Legislator Case Law & Legislation
2052/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification, upholding free evaluation of evidence.

Case Number 2052/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding the classification of employment contracts. The appellant argued that successive service contracts constituted a single indefinite-term employment contract, while the respondent maintained the contracts were purely contractual services. The court rejected the appeal because the appellate court had freely evaluated all evidence, including the disputed documents, without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 561a of the Code of Civil Procedure; The appellate court's free evaluation of evidence prevails, and an appeal cannot be based on a claim that the lower court's assessment of facts was erroneous or led to a different conclusion.

Keywords

AI generated
labor contract classification successive service contracts free evaluation of evidence appellate review standards indeterminate term employment civil procedure appeal evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1782/2017
Case 1097/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2052 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2052/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. Γ. του Π., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αμαλία Κουτσοκέρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... .", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευάγγελο Παλούκη, Φίλιππο Κώτσιο και Ευθύμιο Καραΐσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2021 του Μονομελούς Εφετείου ... . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-1-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5 Ιανουαρίου 2022 με αριθ. καταθ. 1/7.1.2022 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμ. 96/15.10.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... , που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 112/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... .

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 24.12.2018 με αριθ. κατάθ. ... αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την ως άνω αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ς, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι κατάρτισε με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... " τις από 14.4.2011, 19.5.2014, 18.5.2017 και 27.12.2017 διαδοχικές συμβάσεις έργου-πρακτορείας οι οποίες, στην πραγματικότητα, απαρτίζουν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς αυτή, ως εκδότρια εισιτηρίων στο εκδοτήριο εισιτηρίων που διατηρεί η εναγόμενη στην ... , καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τελευταίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά την νομότυπη μερική τροπή αιτημάτων της αγωγής από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, η ενάγουσα, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγόμενη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγόμενη να της καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.12.2018 για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, για εργασία νυκτερινές ώρες, Κυριακές και αργίες και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, για επιδόματα εορτών και αδείας και για αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά, με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 112/2019 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδέεται με την εναγόμενη από 14.4.2011 με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών έτους 2018 το ποσό των 46,03 ευρώ, για προσαύξηση για παροχή νυκτερινής εργασίας του ιδίου έτους το ποσό των 993,60 ευρώ και για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και για επιδόματα αδείας των ετών 2013 έως και 2018 το ποσό των 6.485,22 ευρώ και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα για εργασία Κυριακές και αργίες για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 31.12.2018 το ποσό των 8.964,27 ευρώ, για απασχόλησή της την έκτη ημέρα της εβδομάδας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.12.2018 το ποσό των 10.205,92 ευρώ και για επιδόματα εορτών των ετών 2013 έως 2018 το ποσό των 7.536 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ... α) η εναγόμενη την από 11.12.2019 με αριθμ. κατάθ. 44/16.12.2019 έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας και β) η ενάγουσα την από 17.12.2019 με αριθμ.

κατάθ. 46/19.12.2019 έφεση, με την οποία ζητούσε την μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης με σκοπό να γίνει καθολοκληρία δεκτή η αγωγή της. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, τις ως άνω εφέσεις, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 17.12.2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, β) δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 11.12.2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 24.12.2018 αγωγή της ενάγουσας την οποία απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 968/2020, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 1928/2013).

Αντικείμενο της σύμβασης αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια (ΑΠ 1469/2018, ΑΠ 44/2017). Σε κάθε όμως περίπτωση, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχο του (ΑΠ 2186/2014).

Ακόμη, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 953/2020).

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 133/2014).

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1110/2017).

Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017).Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011 και ΟλΑΠ 7/2011).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2639/1998 (Α 205), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010 (A 66), ορίζεται ότι "Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ` οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες" και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου.

Σε περίπτωση παράλειψης υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απασχόληση αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για τουλάχιστον εννέα (9) συνεχείς μήνες αποτελεί τη βάση τεκμηρίου υπέρ της εξαρτημένης εργασίας, το οποίο, όμως, είναι μαχητό και συνεπώς ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα ανατροπής του (ΑΠ 522/2022).

Περαιτέρω, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας που έχουν ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης (ΑΠ 159/2018, ΑΠ 1728/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 530/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 125/2019, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής : [...Η εδώ διάδικος Ν.

Γ. (ήδη αναιρεσείουσα), για πρώτη φορά, υπέβαλε ενώπιον του ομοίως εδώ διαδίκου "... " (ήδη αναιρεσίβλητη) την από 17-2-2011 αίτησή της η οποία έχει επί λέξει ως εξής "Σας δηλώνω το ενδιαφέρον μου προκειμένου να πρακτορεύσω την εταιρεία στην πόλη της ... ". Ήτοι μέχρις και του χρόνου υποβολής του ως άνω αιτήματος η διάδικος Ν.

Γ. δεν είχε κάποιου είδους επαγγελματική ή εργασιακή σχέση με το διάδικο "... ", ενώ η παραπάνω έγγραφη πρόταση παραπέμπει στο γεγονός ότι η πρόθεση που εξωτερίκευσε η Ν. Γ. ήταν να καταρτίσει, μόνο, σύμβαση πρακτορείας ήτοι σύμβαση έργου με το "... " και σε καμία περίπτωση αυτή δεν επιθυμούσε την μεταξύ τους κατάρτιση σύμβασης εξηρτημένης εργασίας.

Εκούσια δε και αυτόκλητα υπέβαλε την αίτηση αυτή και ουδέποτε υποχρεώθηκε (ή της υποδείχτηκε) προς τούτο από το "... ". Εκτός όμως από την Ν. Γ. και η εδώ μη διάδικος Α. Ρ. (σε χρόνο που δεν προέκυψε) είχε και αυτή υποβάλλει όμοιο αίτημα στο "... " για σύναψη σύμβασης πρακτορείας του (ήτοι σύμβαση έργου) στην πόλη της ... .

Σε κάθε περίπτωση, αμφότερα τα αιτήματα έγιναν δεκτά από την διοίκηση του "... ", καθόσον το πρακτορείο στην πόλη της ... έπρεπε να λειτουργεί από ώρα 5.00 πμ (έναρξη τακτικών δρομολογίων λεωφορείων) έως και ώρα 21.00 μμ (λήξη τακτικών δρομολογίων λεωφορείων) και στα πλαίσια αυτά έπρεπε να παρέχουν εκεί τις υπηρεσίες τους ημερησίως δύο 8ωρες βάρδιες εργαζομένων.

Έτσι, δυνάμει του από 14-4-2011 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού (που υπογράφτηκε νόμιμα) και φέρει τον τίτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Πρακτόρευσης - Σύμβαση Έργου", καταρτίστηκε σχετική σύμβαση έργου. Ειδικότερα η διάδικος Ν. Γ. και η μη διάδικος Α. Ρ., ως από κοινού πλέον εργολάβοι - πράκτορες, για το χρονικό διάστημα από τις 14-4-2011 έως και τις 13-4-2014, ανέλαβαν την υποχρέωση, με την προσωπική τους εργασία ή και με την δυνατότητα πρόσληψης υπαλλήλων, να παρέχουν (επί λέξει) "...

την εξυπηρέτηση λεωφορείων του ΚΤΕΛ ... εκδίδοντας εισιτήρια και φορτωτικές για αποστολή δεμάτων και φακέλων ... και για δρομολόγια άλλων ΚΤΕΛ ... ελέγχουν τα εισιτήρια και τις καταστάσεις ...". Στο ίδιο συμφωνητικό προβλέφθηκε και η υποχρέωση τήρησης των εκεί αναφερομένων καθηκόντων τους, ενώ επίσης προβλέφθηκε και χρηματική ποινή για τυχόν παράβαση ειδικής συμβατικής υποχρέωσης αναφορικά με την παραλαβή και αποθήκευση ασυνόδευτων δεμάτων.

Ως αμοιβή των, δύο αυτών, εργολάβων συμφωνήθηκε το "... " να καταβάλλει στην κάθε μία, από αυτές, το ποσοστό 4% από τα ακαθάριστα έσοδα του Πρακτορείου. Σημειωτέον ότι μέχρι και τις 13-4-2011 το πρακτορείο ... λειτουργούσε στα πλαίσια συμβάσεων έργου με άλλους εργολάβους, ενώ κατά διαστήματα το "... " απέστελλε έγγραφα στους πράκτορες με τα οποία τους υποδείκνυε εξειδικευμένες οφειλόμενες ενέργειές τους αναφορικά με την δρομολόγηση των λεωφορείων του και τους οδηγούς αυτών, με την ταυτόχρονη υποχρέωσή τους (των εργολάβων) προς ενημέρωσή του, όπως και για τις ενέργειές τους αναφορικά με τα ασυνόδευτα δέματα.

Στα έγγραφα αυτά δεν ενσωματώθηκαν ποτέ εντολές του "... " προς τις εργολάβους ούτε υποδείξεις για εξωσυμβατικής φύσεως ενέργειες, αλλά μόνο ειδικές υποδείξεις που αφορούν τον τρόπο υλοποίησης των αρχικών συμβατικών τους υποχρεώσεων. Η διάδικος Ν. Γ. και η εδώ μη διάδικος Α. Ρ., μετά την κατάρτιση του συμφωνητικού, παρείχαν προσωπικά την εργασία τους στο χώρο του πρακτορείου, που τους είχε παραχωρηθεί από το "... ", κατανέμοντας μεταξύ τους (χωρίς την μεσολάβηση του "... ") δύο ημερήσιες 8ωρες βάρδιες από 5.00 πμ έως 13.00 μμ και από 13.00 μμ έως 21.00 μμ, καθημερινά εκπληρώνοντας έτσι τις ως άνω συμβατικές υποχρεώσεις τους.

Στις 12-3-2014, ήτοι κατά την προσέγγιση της συμπληρώσεως του χρόνου διάρκειας της ως άνω (1ης κατά σειρά) εργολαβίας, το "... " νομότυπα δημοσίευσε αγγελία, προς κάθε ενδιαφερόμενο, με την οποία ανακοίνωσε ότι ζητούσε (νέο) εργολάβο - πράκτορα για να αναλάβει, ομοίως με σύμβαση έργου, την λειτουργία του Πρακτορείου ... , θέτοντας ως καταληκτική ημέρα υποβολής αιτήσεων και προσφορών την 24-3-2014.

Στις 24-3-2014 (ήτοι λίγες ημέρες πριν την ως άνω καταληκτική ημερομηνία της σύμβασης πρακτόρευσης), η διάδικος Ν. Γ. και ο εδώ μη διάδικος Ι. Ρ. υπέβαλαν ενιαία - κοινή αίτηση προς το "... " με την οποία αιτήθηκαν (επί λέξει) "... να αναλάβουμε την πρακτόρευση του Πρακτορείου ... με σύμβαση έργου και ο καθένας μας να αναλάβει από μία βάρδια και να αμειβόμαστε από το σύνολο των εισπράξεων του πρακτορείου ...".

Ήτοι και από το κείμενο τη έγγραφης αυτής αίτησης ευθέως εξάγεται ότι πρόθεση των αιτούντων ήταν να καταρτίσουν (νέα) σύμβαση έργου (και όχι σύμβαση εργασίας) με το "... ". Στα πλαίσια μάλιστα της αγγελίας (του "... " που προαναφέρθηκε) υπέβαλαν και σχετική έγγραφη προσφορά με την οποία ζητούσαν ως αμοιβή τους το συνολικό ποσοστό 5,5% επί των ακαθαρίστων εσόδων του πρακτορείου, επιμεριζόμενη (η αμοιβή ) σε ποσοστό 2,75% για τον κάθε ένα από αυτούς.

Επακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 7/23-4-2014 απόφασης του Δ. Σ. του "... " δυνάμει της οποίας αποφασίστηκε να γίνει δεκτή η αμέσως ως άνω αίτηση (και να απορριφθεί άλλη, όμοια κατά περιεχόμενο, αίτηση του ενδιαφερομένου επίσης μη διαδίκου Γ. Π.). Σημειωτέον ότι ο αμέσως ως άνω (συν)αιτών Ι. Ρ. είναι και μέτοχος στο "... ", ενώ μετά την κατάρτιση της προσδοκώμενης σύμβασης έργου, τα καθήκοντά του στο Πρακτορείο θα τα ασκούσε η προαναφερθείσα Α.

Ρ., που είναι και σύζυγός του, δυνάμει ειδικής μεταξύ τους σχέσεως, εργασιακής φύσεως. Στα πλαίσια αυτά καταρτίστηκε και νέα (ήτοι 2η κατά σειρά) σύμβαση έργου - πρακτορείας με τριετή διάρκεια. Συντάχθηκε δε σχετικά και το από 19-5-2014 αντίστοιχο ιδιωτικό συμφωνητικό, με καταληκτική ημερομηνία της σύμβασης έργου την 18-5-2017 και με συνολική αμοιβή αμφοτέρων των πρακτόρων το ποσοστό 5,50% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων του πρακτορείου.

Ρητά μάλιστα επισημάνθηκε (για πρώτη φορά) στο έγγραφο αυτό ότι καταρτίστηκε σύμβαση έργου, διεπόμενη από τις διατάξεις της μίσθωσης έργου και επιχείρησης πρακτορείας, καθώς και ότι επιθυμία των συμβαλλομένων δεν είναι η μίσθωση εργασίας. Σημειωτέον όμως ότι καίτοι το ως άνω συμφωνητικό φέρει ως ημερομηνία σύνταξης την 19-5-2014, εν τούτοις αυτό φέρεται να υπογράφτηκε από τους εργολάβους σε μεταγενέστερο χρόνο (που δεν προέκυψε επακριβώς), καθόσον το "... " με το από 23-5-2019 (ενν. 23-5-2014) έγγραφό του υπέμνησε στους, ακόμα τότε, μελλοντικούς εργολάβους του, ότι δεν υπέγραψαν το συμφωνητικό και ότι αν δεν θα το υπογράψουν θα διακοπεί η (κάθε είδους) συνεργασία τους.

Δεν προέκυψε όμως ο λόγος δυνάμει του οποίου εμφιλοχώρησε αυτή η χρονοτριβή από μέρους των μέχρι τότε υποψήφιων εργολάβων, ούτε αν μεσολάβησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με τυχόν άλλη άδηλη εσωτερική τους σχέση ή διαπραγμάτευση. Γεγονός όμως είναι ότι από τις 19-5-2014 έως και της ημέρας υπογραφής του δευτέρου κατά σειρά ως άνω συμφωνητικού, (τουλάχιστον) η Ν.

Γ. λειτουργούσε το Πρακτορείο ... στα πλαίσια των αρχικών συμβατικών της δεσμεύσεων. Σημειωτέον ότι η (δεύτερη κατά σειρά) σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε με το από 1-8-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μόνο ως προς την αμοιβή των εργολάβων η οποία και αυξήθηκε σε ποσοστό 9% επί των ακαθαρίστων εσόδων του πρακτορείου, επιμεριζόμενη σε ποσοστό 4,5% για τον καθένα εργολάβο.

Στις 16-5-2017 (ήτοι πριν την συμπλήρωση του χρόνου διάρκειας της δεύτερης κατά σειρά σύμβασης έργου) η διάδικος Ν. Γ., η (προαναφερθείσα) μη διάδικος Α. Ρ. και η ομοίως μη διάδικος Ε. Μ., υπέβαλαν στο "... " έγγραφο αίτημα να αναλάβουν (με τρίτη κατά σειρά σύμβαση) από κοινού την πρακτόρευση του πρακτορείου ... , με σύμβαση έργου και με συνολική αμοιβή το ποσοστό 10,02% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων του πρακτορείου.

Κατόπιν τούτου στις 18- 5-2017 καταρτίστηκε νέα (3η κατά σειρά) έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης με τις ως άνω τρεις εργολάβους, διάρκειας μέχρι και τις 15-1-2018, έναντι κοινής τους αμοιβής σε ποσοστό 10,02% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων του πρακτορείου. Και στο έγγραφο αυτό (ομοίως) λαμβάνει χώρα ρητή αναφορά ότι η βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι η κατάρτιση σύμβασης έργου και όχι σύμβασης εργασίας.

Στις 27-12-2017 (ήτοι πριν συμπληρωθεί η ως άνω χρονική περίοδος) καταρτίστηκε νέα (4η κατά σειρά) έγγραφη σύμβαση έργου με τις αμέσως ως άνω τρεις εργολάβους έχουσα ως καταληκτική ημερομηνία την 15-1-2021 και με συνολική τους αμοιβή το ποσοστό 10,50% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων του πρακτορείου. Και στο έγγραφο αυτό λαμβάνει χώρα ρητή αναφορά ότι καταρτίστηκε σύμβαση έργου και όχι σύμβαση εργασίας.

Πριν όμως συμπληρωθεί ο χρόνος διάρκειας της 4ης αυτής σύμβασης έργου, ήτοι πριν τις 15-1-2021, η διάδικος Ν. Γ. άσκησε την κρινόμενη, υπ'αριθμ. ... , αγωγή, αιτούμενη, όπως προαναφέρθηκε, ότι την ίδια συνδέει με το "... " εν τοις πράγμασι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι, αναφορικά μόνο με την ίδια, οι ως άνω 4 συνολικά, συμβάσεις έργου έλαβαν χώρα με υπόδειξη και απαίτηση του "... " με σκοπό την καταστρατήγηση της εργασιακής νομοθεσίας, χωρίς όμως αναφορά στους (συν)εργολάβους της, που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, κατ' εκτίμηση από το παρόν Δικαστήριο, διατείνεται η Ν. Γ. (με την ένδικη αγωγή) ότι (α) οι τέσσερις συμβάσεις έργου, που προαναφέρθηκαν και αναφορικά μόνο με την ίδια, έλαβαν χώρα μετά από απαίτηση του "... " και ότι εν τοις πράγμασι από τις 14-4-2011 και εντεύθεν καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, (β) Ότι το "... " αυθαίρετα ενεργώντας, χαρακτήρισε τις ως άνω συμβάσεις ως έργου με σκοπό την καταστρατήγηση της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, (γ) Ότι η ίδια παρέχει την εργασία της στα πλαίσια του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ (ΠΔ 246/2006) και δη με την ειδικότητα του εκδότη εισιτηρίων, (δ) Ότι από το κείμενο των ιδιωτικών συμφωνητικών έργου που προπαρατέθηκαν, προκύπτει ότι τα συμβατικά της καθήκοντα ταυτίζονται με αυτά του εκδότη εισιτηρίων, (ε) Ότι, ενισχυτικό της ύπαρξης σύμβασης εργασίας είναι ότι, το "... " είναι αυτό που παραχώρησε τις εγκαταστάσεις και τον εν γένει εξοπλισμό του πρακτορείου ...

για να παρέχει εκεί αυτή τις υπηρεσίες της (μέσω αυτού) καθώς και ότι της παραχώρησε και υπηρεσιακό κινητό τηλέφωνο, για ευχερέστερη επικοινωνία τους, (στ) Ότι της απαγορεύτηκε συμβατικά η παροχή των υπηρεσιών της σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις του "... ", (ζ) Ότι υποχρεώθηκε να τηρεί τις υποδείξεις του "... ", (η) Ότι η τρίτη, ήτοι η από 18-5-2017, σύμβαση, με τρεις εργολάβους έλαβε χώρα έτσι ώστε η ίδια και η Α.

Ρ. να εργάζονται 5 ημέρες εβδομαδιαίως σε 8ωρη βάση, ενώ η τρίτη (εργολάβος) να εργάζεται καλύπτοντας τα εβδομαδιαία εργασιακά κενά, (θ) Ότι υποχρεώθηκε στην τήρηση ημερήσιου ωραρίου, (ι) Ότι της απαγορεύτηκε η ανάληψη πρωτοβουλιών για προσέλκυση πελατείας, (κ) Ότι το "... " μονομερώς όριζε το ύψος αντιτίμου των εισιτηρίων και των διακινούμενών δεμάτων, (λ) τέλος ότι, υποχρεώθηκε να τηρεί το πρόγραμμα δρομολογίων που κατήρτιζε το γραφείο κίνησης του "... ", καθώς και ότι υπήρξε πειθαρχικά υπόλογη σε αυτό.

Οι επίδικες όμως συμβάσεις έργου καταρτίστηκαν με βάση το οικονομικό και λειτουργικό συμφέρον του "... " και με δική του πρωτοβουλία και στα πλαίσια αυτά δικαιωματικά αυτό υποδείκνυε στους πράκτορες τρόπους υλοποίησης των συμβατικών τους υποχρεώσεων, ήτοι δεν τους υποχρέωνε, ούτε ποτέ (αποδείχτηκε να) τους υποχρέωσε καταναγκαστικά σε επίδειξη ειδικής συμπεριφοράς ή τακτικής.

Επίσης δεν αποδείχτηκε η Ν. Γ. να υποχρεώθηκε σε εξωσυμβατική συμπεριφορά ή ενέργεια, υποκύπτοντας σε τυχόν ειδικές καταπλεονεκτικές απαιτήσεις του "... ", ούτε ποτέ αυτή εξωτερίκευσε την πρόθεση ή είχε την σχετική ευχέρεια να συνεργαστεί και με άλλες επιχειρήσεις μεταφορών, ούτε απέκρουσε κάποια αντίστοιχη προσφορά.

Σημειωτέον ότι σε ύπαρξη καταναγκαστικής συμπεριφοράς ή εργασίας δεν αναφέρθηκαν ούτε οι μάρτυρες απόδειξης, στις καταθέσεις τους. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε, η διάδικος Ν. Γ., να υπόκειτο σε νομική ή προσωπική εξάρτηση από την διοίκηση του "... ". Η παροχή του έργου της εστιάστηκε στην δική της πρωτοβουλία εμπεριέχουσα ατομικό της κίνδυνο, έχουσα την ευχέρεια, όπως προαναφέρθηκε, να προσλάβει και υπαλλήλους και μέσω αυτών να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις.

Ήτοι, κατ' επέκταση, οι τυχόν προστηθέντες από αυτή θα ήταν και οι δέκτες των ως άνω υποδείξεων από μέρους του ΚΤΕΛ και όχι αμιγώς η ίδια. Επίσης δεν αποδείχτηκε ούτε να δέχθηκε ούτε να υλοποίησε ειδικές εντολές από άτομο που, εν τοις πράγμασι, να ενήργησε ως προϊστάμενός της, αλλά ούτε και η ίδια να έχει την πρόθεση να επιδείξει άλλη συμπεριφορά ή τακτική σε πελάτες του πρακτορείου, αναφορικά με την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Σημειωτέον, τέλος, ότι αντικείμενο της σύμβασης έργου δυνατόν να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο, ασχέτως τυχόν χρονικών παρεμβολών. Χαρακτηριστικό δε είναι ότι αναφορικά με τους αμέσως ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς της Ν. Γ., ο κύριος μάρτυρας απόδειξης (Θ. Α.), κατά την κατάθεσή του, είτε δεν αναφέρθηκε ολοσδιόλου είτε απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις παραδέχτηκε ότι οι γνώσεις του περιορίζονται στις αφηγήσεις της Ν.

Γ. (βλ. πρακτικά), ενώ καίτοι του επισημάνθηκε, δεν αναφέρθηκε ποτέ στον λόγο που ο ίδιος υιοθέτησε τα λεγόμενα της Ν. Γ. ως πραγματικά περιστατικά. Αποδείχθηκε λοιπόν, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, ότι η διάδικος Ν. Γ. κατήρτισε αμιγώς διαδοχικές συμβάσεις έργου με το διάδικο "... " και ότι στα πλαίσια αυτά ουδέποτε αυτό (το ΚΤΕΛ) χαρακτήρισε μονομερώς τις συμβάσεις αυτές.

Έσφαλε λοιπόν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η συνδετική σχέση των διαδίκων είναι αυτή της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς κατόπιν τούτων, η υπ' αριθμ. 46/19-12-2019 έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκεί εκκαλούσα Ν. Γ. κρίνονται ως κατ'ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. (....). Ήδη προαναφέρθηκε ότι έσφαλε η πρωτόδικη απόφαση, κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα και συνεπώς αυτή πρέπει να εξαφανιστεί, γινομένης έτσι δεκτής της υπ'αριθμ. ...

εφέσεως του εκκαλούντος "... " ως βάσιμης κατ'ουσίαν. Στη συνέχεια αφού το παρόν Δικαστήριο διακρατήσει την επίδικη υπόθεση και δικάσει στην ουσία της την υπ'αριθμ. ... αγωγή πρέπει να την απορρίψει στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ...]. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι με το να κρίνει ότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία αμιγώς διαδοχικές συμβάσεις έργου και ότι δεν συνδεόταν με την τελευταία με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας παραβίασε α) τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 745/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ.

και τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες και β) τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέα και ότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το χαρακτηρισμό της επίδικης σχέσης που συνέδεε αυτή με την αναιρεσίβλητη ως σύμβασης έργου.

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα συνήψε με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία τις από 14.4.2011, από 19.5.2014, από 18.5.2017 και από 27.12.2017 τέσσαρις (4) συμβάσεις έργου που φέρουν τίτλο ιδιωτικά συμφωνητικά πρακτόρευσης, με τις οποίες η αναιρεσείουσα ανέλαβε από κοινού με α) με την Α.

Ρ. στην από 14.4.2011 σύμβαση, β) με τον Ι. Ρ., σύζυγο της Α. Ρ. στην από 19.5.2014 σύμβαση, γ) με τις Α. Ρ. και Ε. Μ. στις από 18.5.2017 και από 27.12.2017 συμβάσεις, ως εργολάβοι - πράκτορες την πρακτόρευση του πρακτορείου (ΚΤΕΛ) στην πόλη ... Νομού ... , δυνάμει των οποίων αυτοί με προσωπική εργασία ή με πρόσληψη υπαλλήλων και προς εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού λεωφορείων της εναγομένης (... ) ανέλαβαν την υποχρέωση να εκδίδουν εισιτήρια και φορτωτικές για αποστολή δεμάτων και να ελέγχουν τα εισιτήρια και τις καταστάσεις εισιτηρίων με αμοιβή καθοριζόμενη στα αναγραφόμενα σε έκαστη σύμβαση ποσοστά επί των ακαθαρίστων εσόδων του πρακτορείου, ότι η ενάγουσα ως εργολάβος από κοινού και τους ως άνω (συν)εργολάβους είχαν την πρωτοβουλία και τον κίνδυνο για την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων στα πλαίσια της εκτέλεσης του ως άνω έργου, ότι δεν δέχθηκαν ειδικές εντολές και υποδείξεις από την εναγόμενη πέραν των εγγράφων υποδείξεων που αφορούν τον τρόπο υλοποίησης των αρχικών συμβατικών τους υποχρεώσεων και ότι ειδικότερα η ενάγουσα δεν συνδεόταν με την εναγόμενη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθότι δεν τελούσε σε νομική ή προσωπική εξάρτηση από αυτή, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 745/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ.

και τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010 και δεν εφάρμοσε αυτές καθότι δεν ήταν εφαρμοστέες και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης διότι, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα και το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στις από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

Ειδικότερα για να καταλήξει το Δικαστήριο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατήρτισε με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη διαδοχικές συμβάσεις έργου και ότι δεν συνδεόταν με αυτή (εναγόμενη) με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε α) ότι η ίδια η ενάγουσα με την από 17.2.2011 αίτησή της προς την εναγόμενη ζήτησε να αναλάβει "την πρακτόρευση της εταιρείας στην πόλη της ... ", ότι εξωτερίκευσε τη βούλησή της να καταρτίσει μόνο σύμβαση πρακτορείας, δηλαδή σύμβαση έργου, ότι με το από 14.4.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό με τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό πρακτόρευσης-σύμβαση έργου" η ενάγουσα και η Α.

Ρ. ανέλαβαν από κοινού ως εργολάβοι-πράκτορες την υποχρέωση, με προσωπική τους εργασία και με δυνατότητα πρόσληψης υπαλλήλων, να παρέχουν εξυπηρέτηση στα λεωφορεία του ΚΤΕΛ ... στο Πρακτορείο ... για το χρονικό διάστημα από 14.4.2011 έως 13.4.2014 με την έκδοση εισιτηρίων και φορτωτικών για αποστολή δεμάτων και φακέλων, με τον έλεγχο των εισιτηρίων και των σχετικών καταστάσεων και ότι παρείχαν προσωπικά την εργασία τους στο χώρο του πρακτορείου, που τους είχε παραχωρηθεί από την εναγόμενη κατανέμοντας μεταξύ τους και χωρίς τη μεσολάβηση αυτής (εναγόμενης) τις δύο οκτάωρες ημερήσιες βάρδιες λειτουργίας του Πρακτορείου από 05.00 (έναρξη τακτικών δρομολογίων) έως 21.00 (λήξη τακτικών δρομολογίων) που το πρακτορείο ήταν ανοικτό για την εξυπηρέτηση των αναγκών του επιβατικού κοινού, β) ότι στις 24-3-2014, κατόπιν δημοσίευσης αναγγελίας της εναγομένης με την οποία ζητούσε νέο εργολάβο για το πρακτορείο ... , η ενάγουσα υπέβαλε με τον Ι.

Ρ., σύζυγο της Α. Ρ., αίτηση για να αναλάβουν από κοινού την πρακτόρευση του ως άνω πρακτορείου, ότι τα καθήκοντα του Ι. Ρ. στο Πρακτορείο θα ασκούσε η σύζυγός του δυνάμει ειδικής, μεταξύ τους σχέσης, εργασιακής φύσης, και ότι η αίτηση έγινε δεκτή από την εναγόμενη και συντάχθηκε προς τούτο το από 19-5-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό πρακτόρευσης με καταληκτική ημερομηνία της σύμβασης έργου την 18-5-2017, γ) ότι στις 16-5-2017 η ενάγουσα, η Α.

Ρ. και η Ε. Μ. υπέβαλλαν αίτηση για να αναλάβουν από κοινού την πρακτόρευση του ως άνω πρακτορείου, που έγινε δεκτή από την εναγόμενη και υπογράφηκε η από 18.5.2017 έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης από τις ως άνω τρεις (3) εργολάβους διάρκειας έως 15-1-2018, δ) ότι στις 27-12-2017 καταρτίσθηκε νέα έγγραφη σύμβαση έργου με τις ως άνω τρεις (3) εργολάβους, με καταληκτική ημερομηνία της σύμβασης έργου την 15-1-2021, ε) ότι μέχρι 13.4.2011 το πρακτορείο ΚΤΕΛ της πόλης ...

της εναγομένης λειτουργούσε στα πλαίσια συμβάσεων έργου με άλλους εργολάβους, στ) ότι κατά διαστήματα η εναγόμενη απέστελλε έγγραφα προς τους πράκτορες του ως άνω πρακτορείου με τα οποία υποδείκνυε οφειλόμενες ενέργειές τους αναφορικά με τη δρομολόγηση των λεωφορείων της, τους οδηγούς αυτών, τα ασυνόδευτα δέματα, υπενθυμίζοντας υποχρέωσή τους προς ενημέρωσή της, στα οποία (έγγραφα) δεν ενσωματώθηκαν εντολές ή υποδείξεις προς αυτούς (εργολάβους) για εξωσυμβατικής φύσεως ενέργειες αλλά μόνο ειδικές υποδείξεις προς υλοποίηση των συμβατικών τους δεσμεύσεων, ζ) ότι η ενάγουσα και οι (συν)εργολάβοι της αμείβονταν με τα αναγραφόμενα στο καθένα από τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά ποσοστά επί των ακαθάριστων εισπράξεων του πρακτορείου ... , η) ότι η ενάγουσα με δική της πρωτοβουλία, που εμπεριείχε και ατομικό της κίνδυνο, εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, έχοντας προς τούτο τη δυνατότητα να προσλάβει υπαλλήλους, θ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στα πλαίσια της εκτέλεσης του ως άνω έργου δέχθηκε εντολές ή υλοποίησε ειδικές εντολές και υποδείξεις της εναγομένης μέσω ατόμου που να ενήργησε ως προϊστάμενός της κατά την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ι) ότι δεν ασκούσε επιρροή στο χαρακτηρισμό της σύμβασης ως σύμβασης έργου το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε συνάψει τέσσερις (4) διαδοχικές συμβάσεις με την εναγόμενη, καθότι αντικείμενο της σύμβασης έργου μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο, ασχέτως χρονικών παρεμβολών, και ια) ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπόκειτο σε νομική ή προσωπική εξάρτηση από την εναγόμενη, αιτιολογίες που είναι επαρκείς και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συνεπώς αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει αιτιολογία για τη διάγνωση ή μη της ύπαρξης εξηρτημένης εργασίας ως προς τις εξής παραμέτρους : α) για το αν το αντικείμενο της εργασίας της εκτεινόταν πέραν των αναγραφομένων στις συμβάσεις έργου καθηκόντων και υποχρεώσεων, β) αν αυτή λειτουργούσε αυτόνομα ή ενταγμένη στην εκμετάλλευση της εναγόμενης και σε αλληλεξάρτηση με το λοιπό προσωπικό της, γ) αν η εναγόμενη διέθετε τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό για την εκτέλεση της εργασίας της και αν είχε αναλάβει τα έξοδα λειτουργίας του εκδοτηρίου εισιτηρίων, δ) αν υπόκειτο στον πειθαρχικό έλεγχο της εναγόμενης, ε) αν είχε οποιοδήποτε περιθώριο ανάπτυξης πρωτοβουλίας για προσέλκυση πελατείας και στ) αν διέθετε δική της επιχειρηματική οργάνωση, δεν είναι βάσιμος και τούτο διότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπάρχουν παραδοχές για το ότι αα) το αντικείμενο των συμβάσεων έργου που συνήψε η ενάγουσα (από κοινού με τους προαναφερθέντες, κατά τις ως άνω διακρίσεις, εργολάβους του έργου) με την εναγόμενη, που αφορούσε την πρακτόρευση του πρακτορείου (ΚΤΕΛ) της πόλης ...

Νομού ... , δεν εκτεινόταν πέραν των καθηκόντων και υποχρεώσεων που απέρρεαν από τις συμβάσεις αυτές, με ειδική αναφορά ότι αυτή (ενάγουσα) δεν υποχρεώθηκε από την εναγόμενη και δε δέχθηκε από αυτή ειδικές εντολές για ενέργειες πέραν των υποδείξεων που αφορούσαν την υλοποίηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ββ) προβλέφθηκε στο από 14-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό πρακτόρευσης η δυνατότητα επιβολής εκ μέρους της εναγομένης χρηματικής ποινής σε βάρος της ενάγουσας για τυχόν παράβαση της συμβατικής της υποχρέωσης ως προς την παραλαβή και αποθήκευση των ασυνόδευτων δεμάτων, γγ) η παροχή του έργου εκ μέρους της ενάγουσας γινόταν με δική της πρωτοβουλία, που εμπεριείχε ατομικό της κίνδυνο ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και έχοντας τη δυνατότητα πρόσληψης υπαλλήλων.

Επίσης δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης α) να υπάρχει ειδική αναφορά σ'αυτή περί της ένταξης ή μη ένταξης της ενάγουσας στην εκμετάλλευση της εναγομένης και αν αυτή τελούσε ή όχι σε αλληλεξάρτηση με το λοιπό προσωπικό της, εφόσον δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν τελούσε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εναγόμενη, αλλά παρείχε το έργο της πρακτόρευσης στα πλαίσια διαδοχικών συμβάσεων έργου, β) να υπάρχει ειδική αναφορά σ'αυτή για το αν η εναγόμενη διέθετε στην ενάγουσα τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό για την εκτέλεση της εργασίας της, για το αν η ενάγουσα είχε αναλάβει τα έξοδα λειτουργίας του εκδοτηρίου εισιτηρίων και για το αν αυτή μπορούσε να καθορίσει τις τιμές των εισιτήριων ή να παρέχει εκπτώσεις, εφόσον η παραχώρηση καθορισμένου χώρου και υλικοτεχνικού εξοπλισμού για τη λειτουργία του πρακτορείου του ΚΤΕΛ στην ...

εκ μέρους της εναγομένης ήταν αναγκαία για την υλοποίηση του έργου πρακτόρευσης από την ενάγουσα και τους λοιπούς (συν)εργολάβους του έργου, που αφορούσε την παροχή υπηρεσιών στο επιβατικό και όχι μόνο κοινό (έκδοση εισιτηρίων, παραλαβή, αποθήκευση, παράδοση δεμάτων) σε καθορισμένο χώρο και προς εξυπηρέτησή του και δεδομένου ότι οι τιμές των εισιτηρίων των ΚΤΕΛ κατά τον επίδικο χρόνο καθορίζονταν με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του Ν. 2963/2001 (Α 268) και όχι από τα κατά τόπους ΚΤΕΛ, και συνακόλουθα και από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ή από τους πράκτορες αυτής.

Περαιτέρω η παραδοχή του Εφετείου ότι η εναγόμενη υποδείκνυε εγγράφως στους πράκτορές της τρόπους υλοποίησης των συμβατικών τους δεσμεύσεων δεν έρχεται σε αντίφαση, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με τις έτερες παραδοχές του ότι η εναγόμενη δεν υποχρέωνε την ενάγουσα σε καταναγκαστική εξωσυμβατική συμπεριφορά ή ενέργεια και ότι δεν αποδείχθηκε ότι δέχθηκε ή υλοποίησε εντολές από προϊστάμενο της εναγομένης αναφορικά με την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, καθότι το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές του, ότι η παροχή έγγραφων οδηγιών εκ μέρους της εναγομένης αφορούσε μόνο τον τρόπο υλοποίησης των αρχικών συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας και των λοιπών συνεργολάβων στις συμβάσεις πρακτόρευσης και δεδομένου ότι, στα πλαίσια σύμβασης μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών μπορεί να υπάρχουν από κοινού συμφωνημένοι όροι ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του αντισυμβαλλόμενου του εργοδότη και συνεπώς και υποδείξεις εκ μέρους του εργοδότη περί του τρόπου υλοποίησής τους όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017).

Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτή δεν εξωτερίκευσε ποτέ την πρόθεσή ή ότι είχε τη σχετική ευχέρεια να συνεργασθεί και με άλλες επιχειρήσεις ή ότι απέκρουσε αντίστοιχες προσφορές, εφόσον με όρο της από 14.2.2011 σύμβασης πρακτόρευσης που είχε συνάψει αυτή με την αναιρεσίβλητη είχε συμφωνηθεί ότι δεν δικαιούταν να αναλαμβάνει συναφές έργο σε ΚΤΕΛ άλλων νομών, ανταγωνιστικών της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης (ΚΤΕΛ Νομού ... ) ή τουριστικών λεωφορείων αντίστοιχων λεωφορειακών γραμμών, δεν είναι βάσιμος καθότι η ως άνω εκτίμηση δεν είναι παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά επιχείρημα αυτού ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, επιχείρημα που, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, δεν ελέγχεται ως λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, δεν είναι αντιφατική η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης από την παραδοχή της ότι η ενάγουσα παρείχε αυτοπροσώπως τις υπηρεσίες της καθόλη της διάρκεια της απασχόλησής της στο χώρο του πρακτορείου που της είχε παραχωρήσει η εναγόμενη, σε σχέση με την έτερα παραδοχή της ότι αυτή δεν είχε υποχρέωση αυτοπρόσωπης εκπλήρωσης της παροχής, αφού είχε τη δυνατότητα πρόσληψης υπαλλήλων, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι η ως άνω δυνατότητα πρόσληψης, κατά τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προβλεπόταν ρητά στα ιδιωτικά συμφωνητικά πρακτόρευσης, που είχαν συνάψει οι διάδικοι, ανεξαρτήτως του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν έκανε χρήση της ως άνω δυνατότητας πρόσληψης υπαλλήλου.

Εξάλλου, δεν πάσχει η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης α) από την εκτίμηση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι αν η ενάγουσα είχε προσλάβει τρίτα άτομα προς εκτέλεση του έργου οι τυχόν προστηθέντες θα ήταν οι δέκτες των υποδείξεων, εκ μέρους της εναγόμενης, ως προς τους τρόπους υλοποίησης των συμβατικών δεσμεύσεων, καθότι η παραδοχή αυτή, που είναι υποθετική, δεν ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς και δεν στηρίζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, β) από την παραδοχή αυτής ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε την πρωτοβουλία και τον κίνδυνο από την παροχή του έργου, η οποία (παραδοχή) δεν αφορούσε τον τρόπο αμοιβής της, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά την ανάληψη, εκ μέρους της, της πρωτοβουλίας για την παροχή του έργου πρακτόρευσης και του κινδύνου που προέκυπτε από αυτή και γ) από την παραδοχή αυτής ότι το πρακτορείο του ΚΤΕΛ στην πόλη της ...

λειτουργούσε από ώρα 5.00 πμ (έναρξη τακτικών δρομολογίων λεωφορείων) έως και ώρα 21.00 μμ (λήξη τακτικών δρομολογίων λεωφορείων) και ότι η προς τούτο παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και της Α. Ρ., εργολάβων του έργου, γινόταν με συμφωνία κατανομής του χρόνου σε δύο οκτάωρες βάρδιες, μεταξύ τους και χωρίς μεσολάβηση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, εφόσον, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε και στη σύμβαση έργου μπορεί οι υπηρεσίες του εργολάβου να συμφωνηθεί να παρέχονται σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στο χώρο του πρακτορείου της εναγόμενης στην ...

για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού. Τέλος και το μέρος, που με τον ως άνω λόγο αναίρεσης και υπό την επίφαση συνδρομής των εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης και ειδικότερα η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών, ως λόγος, κατ'άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 625/2020).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 194/2020).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 322/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις α) την από 15.9.2014 κλήση της από την αναιρεσίβλητη σε έγγραφη απολογία εντός πέντε (5) ημερών για το ότι την 12.9.2014 δεν ενημέρωσε αυτή (αναιρεσίβλητη) για τη μη προσέλευση λεωφορείου στη ...

και δεν φρόντισε για τη δρομολόγηση άλλου λεωφορείου και β) το απόσπασμα της με αριθ. 2/2014 απόφασης του Δ/Σ της αναιρεσίβλητης με το οποίο της επιβλήθηκε βάσει των διατάξεων του Π.Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ" η ποινή της επίπληξης λόγω της ως άνω μη ενημέρωσης για τη μη έγκαιρη προσέλευση λεωφορείου για δρομολόγιο ... -... , έγγραφα που αυτή είχε νομίμως επικαλεσθεί με τις προτάσεις της και προσκομίσει τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθότι αποδείκνυαν την υπαγωγή της στην πειθαρχική εξουσία της αναιρεσίβλητης .

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύεται ειδικώς ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της αποδεικνύονται από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, από τις αναγραφόμενες σ'αυτή ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι (4ο φύλλο).

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε καταρτίσει με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη αμιγώς διαδοχικές συμβάσεις έργου και ότι δεν συνδεόταν με την τελευταία με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, έλαβε υπόψη της όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε μετ'επικλήσεως η αναιρεσείουσα και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου, ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η, δε, άποψη της αναιρεσείουσας ότι η εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το Δικαστήριο ουσίας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2017, ΑΠ 1097/2017).

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2022 και με αριθ. κατάθ. 1/7.1.2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 96/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... .

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ