Appeal dismissed as inadmissible; arguments regarding evidence evaluation do not constitute grounds for cassation under Greek Criminal Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by K. R. du S. against the Second Instance Court's conviction for organizing a criminal gang and committing aggravated thefts totaling over €120,000. The appellant argued that the lower court failed to provide specific reasoning regarding the police officer's testimony and the identification of the defendant. The court ruled that such arguments concern the substantive evaluation of evidence, which falls within the exclusive discretion of the trial court and does not constitute a valid ground for cassation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 510 para. 1 lit. d) of the Criminal Procedure Code; Art. 476 para. 1 and 578 para. 1 of the Criminal Procedure Code: Arguments challenging the substantive evaluation of evidence or the lack of specific reasoning in the trial court's decision do not constitute grounds for cassation, as the trial court retains exclusive discretion to assess evidence without detailing the weight of each piece.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2052 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2052/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Ελισάβετ Τσιρακίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. R. του S., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψαρρή, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1081/2018 και 2/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 09 Ιουνίου 2019 αίτηση του αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10 Ιουνίου 2019, και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6478/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 972/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να πρότεινε να απορριφθεί κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα με την από 9-6-2019 δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10.6.2019, στρέφεται κατά της υπ' αριθμόν 1081/2018 και 2/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και με την οποία ο ήδη αναιρεσείων (τότε τέταρτος κατηγορούμενος) κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις: α) της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης για τη διάπραξη διακεκριμένων κλοπών και β) της διάπραξης διακεκριμένων κλοπών τελεσθεισών από περισσότερα των δύο (2) ατόμων, τα οποία είχαν ενωθεί για τη διάπραξη κλοπών, κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένων και σε απόπειρα, που η συνολική αξία των αντικειμένων τους υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για πέντε (5) έτη. Οι προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις έγινε δεκτό ότι τελέσθηκαν, η μεν πρώτη, σε μη επακριβώς προσδιορισμένο τόπο της Ελλάδας και πάντως πριν από την 20.12.2011, η δε δεύτερη στην… Θεσσαλονίκης στις 21.12.2011, στους … Φωκίδος στις 23.12.2011, στη … Σερρών στις 16.1.2012, στο … Θεσσαλονίκης στις 7.2.2012 και στο … Σερρών στις 10.4.2012.
Με το άρθρο πρώτο του ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Ά 96/11.6.2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου Κ.Ποιν.Δ.). Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του νέου Κ.Ποιν.Δ., "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικα ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα".
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 εδ. α' και 510 του καταργηθέντος Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση ,κατά το προπαρατεθέν άρθρο 589 παρ 3 του νέου Κ.Ποιν.Δ, ως ορίζουσες τις διατυπώσεις άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 8.1.2019, ήτοι πριν την 1-7-2019, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 4620/2019, προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ., η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' του προϊσχύσαντος και ήδη 512 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κ.Ποιν.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.
Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα, εκτός της αίτησης αναίρεσης, έγγραφα η με το υποβαλλόμενο μετά τη συζήτηση αυτής υπόμνημα, ούτε ακόμη και με την άσκηση προσθέτων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του άνω προϊσχύσαντος Κώδικα και ήδη 509 του νέου Κ.Ποιν.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναιρέσεως, έστω και αν πρόκειται για λόγους που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη κατά το άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ.
Ειδικότερα, για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της, επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ,η οποία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε και, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με το αναιρετήριο σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή και, εάν μεν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, πρέπει να προτείνεται η ανυπαρξία αυτής ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, εάν δε υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη πρέπει να διευκρινίζεται σε τί συνίσταται η έλλειψή της και να προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.
Α.Π. 2/2002, 19/2001). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο συναφείς λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους, η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένης, σύμφωνα με τις αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση περικοπών από το περιεχόμενο των εξετασθέντων κατά την ακροαματική διαδικασία αποδεικτικών μέσων (εγγράφων, μαρτυρικής κατάθεσης), σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, εκτιμήσεων του ιδίου, ότι από τα ερευνηθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει η ενοχή του για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, καθώς και αιτιάσεων περί εσφαλμένης, ασαφούς, αντιφατικής και ελλιπούς αιτιολογίας σε σχέση με τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός Ι.
Κ. για τον τρόπο ανακάλυψης των δραστών των αξιοποίνων αυτών πράξεων, που έγινε μετά την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου και την παρακολούθηση των μεταξύ τους τηλεφωνικών επικοινωνιών με τη χρήση των αριθμών και των κλήσεων των κινητών τηλεφώνων τους κατά τους χρόνους τελέσεως των κλοπών, ενώ περαιτέρω, αρνείται την ύπαρξη στοιχείων, που εμπλέκουν και ενοχοποιούν και τον ίδιο και επικαλείται εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που με βάση τα ανωτέρω ελλιπή στοιχεία οδηγήθηκε στο συμπέρασμα της ταυτοποίησής του ως δράστη, με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, της αποδιδομένης σ' αυτούς από κοινού τέλεσης των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων.
Όλες οι ως άνω αιτιάσεις αφορούν την αξιολογική εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του άνω Δικαστηρίου. Οι αιτιάσεις όμως αυτές, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και αποτελούν επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναιρέσεως και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' του Κ.Ποιν.Δ., πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, άλλωστε, δεν απαιτείται να διευκρινίζει στο σκεπτικό του από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή του ούτε χρειάζεται να μνημονεύει τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή να προσδιορίζει την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Τέλος, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 και 578 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.6.2019 αίτηση (επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-6-2019) του K. R. του S., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1081/2018 και 2/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2019
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ