Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding witness notification and co-defendant acquittal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the defendant's appeal against a conviction for forgery, finding no grounds for reversal. The defendant argued that the trial was flawed because certain witnesses were not properly notified and a co-defendant had been acquitted in a prior proceeding. The court ruled that since the defendant was aware of the witnesses' presence and did not object, the procedural defect was cured, and the co-defendant's acquittal did not invalidate the current trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173, 174, 326, 349, 510 of the Code of Criminal Procedure; The failure to notify witnesses prior to trial is cured if the accused is aware of their presence and fails to object, and a co-defendant's acquittal in a previous trial does not constitute a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2052 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2052/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσακανίκα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.187/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3567/4-4-2018 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 572/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 3567/4.4.2018 αίτηση-δήλωση της Ε. Π. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης ( η οποία - κατ' έφεση δικάζοντας - κήρυξε την ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 22.3.2018).
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, με τη διάταξη δε του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΣΑ), που κυρώθηκε και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο, κατά τα άνω, με το Ν.Δ. 53/1974, υπερισχύει δε των ελληνικών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και ορίζεται, ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε...., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης προσβάσεως στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακροάσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση.
Η παραβίαση της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της ποινικής αποφάσεως, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπομένους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναιρέσεως, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.
δ' ΚΠοινΔ, όπως το στοιχ. δ' της παρ. 1 αντικατ. από την παρ. 2 του άρθρου 11, του Ν. 3904/23.12.2010. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, (όπως η περ. δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010). σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται: 1.
αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α)... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)". Κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΠοινΔ: "Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα από το νόμο να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. γ' της ΕΣΔΑ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα "όπως αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της εκλογής του" (και, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ.
δ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υπερασπισθεί τον εαυτό του με τη βοήθεια συνηγόρου της απόλυτης και ελεύθερης επιλογής του"). Οι διεθνείς αυτές συμβάσεις, κυρωθείσες με νόμο, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και κατά το άρθρο 28 παρ. 1, εδ α' του Συντάγματος υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου.
Πρακτική συνέπεια του ως άνω δικαιώματος επιλογής συνηγόρου είναι, ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήσει να αναβληθεί η υπόθεσή του, με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 349 ΚΠοινΔ, δηλαδή να υποβάλει αίτημα αναβολής με την επίκληση λόγων υγείας του συνηγόρου της επιλογής του και δη για σοβαρούς λόγους υγείας του τελευταίου, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος.
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Συντάγματος, (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18-4-2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), αναγνωρίζεται η αρχή της αναλογικότητας, κατά το οποίο "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι: α) αναγκαίοι υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στο θιγόμενο στα δικαιώματα του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στο θιγόμενο.
Η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 986/2014).
Τέλος, από τις άνω διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.
Τέτοιο δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι και το παραδεκτώς υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης για την εμφάνιση του συνηγόρου της επιλογής του. Το αίτημα όμως του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης πρέπει να υποβάλλεται παραδεκτώς και να είναι ορισμένο, είναι δε ορισμένο, μόνον όταν αναφέρεται ποίος είναι ο συνήγορος της επιλογής του και ποίος ο λόγος της ανωτέρας βίας που εμποδίζει την εμφάνισή του, ώστε να κριθεί αν ο συνήγορος αυτός είναι υπαρκτό πρόσωπο, εάν όντως δύναται να παραστεί κατά τον νόμο ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και αν όντως υφίσταται κώλυμα που τον εμποδίζει να εμφανισθεί.
Αν το δικαστήριο, απορρίψει το αίτημα αυτό, παρ' ότι υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως τόσο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως και του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όσο και για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και Δ' του ΚΠοινΔ), ενώ αν δεν απαντήσει στο ορισμένο αίτημα θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ). Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει την κατ' ουσίαν συνδρομή λόγου που εμποδίζει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του συνηγόρου της επιλογής του, διότι αν απορρίψει το αίτημα του κατηγορουμένου να τον εκπροσωπήσει συγκεκριμένος δικηγόρος παρ' ότι δέχεται ότι συντρέχουν οι όροι του άρθρου 349 ΚΠοινΔ, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 αρ. 1 στοιχ.
δ' του ΚΠοινΔ. Το συστατικό της δίκαιης δίκης δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το δικαίωμά του να έχει συνήγορο υπερασπίσεως, περιλαμβάνει και το δικαίωμά του να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δικηγόρους της επιλογής του (ολ ΑΠ 9/2002). Όμως, ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο συνήγορός του, μπορούν, καθώς από τον σκοπό των εν λόγω διατάξεων σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται, να παρελκύσουν τη συζήτηση της υποθέσεως με το να επανυποβάλλουν αιτήματα αναβολής ή διακοπής της δίκης διότι έτσι παραβιάζεται, το μεν η αρχή της ταχείας διεξαγωγής της ποινικής δίκης, το δε της αναιρέσεως της ουσιαστικής αληθείας και της ποινικής καταστολής. (ΑΠ 64/2017).
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που της παρέχονται από το νόμο, δηλ. για τον αναιρετικό λόγο που στηρίζεται στο άρθρο 510 § 1 Α' ΚΠοινΔ και 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, κατά την δικάσιμο της 13ης Φεβρουαρίου 2018 και αμέσως μετά από την εκφώνηση του ονόματος της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας, η οποία δεν εμφανίσθηκε, και πριν από τη νομιμοποίηση τυχόν συνηγόρων της, εμφανίσθηκε ως άγγελος ο δικηγόρος Κοζάνης Ι.
Μ. και εξεταζόμενος ενόρκως ζήτησε αναβολή της υποθέσεως λόγω κωλύματος εμφανίσεως του συνηγόρου της κατηγορουμένης Γ. Φ.. Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 3 ΚΠΔ, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέκοψε τη δίκη εντός δεκαπενθημέρου, για τις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.
Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή (Όπως η παρ. 3, που είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 33 παρ. 5 του Ν. 4055/2012, αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 93 παρ. 4 του Ν. 4139/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος του Δ. Σ. Κοζάνης Μ. Ι., ο οποίος ως άγγελος μετέφερε το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης δικηγόρου του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης Φ. Γ., περί αναβολής της παρούσας δίκης, διότι παρίσταται στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης σε διακοπείσα συνεδρίαση και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να παρασταθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Καθόσον, όμως, η πράξη της κατάρτισης πλαστού εγγράφου που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, φέρεται να τελέστηκε τον Ιούλιο του έτους 2010, συνάγεται ότι έχουν παρέλθει επτά και πλέον έτη από την τέλεσή της, και δεδομένου ότι η υπόθεση εκκρεμεί στο δεύτερο βαθμό, το Δικαστήριο κρίνει, λόγω της επικείμενης παραγραφής, ότι το αίτημα που υποβλήθηκε από τον άγγελο-δικηγόρο για λογαριασμό του συνηγόρου υπεράσπισης της εκκαλούσας- κατηγορουμένης περί αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ λόγω ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του (συνηγόρου υπεράσπισης), πρέπει να απορριφθεί, εν όψει και του ότι το επικαλούμενο κώλυμα του ανωτέρω συνηγόρου δύναται να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης κατά την προαναφερόμενη διάταξη.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 349 Κ.Π.Δ. λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης και να διακοπεί η δίκη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η κλήτευση κατά την ως άνω δικάσιμο, επιμελεία της εισαγγελίας, των μαρτύρων 1.
Λ. Ε., 2. Τ. Α., 3. Ψ. Ε. και 4.Α. Μ., οι οποίοι εξετάσθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εκ παραδρομής δεν κλητεύθηκαν κατά την παρούσα δικάσιμο".
Ακολούθως δε: "ΔΙΑΚΟΠΤΕΙ την εκδίκαση της υπόθεσης. ΟΡΙΖΕΙ νέα δικάσιμο για την εκδίκαση της υποθέσεως την 26Π Φεβρουαρίου 2018, ημέρα Δευτέρα και ώρα 09:00 π.μ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την κλήτευση των μαρτύρων 1. Λ. Ε., 2. Τ. Α., 3. Ψ. Ε. και 4.Α. Μ., ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 09:00 π.μ.".
Την 26.2.2018 δεν εμφανίσθηκε και πάλι η κατηγορουμένη, αλλά ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Γ. Φ., ως άγγελος, ο οποίος, εξεταζόμενος ενόρκως, ζήτησε και πάλι αναβολή ή διακοπή της συνεδριάσεως γιατί η κατηγορουμένη άλλαξε συνήγορο και ανέθεσε την υπεράσπισή της σε άλλο δικηγόρο Θεσσαλονίκης, τον Σ. Π., ο οποίος έχει κώλυμα εμφάνισης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης απέρριψε το εν λόγω αίτημα, δεν ανέβαλε τη δίκη, αλλά διέκοψε για την δωδεκάτη μεσημβρινή της ιδίας ημέρας, οπότε εμφανίσθηκε η κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα και διόρισε συνήγορο υπερασπίσεώς της τον άνω δικηγόρο Γ. Φ., και η δίκη διεξήχθη και ολοκληρώθηκε με την καταδίκη της κατηγορουμένης για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως.
Ειδικότερα, το δικάσαν Δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα απόφασή του διέλαβε επί λέξει τα εξής: "Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ το δικαστήριο...... Στην προκείμενη περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου, εμφανίσθηκε ως άγγελος ο Δικηγόρος του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης Γ. Φ., ο οποίος δήλωσε ότι ήταν πληρεξούσιος Δικηγόρος της κατηγορουμένης μέχρι την προηγούμενη δικάσιμο κατά την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής για κώλυμα στο πρόσωπο του ιδίου και η εκδίκαση της υπόθεσης διακόπηκε για τη σημερινή δικάσιμο, οπότε η κατηγορουμένη άλλαξε δικηγόρο και ανέθεσε την υπόθεση της στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Π.
Σ., ο οποίος ενώ βρισκόταν καθ' οδόν για ....η λόγω των καιρικών συνθηκών που επικρατούν και της κατάστασης του οδικού δικτύου βρέθηκε εκτός δρόμου και επέστρεψε με οδική βοήθεια στη ..... και για το λόγο αυτό ζητεί την αναβολή της υποθέσεως ή την εκ νέου διακοπή της. Καθόσον, όμως, η πράξη της κατάρτισης πλαστού εγγράφου που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, φέρεται να τελέστηκε τον Ιούλιο του έτους 2010, και επομένως έχουν παρέλθει επτά και πλέον έτη από την τέλεσή της, και δεδομένου ότι η υπόθεση εκκρεμεί στο δεύτερο βαθμό, το Δικαστήριο κρίνει, λόγω της επικείμενης παραγραφής, ότι το αίτημα που υποβλήθηκε από τον άγγελο-δικηγόρο για λογαριασμό του συνηγόρου υπεράσπισης της εκκαλούσας-κατηγορουμένης Π.
Σ., περί αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ λόγω ανωτέρας βίας στο πρόσωπό του (συνηγόρου υπεράσπισης), πρέπει να απορριφθεί, ενώ ομοίως πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα διακοπής της δίκης, διότι δεν είναι δυνατόν το επικαλούμενο κώλυμα του ανωτέρω συνηγόρου υπεράσπισης να αντιμετωπισθεί με εκ νέου διακοπή της δίκης, λόγω αδυναμίας συγκρότησης της σύνθεσης σε μετά διακοπή συνεδρίαση εντός δεκαπέντε ημερών.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 326§1 ΚΠοινΔ, "ο αρμόδιος εισαγγελέας πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση επιδίδει στον κατηγορούμενο που παραπέμπεται να δικαστεί σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, εκτός από το πταισματοδικείο και το μονομελές πλημμελειοδικείο, κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας που θα εξεταστούν.
Ο κατάλογος αυτός μπορεί να καταγραφεί στο σώμα και μάλιστα στο τέλος του κλητήριου θεσπίσματος ή της κλήσης για εμφάνιση. Στις περιπτώσεις των άρθρων 353 παρ. 1 και 365 δεν χρειάζεται η επίδοση καταλόγου σύμφωνα με αυτό το άρθρο". Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 500 εδ. ε του ΚΠοινΔ, εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του άρθρου 326 ΚΠΔ.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σκοπός της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας στον κατηγορούμενο να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, ο κατάλογος των μαρτύρων κατηγορίας δεν είναι απαραίτητο να γνωστοποιείται μεμονωμένα, αλλά μπορεί να καταχωρείται στο τέλος του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως, πράγμα, άλλωστε, που είναι και το συνηθέστερο στην πρακτική.
Αν η υπόθεση αναβληθεί, δεν γίνεται γνωστοποίηση και πάλι των ήδη γνωστοποιηθέντων μαρτύρων. Ο σκοπός αυτός του νόμου πληρούται αν, κληθεί και προσέλθει να καταθέσει νέος μάρτυρας, το όνομα του οποίου δεν έχει γνωστοποιηθεί με τον ως άνω τρόπο, αλλά η δίκη έχει αναβληθεί, κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, αφού και πάλι, μέχρι την, μετά την αναβολή, δικάσιμο, θα έχει αυτός τη δυνατότητα να ενημερωθεί για τα στοιχεία του νέου μάρτυρα και να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (βλ.
και ΑΠ 1159/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την οποία ήταν παρούσα η εκκαλούσα-κατηγορουμένη διά του πληρεξούσιου Δικηγόρου της, είχαν εξετασθεί ως μάρτυρες κατηγορίας οι Τ. Α., Ψ. Ε. και Α. Μ., ενώ η Λ. Ε., η οποία ήταν κατηγορουμένη για το αδίκημα της πλαστογραφίας από κοινού με την εκκαλούσα, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, απολογήθηκε και αθωώθηκε για την ανωτέρω πράξη με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1696/2016 απόφαση.
Τα πρόσωπα δε αυτά εκ παραδρομής δεν κλητεύθηκαν από την εισαγγελική αρχή προκειμένου να καταθέσουν ως μάρτυρες στην κατ' έφεση δίκη. Περαιτέρω, κατά την αρχική ορισθείσα δικάσιμο της έφεσης στις 13-2-2018 η υπόθεση δεν εκδικάστηκε, αλλά διακόπηκε η εκδίκασή της για την παρούσα δικάσιμο της 26-2-2018, κατόπιν υποβολής αιτήματος αναβολής από πλευράς της κατηγορουμένης λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης της, οπότε το κώλυμα αντιμετωπίσθηκε από το Δικαστήριο με διακοπή της δίκης και γνωστοποιήθηκε τόσο η ημερομηνία της μετά διακοπής δικασίμου, όσο και οι μάρτυρες των οποίων διατάχθηκε η κλήτευση, επιμελεία της εισαγγελίας, και των οποίων η μαρτυρία θεωρήθηκε απαραίτητη, στον άγγελο-Δικηγόρο του ΔΣ Κοζάνης Μ.
Ι., ο οποίος και υπέβαλε το προαναφερόμενο αίτημα αναβολής. Επομένως, κατά τη σημερινή δικάσιμο κατά την οποία πρόκειται ν' αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της, έχει ήδη συμπληρωθεί η πενθήμερη προθεσμία που τάσσει η ως άνω διάταξη του άρθρου 326 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και ως εκ τούτου η όποια πλημμέλεια περί την εμπρόθεσμη γνωστοποίηση των μαρτύρων θεραπεύτηκε.
Επιπροσθέτως από την ορολογία του άρθρου 326 παρ. 1 ΚΠΔ το οποίο χρησιμοποιεί τον όρο "πριν τη δημόσια συνεδρίαση", δηλαδή "πριν την κατ' ουσία εκδίκαση της υπόθεσης", (και όχι πριν την ορισθείσα δικάσιμο, όπως κάνει σε άλλες διατάξεις, π.χ. στο άρθρο 167 ΚΠΔ), προκύπτει ότι η γνωστοποίηση των μαρτύρων νομίμως και εμπροθέσμως γίνεται 5 ημέρες πριν από την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Το δε γεγονός ότι έλαβε πράγματι χώρα γνωστοποίηση των μαρτύρων, προκύπτει απ' το ότι κατά την παρούσα δικάσιμο εμφανίσθηκε ως άγγελος ενώπιον του Δικαστηρίου ο φερόμενος ως πληρεξούσιος Δικηγόρος της κατηγορουμένης κατά τη δικάσιμο της 13-2-2018, Γ. Φ., ο οποίος γνώριζε την κλήτευση των προαναφερόμενων μαρτύρων κατηγορίας κατά την προηγούμενη δικάσιμο και έκανε λόγο για τη μη ύπαρξη καταλόγου μαρτύρων, ο οποίος να έχει γνωστοποιηθεί στην κατηγορουμένη.
Εξάλλου, η υπό του εν λόγω άρθρου εμπρόθεσμη γνωστοποίηση σκοπό έχει όπως ο κατηγορούμενος ετοιμάσει την υπεράσπισή του, γνωρίζοντας τους μάρτυρες κατηγορίας που θα εξετασθούν, και ο σκοπός αυτός επί του προκειμένου εκπληρώθηκε πλήρως, δεδομένου μάλιστα ότι οι ίδιοι μάρτυρες εξετάσθηκαν και σε πρώτο βαθμό, η μία δε εξ αυτών υπό την ιδιότητα της κατηγορουμένης και συνεπώς η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, είχε γνώση του περιεχομένου των καταθέσεών τους, οι οποίες άλλωστε περιλαμβάνονται στην εκκαλουμένη απόφαση που συνιστά σε κάθε περίπτωση αναγνωστέο έγγραφο της παρούσας δίκης.
Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι μάρτυρες κατηγορίας περιήλθαν εις γνώσιν της κατηγορουμένης κατά τα ανωτέρω, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, η τελευταία μπορούσε ευχερώς να προετοιμάσει την υπεράσπισή της δίχως να στερείται του δικαιώματός της στη δίκαιη και χρηστή απονομή δικαιοσύνης, ως τούτο προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 3 της Ε.Σ.Δ.Α, και το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και επομένως, το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής καθ' ο μέρος συνέχεται με τον ισχυρισμό περί μη γνωστοποίησης καταλόγου μαρτύρων στην κατηγορουμένη, πρέπει ομοίως ν' απορριφθεί".
Το Δικαστήριο διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στις απορριπτικές των εν λόγω αιτημάτων παρεμπίπτουσες αποφάσεις του, όσα δε περί του αντιθέτου η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ήτοι ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων από συνηγόρους της επιλογής της που της παρέχονται από το νόμο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 326§1 ΚΠοινΔ, "ο αρμόδιος εισαγγελέας πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση επιδίδει στον κατηγορούμενο που παραπέμπεται να δικαστεί σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, εκτός από το πταισματοδικείο και το μονομελές πλημμελειοδικείο, κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας που θα εξεταστούν.
Ο κατάλογος αυτός μπορεί να καταγραφεί στο σώμα και μάλιστα στο τέλος του κλητήριου θεσπίσματος ή της κλήσης για εμφάνιση. Στις περιπτώσεις των άρθρων 353 παρ. 1 και 365 δεν χρειάζεται η επίδοση καταλόγου σύμφωνα με αυτό το άρθρο". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σκοπός της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας στον κατηγορούμενο να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, ο κατάλογος των μαρτύρων κατηγορίας δεν είναι απαραίτητο να γνωστοποιείται μεμονωμένα, αλλά μπορεί να καταχωρείται στο τέλος του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως, πράγμα, άλλωστε, που είναι και το συνηθέστερο στην πρακτική.
Αν η υπόθεση αναβληθεί, δεν γίνεται γνωστοποίηση και πάλι των ήδη γνωστοποιηθέντων μαρτύρων. Ο σκοπός αυτός του νόμου πληρούται αν, κατόπιν κλητεύσεως, προσέλθει να καταθέσει νέος μάρτυρας, το όνομα του οποίου δεν έχει γνωστοποιηθεί με τον ως άνω τρόπο, αλλά η δίκη έχει αναβληθεί, κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, αφού και πάλι, μέχρι την, μετά την αναβολή, δικάσιμο, θα έχει αυτός τη δυνατότητα να ενημερωθεί για τα στοιχεία του νέου μάρτυρα και να ετοιμάσει την υπεράσπισή του. ( ΑΠ 1159/2010).
Η δε ακυρότητα που επέρχεται από την εξέταση μάρτυρα ο οποίος δεν γνωστοποιήθηκε κατά το άρθρο 326 του Κ.Π.Δ. ή δεν γνωστοποιήθηκε νομίμως είναι σχετική και καλύπτεται, εάν δεν προταθεί εγκαίρως κατά το άρθρο 173 παρ. 1 και 174 παρ 1 Κ.Π. Δ, μη δημιουργουμένου εντεύθεν λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' του ίδιου κώδικα.
Εξ άλλου, είναι ασυμβίβαστη η ιδιότης του κατηγορουμένου προς την του μάρτυρος σε κάθε περίπτωση, συνεκδικάσεως ή μη, εξαιρουμένης της περιπτώσεως καθ' ην σε προηγηθείσα δίκη (ή και με βούλευμα, ΑΠ 1165/1989) ο συγκατηγορούμενος αθωώθηκε ως μη εκτελέσας την πράξη ΑΠ 831/1975). Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι (στην πρωτοβάθμια δίκη εξετασθέντες) μάρτυρες κατηγορίας Τ.
Α., Ψ. Ε. και Α. Μ., και η Λ. Ε., η οποία ήταν κατηγορουμένη για το αδίκημα της πλαστογραφίας από κοινού με την ήδη αναιρεσείουσα, παρουσιάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο απολογήθηκε και αθωώθηκε για την ανωτέρω πράξη με την πρωτοβάθμια απόφαση - 1696/2016 Μονομ. Πλημ/κείου Κοζάνης, δεν είχαν αρχικώς κλητευθεί από την εισαγγελική αρχή για να καταθέσουν στην κατ' έφεση δίκη.
Από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, την 13.2.2018, η υπόθεση κατόπιν υποβολής αιτήματος αναβολής από την πλευρά του συνηγόρου υπερασπίσεως, η υπόθεση διακόπηκε για την δικάσιμο της 26.2.2018, οπότε η παράλειψη αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καλύφθηκε, καθ' όσον, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη έλαβε γνώση του ότι θα κατέθεταν οι παραπάνω μάρτυρες, οι οποίοι παρευρίσκοντο στο ακροατήριο, και για την εξέταση των οποίων ούτε εναντίωση υπεβλήθη, ούτε προτάθηκε ακυρότητα της εξετάσεως αυτών από την κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα. ( ΑΠ 47/2009).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ της εξετάσεως μη γνωστοποιηθέντος μάρτυρος (και οι οποίοι όμως είχαν εμπροθέσμως γνωστοποιηθεί μετά την διακοπή της δίκης) και της στην πρωτοβάθμια δίκη αθωωθείσης στην ίδια υπόθεση συγκατηγορουμένης της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρ.476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 3567/4.4.2018 αίτηση-δήλωση της Ε. Π. του Β., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
16 της 2052/2018 ποινικής απόφασης του Αρείου Πάγου