Supreme Court allows appeal against second instance judgment for erroneous application of joint account sharing rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a dispute over a joint bank account. The appellant argued the lower court incorrectly calculated her share by applying a 50/50 split to individual withdrawals rather than the total balance. The Court found the Second Instance Court violated Article 493 of the Civil Code by failing to properly allocate shares based on the agreed ratio. Consequently, the judgment was annulled in part and remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 493, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; Where a second instance court erroneously applies the statutory rules for sharing joint account balances, the Supreme Court must annul the judgment in part and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2052 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2052/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ.-Τ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη, η οποία ανακάλεσε την από 18-09-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Τ. του Φ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Νικόλαο Χαϊδούτη. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέφερε στο ακροατήριο. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο η πληρεξούσια της αντιδίκου η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής.
Το δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7544/2018 οριστική και 11744/2018 διορθωτική του ίδιου Δικαστηρίου και 798/2023 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-01-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο, η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1 και 2 και 576 §§ 1 ως 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και, αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή μη της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 1211/2021, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 1130/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 119/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 § 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα προς τον οποίο δίνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με ιδιωτικό έγγραφο στις εργατικές διαφορές, εφόσον αυτό φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα, και παρέχει στο δικηγόρο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η άσκηση ενδίκων μέσων, και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές, ειδικότερα δε κατά το άρθρο 96 § 3 εδ.
α' ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.Α.Π. 13/2008, Α.Π. 600/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η κρινόμενη από 11.1.2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ.798/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, της οποίας η συζήτηση προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, εμφανίσθηκε για τον αναιρεσίβλητο ο δικηγόρος Νικ. Χαιδούτης και υπέβαλε αίτημα αναβολής, μετά την απόρριψη του οποίου αποχώρησε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση που επακολούθησε, επομένως ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, εφόσον δεν υποβλήθηκε ούτε η προβλεπόμενη από το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ δήλωση.
Από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. ....2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Σ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 11.1.2024 αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού α) της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2025).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 798/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ. 7544/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την αριθ/11744/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και έκανε δεκτή εν μέρει την από 7.12.2015 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, δημοσιεύτηκε στις 12.5.2023 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 16.6.2024 (άρθρα 144 παρ. 1 και 3, 145 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/32, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/71 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' του ν.δ. 118/1973 : "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού, (compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1).
Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ.2)". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491, και 493 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι του ίδιου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ' ενός και του δέκτου της κατάθεσης νομικού προσώπου αφ' ετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των κατατεθέντων χρημάτων (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το κατατεθέν χρηματικό ποσό από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της κατάθεσης και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από τη μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή, αντίθετα, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 4 που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο, η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση. Το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της έλλειψης δικαιώματος αναγωγής έχει ο διάδικος που προβάλλει το πιο πάνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 1410/2015).
Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1001/2012).
Περαιτέρω, και με βάση την προαναφερόμενη έννομη σχέση που συνδέει τους συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού, ο καθένας από αυτούς δεν διαπράττει με την ανάληψη ποσών υπεξαίρεση, ούτε γίνεται πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας ή με ζημία άλλων (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 5901/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ << αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο , ελληνικό ή ξένο , εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς>>. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Εξάλλου τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, από τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου (ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 1000/2017) δεν αποτελούν κανόνες δικαίου και γι' αυτό η παραβίασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008), εκτός εάν χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών και παραβιαστούν τα διδάγματα αυτά ,οπότε ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση του συγκεκριμένου αυτού κανόνα δικαίου (ΑΠ 77/2014,ΑΠ 1583/2011).
Επίσης δεν αποτελούν κανόνα δικαίου τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή οι τρόποι συμπεριφοράς , που επικρατούν στις συναλλαγές, εκτός εάν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ΑΠ 77/2014), οπότε αυτά καθίστανται μέρος του κανόνα αυτού και η μη εφαρμογή ή η εσφαλμένη εφαρμογή τους ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.
Τέλος οι γενικές αρχές του δικαίου δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου αλλά τέτοιους κανόνες αποτελούν οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που πηγάζουν από αυτές και προσδιορίζουν τη μορφή και το περιεχόμενο της έννομης τάξης στο σύνολό της (ΑΠ 472/2009, ΑΠ 924/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 7.12.2015 αγωγή, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Χ.
Κ.-Τ. εξέθεσε ότι ήταν συνδικαιούχος με τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, εν διαστάσει σύζυγό της, κοινού τραπεζικού λογαριασμού, το περιεχόμενο του οποίου ανήκε εξ ολοκλήρου στην ίδια, επειδή περιείχε τα χρήματα που εισέπραττε ως μερίσματα από μετοχές ανωνύμων εταιριών, που κατείχε, και ότι ο εναγόμενος ανέλαβε τμηματικά από τον λογαριασμό αυτό και παρακράτησε το συνολικό ποσό των 397.550,56 ευρώ.
Ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αρχικό καταψηφιστικό αίτημά της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι αυτός οφείλει να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό με βάση την εσωτερική σχέση των διαδίκων και τις διατάξεις περί κοινού λογαριασμού, άλλως επικουρικώς λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του. Με την αριθμ. 7544/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την αριθ. 11744/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, απορρίφθηκε η αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και έγινε δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα κατά την κύρια βάση της για το συνολικό ποσό των 253.775,28€, από το οποίο 198.775,28€ αφορούσαν το ήμισυ του συνολικού αναληφθέντος από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο ποσού.
Επί αντιθέτων εφέσεων της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 798/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Η πρώτη ενάγουσα και ο εναγόμενος τέλεσαν στις 25.4.1987 νόμιμο γάμο, ωστόσο, η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε οριστικά την 1.10.2013, με την αποχώρηση του εναγομένου από την οικογενειακή στέγη και τελικά ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με τη με αριθ.572/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης....
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ,οι ως άνω πρώην σύζυγοι, άνοιξαν στις 15.5.2002 το με αριθ. ... κοινό λογαριασμό, στο υποκατάστημα της τράπεζας "Πειραιώς ΑΕ...Στον κοινό αυτό λογαριασμό καταθέτονταν ποσά προερχόμενα, κυρίως από τα μερίσματα των μετοχών, κυριότητας της πρώτης ενάγουσας, στις εταιρείες "GOODY'S ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΧΑΡΙΛΑΟΥ Α.Ε." και "ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΠΕΡΑΙΑΣ ΑΕ" (κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2002 μέχρι και 28.6.2013), επιπλέον, όμως, καθ'ολη τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού και λοιπά ποσά, προερχόμενα από πηγές εισοδημάτων του εναγομένου, όχι, όμως, και χρήματα από άλλες (πλην των μερισμάτων) πηγές εισοδημάτων της 1ης ενάγουσας....Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι η σχέση, που συνέδεε την 1η ενάγουσα με τον εναγόμενο, ως συνδικαιούχων του ένδικου λογαριασμού, ήταν εκείνη της εντολής, υπό την έννοια ότι ο εναγόμενος ορίστηκε εντολοδόχος, ώστε να έχει μεν τη δυνατότητα να πραγματοποιεί αναλήψεις και καταθέσεις χρημάτων και όλες τις εν γένει κινήσεις και τη διαχείριση του λογαριασμού, πλην , όμως, μόνο κατόπιν εντολής και για λογαριασμό της 1ης ενάγουσας....Περαιτέρω αποδείχθηκε, όπως, άλλωστε, η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, ότι ο ένδικος λογαριασμός εμφάνιζε στις παρακάτω ημερομηνίες το εξής, εκάστοτε, υπόλοιπο καταθέσεων:
στις 15.4.2013 το ποσό των 346.609 ευρώ, στις 15.5.2013 το ποσό των 252.752,55 ευρώ, στις 17.6.2013 το ποσό των 200.819,73 ευρώ, στις 16.7.2013 το ποσό των 173.295,45 ευρώ, στις 13.9.2013 το ποσό των 18.451 ευρώ και στις 27.9.2013 το ποσό των 15.590,37€. Ο εναγόμενος, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, από το εκάστοτε εμφανιζόμενο ως άνω υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού προέβη στις εξής διαδοχικές αναλήψεις:
στις 15.4.2013 προέβη σε ανάληψη του ποσού των 100.001 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια κατέθεσε στο με αριθμό ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με μοναδικό δικαιούχο τον ίδιο, ενώ την ίδια ημέρα μετέφερε σε λογαριασμό τρίτου προσώπου το ποσό των 26.500 ευρώ, δηλαδή συνολικά σε ανάληψη ποσού 126.501 ευρώ, στις 15.5.2013 προέβη σε ανάληψη του ποσού των 52.000 ευρώ, στις 17.6.2013 προέβη σε ανάληψη του ποσού των 25.000 ευρώ, στις 16.7.2013 προέβη σε ανάληψη του ποσού των 170.000 ευρώ, στις 13.9.2013 προέβη σε ανάληψη του ποσού των 14.844,45 ευρώ....Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ...η 1η ενάγουσα και ο εναγόμενος, ως συνδικαιούχοι του κοινού λογαριασμού, έχουν, κατά το νόμιμο τεκμήριο της διάταξης του άρθρου 493 ΑΚ, δικαίωμα σε ίσα μέρη στο διαθέσιμο υπόλοιπο αυτού και συνεπώς η μη αναλαβούσα συνδικαιούχος έχει αναγωγική αξίωση έναντι του εναγομένου για το μέρος του εκάστοτε υπολοίπου της κατάθεσης, που αυτός έλαβε και το οποίο υπερβαίνει την αναλογία που του αντιστοιχούσε, ήτοι το ήμισυ του διαθέσιμου αυτού υπολοίπου....Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο εναγόμενος στις 15.4.2013, από το διαθέσιμο στον κοινό λογαριασμό υπόλοιπο καταθέσεων των 346.608 ευρώ, έλαβε συνολικά το ποσό των 126.501 ευρώ (100.001+26.500), δηλαδή μέρος όχι μεγαλύτερο από το ήμισυ, ήτοι το ποσό των (346.608:2=) 173.304 ευρώ, που του αντιστοιχούσε και παρέμεινε υπόλοιπο καταθέσεων 220.107 ευρώ (το οποίο στις 29.4.2013 ανερχόταν, με βάση τις χρεοπιστώσεις του ένδικου λογαριασμού, που δεν καταλογίζονται από την ενάγουσα στον εναγόμενο ούτε αμφισβητούνται από αυτή, στο ποσό των 198,05 ευρώ), στις 15.5.2013 από το διαθέσιμο υπόλοιπο των 252.752,55 ευρώ, ο εναγόμενος έλαβε το ποσό των 52.000 ευρώ, δηλαδή μέρος όχι μεγαλύτερο από το ήμισυ, ήτοι το ποσό των (252.752,55:2=) 126.376,27 ευρώ που του αντιστοιχούσε και παρέμεινε υπόλοιπο καταθέσεων 200.752 ευρώ (το οποίο στις 14.6.2013 ανερχόταν, με βάση τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού, που δεν καταλογίζονται από την ενάγουσα στον εναγόμενο ούτε αμφισβητούνται από αυτή, στο ποσό των 149,65 ευρώ), στις 17.6.2013, από το διαθέσιμο υπόλοιπο των 200.819,73 ευρώ, ο εναγόμενος έλαβε το ποσό των 25.000 ευρώ, δηλαδή μέρος όχι μεγαλύτερο από το ήμισυ, ήτοι το ποσό των (200.819,73:2=) 100.409,86 που του αντιστοιχούσε και παρέμεινε υπόλοιπο καταθέσεων 175.819 ευρώ (το οποίο στις 15.7.2013 ανερχόταν, με βάση τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού που δεν καταλογίζονται από την ενάγουσα στον εναγόμενο ούτε αμφισβητούνται από αυτή, στο ποσό των 3.295,45 ευρώ), στις 16.7.2013 από το διαθέσιμο υπόλοιπο των 173.295,45 ευρώ, ο εναγόμενος έλαβε το ποσό των 170.000 ευρώ, ενώ δικαιούνταν το ήμισυ του διαθέσιμου υπολοίπου, δηλαδή το ποσό των (173.295,45:2=) 86.647,725 ευρώ, επομένως, έλαβε ποσό μεγαλύτερο κατά (170.000-86.647,725=) 83.352,275 ευρώ, από εκείνο που του αντιστοιχούσε, στις 13.9.2013 από το διαθέσιμο υπόλοιπο των 18.451 ευρώ, ο εναγόμενος έλαβε το ποσό των 9.205,11 ευρώ, δηλαδή μέρος όχι μεγαλύτερο από το ήμισυ, ήτοι το ποσό των (18.451:2=) 9.225,50 ευρώ που του αντιστοιχούσε και παρέμεινε υπόλοιπο καταθέσεων 9.245,11 ευρώ και στις 27.9.2013 από το διαθέσιμο υπόλοιπο των 15.590,37 ευρώ, έλαβε το ποσό των 14.844,45 ευρώ, ενώ δικαιούνταν το ήμισυ του διαθέσιμου υπολοίπου, δηλαδή το ποσό των (15.590,37:2=) 7.795,185 ευρώ και επομένως, έλαβε ποσό μεγαλύτερο κατά (14.844,45-7.795,185=) 7.049,265 ευρώ από εκείνο που του αντιστοιχούσε.
Επομένως αποδεικνύεται ότι η 1η ενάγουσα έχει βάσιμη αξίωση κατά του εναγομένου μόνο για τα ως άνω ποσά των 83.352,275 ευρώ και 7.049,265 ευρώ, τα οποία αυτός ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό στις 16.7.2013 και 27.9.2013, αντίστοιχα, καθ'υπέρβαση της αναλογίας (ήμισυ),που του αντιστοιχούσε, από το εκάστοτε διαθέσιμο κατά τις ως άνω ημεροχρονολογίες υπόλοιπο, ήτοι για το συνολικό ποσό των 90.401,54 ευρώ, ενώ για τα υπόλοιπα ποσά, που ο εναγόμενος απέσυρε από τον κοινό λογαριασμό και δεν υπερβαίνουν την αναλογία που αυτός δικαιούνταν, η ενάγουσα δεν έχει βάσιμη αναγωγική αξίωση, απορριπτομένης της αγωγής, κατά το αντίστοιχο σκέλος, ως ουσιαστικά αβάσιμης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση επί της ουσίας, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 90.401,54 ευρώ για την αξίωσή της από τον κοινό λογαριασμό, απορρίπτοντας την αγωγή κατά το υπόλοιπο ποσό ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι διάδικοι είναι συνδικαιούχοι του κοινού λογαριασμού κατά τη διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ και στη συνέχεια ότι η μη αναλαβούσα συνδικαιούχος (αναιρεσείουσα) έχει αναγωγική αξίωση έναντι του εναγομένου για το μέρος του εκάστοτε υπολοίπου της κατάθεσης, που αυτός έλαβε και το οποίο υπερβαίνει την αναλογία που του αντιστοιχούσε, ήτοι το ήμισυ του διαθέσιμου αυτού υπολοίπου, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος έχουν δικαίωμα κατ' ίσα μέρη στο περιεχόμενο του κοινού λογαριασμού, εν συνεχεία, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, υπολόγισε το οφειλόμενο στην αναιρεσείουσα ποσό από κάθε επιμέρους ανάληψη του αναιρεσίβλητου, με βάση την αναλογία που δέχθηκε, επί του περιεχόμενου του λογαριασμού κατά τον αμέσως πριν από την ανάληψη χρόνο, αντί να επιμερίσει το ποσό κάθε ανάληψης χωριστά με βάση την ανωτέρω αναλογία και εν συνεχεία να αθροίσει αυτά τα επιμέρους ποσά, ή να επιμερίσει μεταξύ των διαδίκων με βάση την ίδια ως άνω αναλογία το σύνολο των αναλήψεων του αναιρεσίβλητου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 798/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος της αυτό στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ