένου του Τομέα Οργάνωσης και Προγραμματισμού από 20.3.2000 και εφεξής. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 και 2000 χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια. Η συμμετοχή του σε επιτροπές και ομάδες εργασίας δεν αποτελεί ιδιαίτερο προσόν κατά τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της εκκαλούσας, 2) Ο Χ2 προσελήφθη στις 11.8.1972 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1.1.1997. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και έχει πτυχίο Lower. Έχει παρακολουθήσει τα εξής 4 σεμινάρια: 1) Τραπεζικά - Χρηματοοικονομικά θέματα (2000), 2) 150 9000 AUDITING (2000), 3) ο εσωτερικός έλεγχος των επιχειρήσεων και το σύγχρονο management (2000) και 4) Information Systems Audit and Security (1993). Υπηρέτησε από την πρόσληψή του έως το 1982 στο τμήμα ενεγγύων πιστώσεων Δημοσίου και από την 1.12.1982 στο τμήμα επιθεώρησης υποκαταστημάτων. Ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου του Τομέα Επιθεώρησης Περιφερειακών Μονάδων από τον Ιούλιο του έτους 2001 μέχρι και τις ένδικες ως άνω προαγωγικές κρίσεις. Στις εκθέσεις αξιολογήσεις των ετών 1999 και 2000 χαρακτηρίζεται εξαίρετος. 3) Ο Χ3 προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη στις 6.10.1971 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1.12.1992. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά χωρίς να κατέχει σχετικά πτυχία. Έχει παρακολουθήσει 1 σεμινάριο Συναλλάγματος και Μηχανογράφησης. Υπηρέτησε στο τμήμα ειδικών λογαριασμών εξωτερικού από το 1974 έως το 1985 που αποσπάσθηκε στο ΣΥΤΕ. Το 1993 τοποθετήθηκε στο τμήμα εξαγωγών, όπου ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος αυτού από την 1.3.1994 μέχρι και τις ένδικες ως άνω προαγωγικές κρίσεις. Στις αξιολογικές εκθέσεις των ετών 1999 και 2000 χαρακτηρίζεται εξαίρετος. Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε ότι από τη συγκριτική αντιπαράθεση των προσόντων των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του αναιρεσείοντος με εκείνα του ίδιου, προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερείχε έναντι όλων ως προς τη παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και ως προς τους τίτλους σπουδών, υστερούσε όμως έναντι όλων ως προς την αξιολόγηση και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων: 1) έναντι του Χ1 υπερείχε ως προς αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη κατά 2,5 έτη, ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που παρακολούθησε (32 έναντι κανενός), ως προς τους τίτλους σπουδών (2 πτυχία έναντι ενός) και ως προς το επίπεδο γνώσης ξένης γλώσσας. Υστερούσε ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού δεν άσκησε τέτοια καθήκοντα, ενώ ο προαχθείς άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος και από το 2000 ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα, ως προς την αξιολόγηση κατά τα έτη 1999 και 2000 ( ο προαχθείς χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια) και ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά 5 έτη και 9 μήνες. 2) Έναντι του Χ2 υπερείχε ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη κατά 2,5 έτη, ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που παρακολούθησαν (32 έναντι 4), ως προς τους τίτλους σπουδών (2 πτυχία έναντι ενός) και ως προς το επίπεδο γνώσης της ξένης γλώσσας. Υστερούσε ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού δεν άσκησε τέτοια καθήκοντα, ενώ ο προαχθείς ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα, ως προς την αξιολόγηση (ο προαχθείς αξιολογήθηκε ως εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια) και ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά 4 έτη. 3) Έναντι του Χ3 υπερείχε ως προς τον αριθμό παρακολούθησης επιμορφωτικών σεμιναρίων (32 έναντι 1) και ως προς τους τίτλους σπουδών (2 πτυχία έναντι 1). Υστερούσε όμως ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη κατά 1,5 έτος, ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού δεν άσκησε τέτοια καθήκοντα, ενώ ο προαχθείς ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από το 1994, ως προς την αξιολόγηση (ο προαχθείς σε όλα εξαίρετος), ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά 4 έτη και εννέα μήνες και ως προς τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας.
Κατόπιν αυτών έκρινε το Εφετείο ότι από τα προαναφερόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος και των ανωτέρω συγκρινόμενων με αυτόν συναδέλφων του, αντικειμενικώς εκτιμώμενα, δεν υπάρχει συνολικώς κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι οποιουδήποτε από αυτούς, έτσι ώστε το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης που δεν τον προήγαγε, να θεωρηθεί ότι τον αδίκησε κατάφωρα. Στην κρίση αυτή κατέληξε το Εφετείο, ενόψει κυρίως του ότι ο αναιρεσείων υστερούσε έναντι όλων ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, γεγονός με βαρύνουσα σημασία στην κρίση για προαγωγή. Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, παραλείποντας τον αναιρεσείοντα και προάγοντας τους παραπάνω συναδέλφους του στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1-5-2002, δεν εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη την πλήρωση της συμβατικής αιρέσεως και απέρριψε τη σχετική με την ανωτέρω προαγωγική κρίση δεύτερη επικουρική βάση της ένδικης αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, αφού με βάση τα προεκτιθέμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος και των ανωτέρω συναδέλφων του δεν προέκυπτε κατάδηλη υπεροχή τούτου έναντι αυτών. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ως αιτιολογίες κατά τον αριθ.19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. νοούνται τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσία πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν το αποδεικτικό του πόρισμα, δηλ. την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, και όχι η ειδική αναφορά και αξιολόγηση των εκτιμηθέντων από το δικαστήριο κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ΄αριθ. 893/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ