Legislator Case Law & Legislation
2052/2014 AI generated

2052/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2052/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5079/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2793/2010 μη οριστική και 4541/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/9/2013 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2052/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 ν. 2496/1997 "μπορεί να συμφωνηθεί η ασφάλιση κατά τον κίνδυνον θανάτου ή η ασφάλιση επιβίωσης ή και των δύο, τον λήπτη της ασφάλισης ή τρίτου", κατά δ' αυτή του άρθρου 30 παρ. 1 α του ιδίου ως άνω νόμου "Εάν το πρόσωπο, για το θάνατο του οποίου συνάπτεται η ασφάλιση, αυτοκτόνησε, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, εφόσον έχουν περάσει δύο τουλάχιστον χρόνια από τη σύναψη της σύμβασης....".

Keywords

AI generated
term life insurance exposure to danger suspension of insurance cover invalidity insurance interim accident insurance reinstatement of insured status
AI generated
155/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1134/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
673/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
1386/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
139/2014
Στην περίπτωση που δεν υπάρχει νόμιμη υποκατάσταση, οι σχέσεις υπεργολάβου και εργολάβου, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων. Ως προς τις μεταξύ του υπεργολάβου και εργολάβου σχέσεις, εφαρμόζεται ο ν. 1396/1983. Το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1418/1984 και εκείνες των άρθρων 1 και 3 του ν. 1396/1983. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού, ούτε και από άποψη παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2052 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 2052/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "METLIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ", όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της αρχικά αναιρεσείουσας εταιρείας "METLIFE ALICO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ", οιονεί καθολικής διαδόχου του εν Ελλάδι υποκαταστήματος της αμερικανικής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY)" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Τ. Κ., το γένος Χ. Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5079/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2793/2010 μη οριστική και 4541/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/9/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 26/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα προσκομιζομένη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Κ. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση, από 25-9-13 και με αριθμ. καταθ. 673/13, αίτησης αναίρεσης της 4541/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την υπ' αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε από την επισπεύδουσα την τελευταία, αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη. Εφόσον όμως η τελευταία - δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατατεθείσα την από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 ν. 2496/1997 "μπορεί να συμφωνηθεί η ασφάλιση κατά τον κίνδυνον θανάτου ή η ασφάλιση επιβίωσης ή και των δύο, τον λήπτη της ασφάλισης ή τρίτου", κατά δ' αυτή του άρθρου 30 παρ. 1 α του ιδίου ως άνω νόμου "Εάν το πρόσωπο, για το θάνατο του οποίου συνάπτεται η ασφάλιση, αυτοκτόνησε, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, εφόσον έχουν περάσει δύο τουλάχιστον χρόνια από τη σύναψη της σύμβασης....".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων μ' αυτήν του άρθρου 33 παρ. 1 του ιδίου νόμου κατά την οποία "κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης καθώς και θαλάσσια η αεροπορική ασφάλιση ζημιών" προκύπτει αφενός ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/97 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτό δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο να διερευνηθούν (Ολ.

ΑΠ 14/2013) και αφετέρου ότι η μετά πάροδο διετίας από την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, αυτοκτονία του προσώπου για το θάνατο του οποίου είχε συναφθεί η ασφάλιση, ενεργοποιεί την υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα, μόνο στην περίπτωση που έχει καταρτιστεί η ρυθμιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 28 ν. 2496/97 ασφάλιση κατά του κινδύνου θανάτου ή επιβίωσης και όχι η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 31 ασφάλιση ατυχήματος, το οποίο προκάλεσε το θάνατο του ασφαλισμένου, αφού, στην τελευταία περίπτωση, η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου (θανάτου) δεν θα οφείλεται σε αιτία ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου, την οποία και μόνο καλύπτει η καταρτισθείσα σύμβαση ατυχήματος, αλλά σε αιτία προκληθείσα από τον ίδιο τον ασφαλισμένο και επομένως εξαιρουμένη της ασφαλιστικής καλύψεως.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 28, 30, 31 και 33 ν. 2496/97, έκανε δεκτή, εξαφανίζοντας την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη (υπ' αριθμ. 5079/2005) απόφαση του Μονομελούς Πρωτ.

Αθηνών, την κατ' αυτής (από 1-3-2004) αγωγή της αναιρεσίβλητης με την οποία η τελευταία, επικαλουμένη κατάρτιση μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αδελφού της Κ. Ι. συμβάσεων αφενός κατά του κινδύνου ζωής και αφετέρου ατυχήματος και επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης δια του επισυμβάντος την 4-3-2002 θανάτου του ως άνω ασφαλισμένου ζήτησε την καταψήφιση της αναιρεσείουσας στην προς αυτήν, υπό την ιδιότητα του λήπτη της ασφάλισης, καταβολή των προβλεπομένων για την περίπτωση του θανάτου από τις παραπάνω συμβάσεις (ασφαλιστικών) ποσών, απορρίπτοντας (εσφαλμένως κατά την προσβαλλομένη αιτίαση) ως αβάσιμη τη, νομοτύπως, προς απόκρουση της αγωγής, προβληθείσα, ένσταση εξαιρέσεως της ένδικης περίπτωσης από την παρεχομένη δυνάμει της ασφάλισης ατυχήματος κάλυψη ενόψει του ότι πρόκειται περί περιπτώσεως θανάτου μη οφειλομένου σε ατύχημα αλλά σε αυτοκτονία, εξαιρουμένη, δυνάμει σχετικού όρου της εν λόγω συμβάσεως, της ασφαλιστικής καλύψεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με το ως άνω, κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, ζήτημα: "Μεταξύ του αδελφού της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) Κ. Ι. και της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσείουσας) συνήφθη σύμβαση ασφάλισης ζωής και σύνθετης προστασίας και εκδόθηκαν τα σχετικά με αριθμούς ...

και ... ασφαλιστήρια συμβόλαια. Σύμφωνα με σχετικούς όρους του τμήματος των ασφαλιστηρίων συμβολαίων "ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" ή "ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" και με τον τίτλο "ΜΕΡΟΣ Ι" - ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑ" αν κάποια σωματική βλάβη επιφέρει το θάνατο "καλυπτόμενου μέλους" μέσα σε τριακόσιες εξήντα (360) ημέρες από την ημερομηνία του ατυχήματος, η εταιρεία θα καταβάλει το ποσό αποζημίωσης για θάνατο από ατύχημα που αναφέρεται για το μεν με αρ. ...

ασφαλιστήριο στον πίνακα παροχών της σχετικής πρόσθετης πράξης του ασφαλιστηρίου και ανέχεται στο ποσό των 14.673,51 € (5.000.000 δρχ) για δε με το αρ. ... ασφαλιστήριο στον πίνακα παροχών της σελίδας ειδικών στοιχείων ασφαλιστηρίου και ανέχεται στο ποσό των 29.347,03 € (10.000.000δρχ). Ως ατύχημα ορίστηκε κάθε γεγονός τυχαία, βίαιο, αιφνίδιο, εξωτερικό, ανεξάρτητα από τη θέληση του καλυπτόμενου μέλους, που μπορεί να προκαλέσει απώλεια της ζωής, μόνιμη, ολική ή μερική ανικανότητα, ως δικαιούχος των ως άνω ποσών αποζημίωσης για την περίπτωση του θανάτου του ασφαλισμένου ορίστηκε η εκκαλούσα αδελφή του, ενώ σύμφωνα με όρο του ασφαλιστηρίου από τον τίτλο "ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ" , η ασφάλιση για οποιονδήποτε από τους ασφαλισθέντες κινδύνους δεν καλύπτει απώλεια ή θάνατο που προξενείται άμεσα ή έμμεσα, ολικά ή μερικά (μεταξύ άλλων) από αυτοκτονία ή απόπειρα αυτοκτονίας, άσχετα με τη διανοητική κατάσταση του καλυπτόμενου μέλους".

Αποδείχθηκε επίσης ότι περί την 22:00 ώρα της 4ης Μαρτίου 2002 ο ασφαλισμένος αδελφός της ενάγουσας, Κ. Ι., βρέθηκε κρεμασμένος με σχοινί που ήταν δεμένο σε κλαδί δένδρου στην αυλή του σπιτιού του, επί της οδού ... στη ..., φορούσε δε λευκό μπουρνούζι, ενώ έφερε στο πρόσωπο του αφρό ξυρίσματος. Να σημειωθεί ότι, πλην μιας μόλις διακρινόμενης αβαθούς αύλακος, που είχε αποτυπωθεί στο ύψος της ανωτέρας μοίρας του θυρεοειδούς χόνδρου του λάρυγγος, ο θανών δεν έφερε κακώσεις στο πρόσωπο και στο υπόλοιπο σώμα του, ενώ το σπίτι ήταν τακτοποιημένο πλήρως και στο μπάνιο στη μία πλευρά του νιπτήρα υπήρχε αφρός ξυρίσματος και στην άλλη ξυριστική μηχανή.

Επί των ανωτέρω ασφαλιστικών συμβάσεων που είχε συνάψει ο θανών με την εφεσίβλητη, σαφώς εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2496/1997, ο οποίος έχει εφαρμογή και επί των συμβάσεων ασφάλισης που καταρτίστηκαν μεν πριν από την έναρξη ισχύος του (17-11-1997), αλλά η ασφαλιστική περίπτωση (όπως εν προκειμένω) επήλθε από την ισχύ του (ΑΠ 217/2011, ΝΟΒ 59.1540, ΑΠ 232/2010 ΕλΔ 52.1351, ΑΠ 293/2008 ΕλΔ 50.1349).

Στη σχετική με αρ. 447/11-4-2002 έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας (που διενεργήθηκε τις πρωινές ώρες της 5ης Μαρτίου 2002) του ιατροδικαστή Χ. Λ. ως αιτία θανάτου αναφέρεται "απαγχονισμός δια βρόχου", ενώ ο ιατροδικαστής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "το σύνολο των αυτοψιακών και νεκροτομικών ευρημάτων αφήνει ανοικτό το τρίπτυχο αυτοκτονία - ατύχημα - εγκληματική ενέργεια με λίγες πιθανότητες ως προς το τελευταίο.

Απάντηση στο ερώτημα αναμένεται να δοθεί από τη συλλογή περαιτέρω πληροφοριών από τις αστυνομικές αρχές". Τελικά η εκδοχή της εγκληματικής ενέργειας σε βάρος του θανόντος ασφαλισμένου έχει αποκλειστεί (βλ. την από 10-3-2003 αναφορά, περί θέσεως στο αρχείο κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ της σχετικής δικογραφίας, του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών), ενώ σύμφωνα με την από 20-4-2011 έγγραφη γνωμοδότηση του (διορισθέντος με την 2973/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) πραγματογνώμονα Ν.

Κ., Ιατροδικαστή, "υφίσταται ισχυρά πιθανολόγηση για ατυχηματικό απαγχονισμό". Η εφεσίβλητη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι πρόκειται περί θανάτου από αυτοκτονία, εξαιρουμένου της ασφαλιστικής κάλυψης κατά τον προαναφερθέντα όρο των ενδίκων ασφαλιστηρίων συμβολαίων και, επομένως, δεν γεννάται υποχρέωση της προς καταβολή στη δικαιούχο εκκαλούσα ενάγουσα των αιτουμένων χρηματικών ποσών (ασφαλίσματος).

Ο νόμω και ουσία βάσιμος και για το λόγο αυτό απερρίφθη η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός της ασφαλιστικής εταιρείας αλυσιτελώς προεβήθη και έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, εφόσον κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του (έχοντος εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προαναφερθέντα) Ν. 2496/1997 κα αν ακόμη θεωρηθεί ως αιτία θανάτου του ασφαλισμένου η αυτοκτονία, επελθούσα μετά την πάροδο δυο ετών από της σύναψης των συμβάσεων, η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει το σχετικό ασφάλισμα, ενώ ο σχετικός όρος των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ως περιορίζον τα δικαιώματα του δικαιούχου εν προκειμένω του ασφαλίσματος εκκαλούσας, είναι άκυρος κατ' άρθρο 33 παρ. 1 του ιδίου νόμου, μη υφισταμένης εκ προκειμένω ουδεμίας εκ των αναφερομένων στην τελευταία διάταξη εξαιρέσεων.

Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι δυνάμει του πρώτου ως άνω με αρ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και μετά τον ως άνω θάνατο του ασφαλισμένου αδελφού της, η εκκαλούσα εδικαιούτο: α) το ποσό των 8.813,40€ ως το σύνολο των ασφαλίστρων που καταβλήθηκαν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του (16-1-1995) μέχρι την ημερομηνία θανάτου του ασφαλισμένου (4-3-2002) και ποσό συσσωρευθέντος καθαρού Προϊόντος Υπεραποδόσεως Μαθηματικών Αποθεματικών (Π.Υ.Μ.Α.) και β) ποσό 14.673,51 ευρώ ως εφάπαξ αποζημίωση λόγω θανάτου (βλ.

σχετικό πίνακα παροχών). Όμως η εκκαλούσα έλαβε το ποσό των 8.813,40 € και υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη (την υπογραφή της επί της οποίας δεν αμφισβήτησε) με τον τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ (ΘΑΝΑΤΟΣ)" και με το περιεχόμενο "Η ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗ ΜΑΡΙΑ έλαβα από την ALICO AIG LIFE ως αποζημίωση για τον θάνατο του αδελφού μου Ι.

Κ. το ποσό των ΕΥΡΩ 8.813,40 (ΟΚΤΩ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΟΚΤΑΚΟΣΙΑ ΔΕΚΑ ΤΡΙΑ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΛΕΠΤΑ) σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση από κάθε αποζημίωση και υποχρέωση της παραπάνω εταιρείας που απορρέει από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ΖΩΗΣ με αριθμό ...". Κατόπιν αυτού, στην πρωτόδικη δίκη, η εκκαλούσα παραιτήθηκε νομότυπα ως προς το εξ ευρώ 8.815,64 σχετικό κονδύλιο της αγωγής της (καταβληθέντα ασφάλιστρα κ.λ.π.) Όμως από το ως άνω περιεχόμενο η σχετική εξοφλητική απόδειξη περιέχει σαφώς δήλωση της εκκαλούσας ως δανείστριας και συμφωνία των διαδίκων περί άφεσης χρέους (άρθρο 454 ΑΚ) και αναφορικά με την εξ ευρώ 14.673,51 αξίωση της για αποζημίωση λόγω θανάτου και γενικά από κάθε αξίωση της απορρέουσας από το με αρ. ...

συμβόλαιο.

Συνεπώς, το τελευταίο αυτό κονδύλιο της αγωγής (14.673,51 €) πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Αποδείχθηκε τέλος ότι με βάση το δεύτερο ως άνω με αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο και με βάση τον σχετικό πίνακα παροχών, λόγω του επελθόντος θανάτου του ασφαλισμένου αδελφού της, η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στη δικαιούχο εκκαλούσα το ποσό των 29.347,03 € ως αποζημίωση λόγω θανάτου, ποσό το οποίο αρνείται να της καταβάλει, παρότι οχλήθηκε εγγράφως προς τούτο με την κατάθεση στις 28-7-2003 σχετικής αιτήσεως της δικαιούχου στα γραφεία της".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με την προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 2496/97 (άρθρ. 28, 30, 31 και 33) καθόσον ενώ δέχθηκε ορθώς, ότι η αυτοκτονία του ασφαλισμένου Κ. Ι. ενεργοποιεί την, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 2496/97, υποχρέωση της αναιρεσείουσας, ασφαλίστριας, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη (λήπτρια της ασφάλισης) το ασφάλισμα που προβλέπεται από την καταρτισθείσα, στο πλαίσιο του άρθρου 28 του ως άνω νόμου, με το .../...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σύμβαση ασφάλισης ζωής, μέρος του οποίου (ασφαλίσματος), ανερχόμενο σε 8.813,4€ εισέπραξε η τελευταία παραιτηθείσα με σύμβαση άφεσης χρέους του από 14673,51€ υπολοίπου, έκρινε (παραλλήλως), εσφαλμένως, ότι, η αναιρεσείουσα - ασφαλίστρια υποχρεούται να καταβάλει και το ασφάλισμα (29.347,03€) που είχε ορισθεί με την καταρτισθείσα στο πλαίσιο του άρθρ. 31 ν. 2496/97, με το .../...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σύμβαση ασφάλισης ατυχήματος, επί της οποίας όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν έχει εφαρμογή η ρυθμίζουσα την περίπτωση αυτοκτονίας του ασφαλισμένου διάταξη του άρθρου 30 ν. 2496/97, και τούτο ανεξάρτητα από την ύπαρξη του διαλαμβανομένου στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο (...) ρητού όρου εξαίρεσης της περίπτωσης της αυτοκτονίας από την παρεχόμενη κάλυψη, ο οποίος δεν πάσχει ακυρότητα, όπως εσφαλμένως επίσης δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού με αυτόν δεν επέρχεται περιορισμός των παρεχομένων από την ένδικη σύμβαση ασφάλισης δικαιωμάτων του λήπτη, όντας σύμφωνος με τη διάταξη του άρθρου 31 ν. 2496/97 η οποία, ορίζοντας ότι η ασφάλιση ατυχημάτων καλύπτει θάνατο προκαλούμενο από αιτία, πλην άλλων, ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου, εξαιρεί αυτονοήτως της παρεχομένης καλύψεως την περίπτωση του αυτοκτονικού θανάτου, πράγμα που ορίζει και ο παραπάνω όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Τούτων ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η με τον ως άνω αναιρετικό λόγο (559 αρ. 1 ΚΠολΔ) προβαλλόμενη αιτίαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο δικόγραφο ή με τις προτάσεις ή και με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του μέχρι την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση αυτή ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων χρηματικών ποσών, στα οποία περιλαμβάνονται μόνο το κεφάλαιο, οι τόκοι, τα επιδικασθέντα έξοδα καθώς και οι επί του αθροίσματος αυτού νομιμότοκοι από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης (Ολ ΑΠ 37/2005) (ΑΠ 1590/2008) όχι όμως και τα έξοδα έκδοσης απογράφου και αντιγράφου προς εκτέλεση και της σύνταξης επιταγής (ΑΠ 1298/2010 ΑΠ 8/2008) καθώς και των προαναφερθέντων, για φόρο εισοδήματος ποσών (Ολ ΑΠ 11/07), λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίασης καταβολής εκάστου εξ αυτών ώστε να καθίσταται, εφικτός ιδίως στην περίπτωση εν μέρει αναίρεσης της απόφασης, ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβάλλοντα (ΑΠ 1423/2010).

Κατ' ακολουθίαν αυτών η παραδεκτώς δια των προτάσεων της αναιρεσείουσας υποβληθείσα από 9-9-14 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην, προς της, προαποδεικτικώς αποδεικνυομένης, εκτέλεσης της προσβαλλομένης - αναιρουμένης απόφασης κατάστασης με την οποία ζητείται κατά παραδεκτή διευκρίνιση αυτής, η καταψήφιση της αναιρεσίβλητης στην προς αυτήν (αναιρεσείουσα) καταβολή του ποσού των 63.654.75 ευρώ, το οποίο συνολικά καταβλήθηκε προς την τελευταία από την ίδια σε (εκουσία) εκτέλεση της προσβαλλομένης ως άνω απόφασης και στο οποίο (συνολικό ποσό) περιλαμβάνονται α) 29.347,03 € για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) 30.088,62 για νομίμους τόκους αυτού από το οποίο παρακρατήθηκε ποσό 6.017,72 για αναλογούντα φόρο εισοδήματος 20% γ) 2000 € για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη δ) 2134,08 για τέλος απογράφου, ε) 5 € για έκδοση αντιγράφου, ζ) 50 € για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή και η) 60 € για σύνταξη παραγγελίας προς επίδοση και επίδοση είναι μη νόμιμη μεν ως προς το άνω στοιχ.

β', κατά το μέρος που αφορά στον αναλογούντα και παρακρατηθέντα φόρο εισοδήματος ποσού 6.017,72, δ, ε'και ζ' κονδύλια, τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη δεν αποδίδονται, νομικά δε βάσιμη κατά τα λοιπά κονδύλια ως προς τα οποία και πρέπει ενόψει της προαποδεικτικώς αποδεικνυομένης καταβολής αυτών στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της αναφερομένης ως άνω τελεσίδικης απόφασης (βλ.

από 6.2.14 μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη εξοφλητική απόδειξη), να γίνει δεκτή (η αίτηση επαναφοράς) ως και ουσιαστικά βάσιμη, και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 55.477€ (29.347+24070+2000+60) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατ' αποδοχή ως και ουσιαστικά βασίμου τον παραπάνω (πρώτος της αναίρεσης λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του προβαλλόμενου δεύτερου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναφερόμενο στη σύμβαση ασφάλισης ατυχήματος κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση, (κατά το κεφάλαιο αυτό), στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές ( αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176,184 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4541/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στη σύμβαση ασφάλισης ατυχήματος κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το παραπάνω κεφάλαιο στο Εφετείο Αθηνών συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη ως άνω απόφαση δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Δέχεται εν μέρει την από 9-9-2014 αίτηση επαναφοράς.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα επτά (55477) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Οκτωβρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ