Supreme Court partially allows appeal for failure to consider a properly raised claim regarding the removal of criminal character.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to address a specific claim regarding the removal of the criminal character of the act, which had been properly raised in both the first instance and the appeal proceedings. The court found this procedural error valid because the claim was legally presented and had a significant impact on the case outcome, warranting the annulment of the contested decision in part.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 § 2 and 562 § 2 of the Code of Civil Procedure; A procedural defect exists when a court fails to consider a claim properly raised in the lower instance that is essential to the judgment, thereby necessitating the annulment of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2052 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2052/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρου του Αλέξανδρο Πρατικάκη
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ζ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 30 Νοεμβρίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1347/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 391/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.
Α.Π. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ. 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (Α.Π. 554/1995, 1316/1992).
Με τον 3ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα σύμφωνα με τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικόγραφο της αγωγής του αναιρεσίβλητου δεν περιείχε πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την σε βάρος του απαίτηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, αφενός ο αναιρεσείων δεν επικαλείται με την αίτησή του ότι τον ισχυρισμό αυτό προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, με λόγο έφεσης, αφετέρου δε από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσής του προκύπτει ότι τέτοιο ισχυρισμό δεν προέβαλε.
2. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρ. 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1599/2000, 333/2010, 356/2010, 1007/2010).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57§2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ. Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρ. 361-363 ΠΚ.
Ειδικότερα κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Κατά το άρθρο 362 εδ α' ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής δυσφήμησης απαιτούνται, αντικειμενικά ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στον τοιούτο βλαπτικό της τιμής ή της υπόληψης ισχυρισμό ή διάδοση.
Δεν απαιτείται γνώση της αναλήθειας, ενώ η πεποίθηση του δράστη για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος δεν αποκλείει το δόλο. Ωστόσο ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367§1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009, 333/2010, 179/2011).
Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρ. 367§1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Κατ' εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του (ΑΠ 167/2000, 1897/2006, 488/2010).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρ. 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισης του (ΑΠ 285/2012, 271/2012, 179/2011, 387/2005).
Λαμβανομένου υπόψη όμως ότι η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια, υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συμπέρανε, ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης, δηλαδή ποιες, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε, εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός, καίτοι γνώριζε τον άλλον αυτόν τρόπο, χρησιμοποίησε εν γνώσει του τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό εξυβρίσεως ή απλής δυσφημήσεως του προσβληθέντος παθόντος (ΑΠ 285/2012, 1395/2005, 1653/1983, 825/2002, 780/2004).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 271/2012, 1351/2011).
Στην κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-11-2009 αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, που είναι Διευθυντής της Πολεοδομίας Πειραιά, ιστορούσε ότι ο εναγόμενος έχει υποβάλει κατά το παρελθόν πλήθος μηνύσεων σε βάρος του ιδίου, αλλά και άλλων υπαλλήλων της εν λόγω Υπηρεσίας.
Ότι το έτος 2005 ο ενάγων προέβη σε υποβολή μήνυσης σε βάρος του εναγομένου για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του εναγομένου για τα αδικήματα αυτά και ότι έχει ήδη εκδοθεί σε βάρος του εναγομένου τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Ότι σε εξακολούθηση των παραπάνω αντιδικιών, ο εναγόμενος υπέβαλε το έτος 2006 νέα μήνυση σε βάρος του ενάγοντος για παράβαση καθήκοντος, ότι ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για το παραπάνω αδίκημα και ότι ο ενάγων αθωώθηκε το έτος 2009 με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Ότι με την ως άνω ψευδή του μήνυση ο εναγόμενος σκοπό είχε να πλήξει το κύρος της πολεοδομίας του Δήμου Νίκαιας αλλά και προσωπικά το κύρος και την επαγγελματική υπόσταση του ενάγοντος ως Διευθυντή της παραπάνω υπηρεσίας.
Ότι με την παραπάνω παράνομη και υπαίτια ενέργειά του, ο εναγόμενος συνετέλεσε στην καλλιέργεια φημών αναφορικά με την επαγγελματική του ενάγοντος εντιμότητα, υπηρεσιακή αποδοτικότητα και προσωπική του αξιοπρέπεια με αποτέλεσμα να έχει διαταραχθεί η κοινωνική του θέση, διότι η εν λόγω μήνυση έγινε γνωστή στον επαγγελματικό του χώρο και στην κοινωνία της Νίκαιας, έχει θιγεί η τιμή και η υπόληψη του αφού έγινε αντικείμενο δυσμενών συζητήσεων μεταξύ των συναδέλφων και των απλών πολιτών που τον ρωτούν αν είναι αληθή όσα του έχει καταμηνύσει ο εναγόμενος, ότι ακούγονται επικριτικά σχόλια για τον ίδιο και την υπηρεσία της πολεοδομίας του Δήμου Νίκαιας, ότι έχει θέσει σε αμφισβήτηση και έχει διασύρει την υπόληψή του και την επαγγελματική του πίστη.
Ότι στην παραπάνω από 2006 μήνυση του ο εναγόμενος προέβη τελώντας σε πλήρη γνώση της αναλήθειας των με αυτήν καταγγελλομένων και του αποτελέσματος της ενέργειά του αυτής με σκοπό να τον συκοφαντήσει ενώπιον των Εισαγγελικών Αρχών και να τον σύρει ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, αν και γνώριζε ότι ο ενάγων δεν είχε ενεργήσει κάτι μεμπτό, αλλά ότι ενήργησε με γνώμονα την νομιμότητα και την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος.
Ότι αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών του ήταν να προκληθεί βλάβη στο αγαθό της προσωπικότητάς του κατά το τρόπο που αναφέρει στην αγωγή του και συνακόλουθα και ηθική βλάβη.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει συνολικά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωσης για την περιουσιακή του ζημία το ποσό των 50.000 Ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή. Ειδικότερα δέχτηκε ότι τα από τον αναιρεσείοντα, υποστηριχθέντα, ήταν ψευδή εν γνώσει του ψεύδους τα διέδωσε ο τελευταίος και συνακόλουθα συκοφαντικά, με αποτέλεσμα αν απορρίψει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ.
Κατά της απόφασης αυτής, άσκησε έφεση ο αναιρεσείων. Το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του. δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση. Στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού έκρινε ότι, τα όσα ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων, φέρουν το χαρακτήρα απλής συκοφαντικής δυσφημήσεως, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε τα εξής: "το έτος 1986 εκδόθηκε η υπ'αριθ..../10-7-1986 οικοδομική άδεια που αφορούσε τη νέα ισόγεια οικεία επί πυλωτής με κουβούκλιο ιδιοκτησίας Κ.
Α. επί της οδού ... στην περιοχή ... του Δήμου …με επιμελητή και επιβλέποντα Μηχανικό τον Ι. Ε. (Αρχιτέκτονα-Μηχανικό). Το ακίνητο αυτό απέκτησαν εν συνεχεία με το συμβόλαιο πώλησης με αριθμό .../ 22-9-1986 του Συμβολαιογράφου Νικαίας Βασιλείου Πέππα ο εναγόμενος και η σύζυγος του, οι οποίοι απέκτησαν και την εν λόγω άδεια οικοδομής.
Μετά την αποπεράτωση της οικοδομής το έτος 1994, ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στην Πολεοδομία του Δήμου Νίκαιας για τη σύνδεση του ακινήτου με τα δίκτυα ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, στο όνομά του. Η Πολεοδομία του Δήμου Νικαίας, στην οποία ο ενάγων κατέχει τη θέση του Διευθυντή από το έτος 1998, τον ενημέρωσε ότι για να συνδεθεί με τα ως άνω δίκτυα θα πρέπει να προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά που απαιτούνται από το νόμο.
Δηλαδή : α) Τεχνική έκθεση επιβλέποντος μηχανικού, β) Απόδειξη καταβολής αμοιβής επίβλεψης του μηχανικού της Εθνικής Τραπέζης και γ) Υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη ότι έλαβε γνώση της τεχνικής έκθεσης του επιβλέποντος μηχανικού. Ενόψει, όμως, αντιρρήσεων του ως άνω επιβλέποντος μηχανικού να συνδράμει στη συγκέντρωση των απαιτούμενων δικαιολογητικών, για λόγους που ανάγονταν σε προβλήματα συνεννόησής του με τον εναγόμενο που, όμως, δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, η ως άνω Υπηρεσία συνέστησε στον εναγόμενο, μετά από υποβολή επανειλημμένων ερωτημάτων από τον εναγόμενο προς την εν λόγω Υπηρεσία, αλλά και σε Προϊστάμενες της Υπηρεσίας αυτής Αρχές, να προχωρήσει σε αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας για αλλαγή ονόματος ιδιοκτήτη και του επιβλέποντος μηχανικού, εάν δεν επιθυμεί να συνεργαστεί με το μηχανικό που αναφερόταν στην οικοδομική άδεια.
Ο εναγόμενος, πιστεύοντας ότι αδικείται και ότι η πολεοδομία δια των οργάνων της παρανομούσε εις βάρος του, με τις ενέργειες της, άσκησε μήνυση κατά του διευθυντή της πολεοδομίας και νυν ενάγοντα καθώς και σε άλλους υπαλλήλους της διευθύνσεως πολεοδομίας του Δήμου Νικαίας, με αποτέλεσμα να ασκηθούν ποινικές διώξεις σε βάρος των ως άνω οι οποίοι όμως τελικά αθωώθησαν.
Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα πορίσματα της υπ' αριθμ. πρωτ. ΣΕΕΔΔ/Φ.1/ΕΜΠ/20/4115/21-7-2005 γνωστοποίησης έκθεσης επιθεωρητού - ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (που κοινοποιήθηκε, όπως προκύπτει από τη δεύτερη σελίδα αυτής, μεταξύ άλλων, και στη Δ/νση Πολεοδομίας όπου προίστατο ο ενάγων), προέκυψε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ορισμένων πολεοδομικών διατάξεων από την παραπάνω Υπηρεσία και εσφαλμένες ενέργειες αυτής, για τις οποίες, όμως, κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να επιβληθούν πειθαρχικές κυρώσεις.
Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δόθηκαν εσφαλμένες οδηγίες στον εναγόμενο από το Γραφείο Πολεοδομίας του Δήμου Νικαίας αναφορικά με τη διαδικασία και τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν να προσκομίσει για τη θεώρηση της οικοδομικής αδείας του έτους 1986 μετά την από 10/10/1994 αίτησή του (σελ. 58 της ως άνω έκθεσης - επιθεώρησης ελέγχου), ότι η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας λόγω αλλαγής ονόματος του ιδιοκτήτη δεν απαιτείτο γιατί αυτή προβλέπεται στις διατάξεις του Π.Δ.
της 13/7/1993 (ΦΕΚ 795/Δ) και όχι από αυτές του προγενέστερου Π.Δ. της 3/9/1983 (ΦΕΚ 394/Δ), το οποίο είχε εφαρμογή στη συγκεκριμένη οικοδομική άδεια. Όμως, τελικά, δεν καταλογίσθηκαν πειθαρχικές ευθύνες στους υπαλλήλους, διότι οι εσφαλμένες ενέργειές τους κρίθηκε ότι είχαν ως γνώμονα την προστασία του δημόσιου συμφέροντος λόγω της πιθανολογούμενης έλλειψης στατικής επάρκειας της οικοδομής, αλλά και του γεγονότος ότι εκείνοι ενήργησαν σύμφωνα με τις συνηγορούσες οδηγίες των ιεραρχικά ανώτερων υπηρεσιών (σελ. 48, 58 της ως άνω έκθεσης-επιθεώρησης ελέγχου).
Τέλος, προτάθηκε από τους ελεγκτές να εφαρμοσθεί οίκοθεν η διαδικασία του ΠΔ 13/4/1929 περί επικίνδυνων οικοδομών για την εξακρίβωση του πιθανολογούμενου κινδύνου (στατικής ή μη επάρκειας), ώστε να κριθεί εν συνεχεία αν θα πρέπει να θεωρηθεί ή όχι η οικοδομική άδεια του εναγομένου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, στην προσπάθειά του να επιτύχει τη σύνδεση του ακινήτου του με τα δίκτυα της ΔΕΗ και της ΕΥΔΑΠ και την όσο το δυνατό μεγαλύτερη κάλυψη του οικοπέδου του με βάση τον προβλεπόμενο συντελεστή κάλυψης και δόμησης, και μάλιστα σε χρόνο προγενέστερο της παραπάνω γνωστοποίησης έκθεσης επιθεώρησης - ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, υπέβαλε τρεις αιτήσεις προς τη Δ/νση Πολεοδομίας Νικαίας, εκ των οποίων η τρίτη διαβιβάσθηκε μέσω της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς.
Συγκεκριμένα, υπέβαλε τη με αριθμό πρωτοκόλλου 687/ 7-1-2005 αίτηση του, απευθυνόμενη προς το Γραφείο Δημάρχου Νίκαιας και κοινοποιούμενη προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του ίδιου Δήμου με την οποία ζητούσε, αναφερόμενος στις οικοδομές που ανεγέρθηκαν στο Ο.Τ … με αριθμό οικοπέδου 19 που είναι όμορο της δικής του οικοδομής, με αριθμό οικοπέδου 18 και με αριθμό οικοπέδου 12, να πληροφορηθεί "με βάση ποιο τρόπο ή νόμο έδωσε το δικαίωμα ο Δήμος στα ακριβώς διπλανά και γειτονικά του οικόπεδα και η Πολεοδομία του Δήμου επέτρεψε προκειμένου να χτίσουν και ανεγείρουν οικοδομές με κάλυψη πάνω από τον επιτρεπτό 70% συντελεστή δόμησης, συντελεστή όγκου, τις οικοδομές τους και χωρίς να αφήνουν τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου τους όπως προβλέπουν οι διατάξεις του Γ.Ο.Κ.
ν. 1577/1985", δηλώνοντας ότι και ο ίδιος επιθυμεί να προβεί σε κάλυψη του οικοπέδου του σε ποσοστό 92% όπως και οι προαναφερθείσες ιδιοκτησίες. Ζήτησε, περαιτέρω, να του χορηγηθούν αντίγραφα του νόμου ή της απόφασης, με την οποία ο Δήμος έδωσε το δικαίωμα στο Πολεοδομικό Γραφείο Νικαίας να εκδώσει οικοδομικές άδειες προκειμένου να καλυφθούν πάνω από το 70% τα (τρία) οικόπεδα που ενδεικτικά αναφέρει στο ιστορικό της αιτήσεώς του, να του χορηγηθούν ακριβή αντίγραφα των άνω τριών οικοδομικών αδειών και αντίγραφα, από τους φακέλους των ίδιων οικοδομικών αδειών.
Η Διεύθυνση Πολεοδομίας, της οποίας προΐστατο ο ενάγων, απάντησε στον αιτούντα με το με αριθμό πρωτ. 37/ 26-1-2005 έγγραφο της ότι έχει γίνει τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου σύμφωνα με το ΦΕΚ 251/Δ/ 91 - το οποίο κοινοποίησε στον τελευταίο - βάσητης οποίας τα προσφυγικά, όπως είναι τα οικόπεδα στο … Ο. Τ, έχουν κάλυψη μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης χωρίς να μεγαλώνει ο συντελεστής δόμησης του οικοπέδου.
Τέλος πρόσθεσε ότι, όπως επανειλημμένα του έχουν απαντήσει, δεν του χορηγούν τα απαιτούμενα αντίγραφα, επειδή στερείται εννόμου συμφέροντος. Στη συνέχεια ο εναγόμενος κατέθεσε τη με αριθμό πρωτοκόλλου 7423/11-2-2005 νέα αίτησή του θεωρώντας ότι δεν έλαβε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας ολοκληρωμένη απάντηση αναφορικά με το δικό του ακίνητο και ζήτησε και πάλι να μάθει με ποιο νόμο εγκρίθηκε η κάλυψη του 92% και 100% των προσφυγικών οικοπέδων στο άνω Ο.Τ…, όπου βρίσκεται και το δικό του ακίνητο και επαναλαμβάνει το αίτημα να του χορηγηθούν αντίγραφα πέντε συγκεκριμένων οικοδομικών αδειών ακινήτων του εν λόγω Ο.Τ.
που έχουν κάλυψη οικοπέδου κατά τα μεγαλύτερα ποσοστά, τα τοπογραφικά, σχέδια καλύψεων, κατόψεων και όψεων αυτών. Η Διεύθυνση Πολεοδομίας, εμμένοντας στην άποψή της ότι στερείται εννόμου συμφέροντος, δεν του χορήγησε τα αιτούμενα έγγραφα ενώ ως προς το πρώτο ερώτημα ότι του έχει ήδη απαντήσει. Στη συνέχεια ο εναγόμενος κατέθεσε νέα αίτηση μέσω του Εισαγγελέα Πειραιά (με αριθμό πρωτ.
Δ. Νικαίας 20862/ 9-5-2005 και αρ. πρωτ. Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά 5009/ 9-5-2005), με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί εισαγγελική παραγγελία ώστε να υποχρεωθεί οποιοσδήποτε υπεύθυνος του Δήμου Νικαίας να τον ενημερώσει - για μια ακόμη φορά -σχετικά με ποιο νόμο του Γ.Ο.Κ. εγκρίθηκε η κάλυψη του 92% και 100% των προσφυγικών οικοπέδων στο Ο.Τ…, για τις ενέργειες της Πολεοδομίας του Δήμου σχετικά με τις προαναφερόμενες δύο αιτήσεις του προς το γραφείο του Δημάρχου (που είχαν απαντηθεί, όπως προαναφέρθηκε) και με ποια διαδικασία και τι έγγραφα πρέπει να προσκομίσει βάση των οποίων μπορούσε να καλύψει και ο ίδιος το οικόπεδο του στο … ) Ο Τ.
σε ποσοστό 92% ή 100%, παρόλο που ο ενάγων - με την ιδιότητα του Διευθυντή της Δ/νσης Πολεοδομίας Πειραιά - είχε ήδη απαντήσει στον εναγόμενο για τον τρόπο κάλυψης των άλλων οικοπέδων σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%, όπως επίσης τον είχε ενημερώσει για τη διαδικασία κάλυψης του δικού του οικοπέδου που προαπαιτεί να απευθυνθεί σε μηχανικό και να υποβάλει σχετικό φάκελο με σχέδια.
Ωστόσο, ο εναγόμενος, εκτιμώντας ότι με τις παραπάνω απαντήσεις του ενάγοντος και της Υπηρεσίας που προϊστατο εξακολουθούσε να μην έχει στην ουσία λάβει ακριβή ενημέρωση για τις απαιτούμενες από αυτόν ενέργειες, υπέβαλε προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά την από 4/10/2006 μήνυση -αναφορά (με αριθμό Α06/ 1762) κατά παντός υπευθύνου, στην οποία αναφέρει ότι αν και ζήτησε από την Πολεοδομία Νικαίας με τις υπ' αριθ.
πρωτ. 687/ 2005 και 7423/ 2005 και 20862/ 2005 αιτήσεις του να ενημερωθεί για τη διάταξη του ΓΟΚ που επιτρέπει μεγαλύτερη κάλυψη και ρωτούσε τι έγγραφα πρέπει ο ίδιος να προσκομίσει για να καλύψει κατά 100% το οικόπεδο του καλώντας την Πολεοδομία να προβεί σε αυτοψία σε όλο το Ο.Τ. …, ο Δήμος Νίκαιας δεν απάντησε δια της αρμόδιας υπηρεσίας, αλλά ούτε και προέβη σε αυτοψία.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι με βάση την παραπάνω με αριθμό Α06/ 1762 μήνυση κατά παντός υπευθύνου του εναγομένου, ασκήθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση (άρθρο 259 ΠΚ), η οποία εκδικάσθηκε από το Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 5/11/2009 που εξέδωσε τη με αριθμό 916/ 2009 αθωωτική απόφαση.
Απήλλαξε όμως το ως άνω Δικαστήριο τον εγκαλούντα Δ. Σ. των δικαστικών εξόδων, καθότι έκρινε ότι η σχετική μήνυσή του δεν ήταν ψευδής ούτε έγινε από δόλο ή βαρεία αμέλεια. Επίσης αποδείχθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της υποβολής των τριών παραπάνω αιτήσεων, ότι η Δ/νση Πολεοδομίας Νίκαιας κλήθηκε με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 07/ΔΤΑ/20151, 19414/16-12-2005 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (Δ/νση Τοπικής Αυτοδιοίκησης -Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Ν.Π.Δ.Δ.), που αναφερόταν στο με αριθμό 5009/ 9-5-2005 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά και στην αίτηση του εναγομένου προς την ΠΕΧΩ με αριθμό πρωτοκόλλου 4102/ 1-7-2005, να προβεί άμεσα και όχι πέραν των δεκαπέντε (15) ημερών σε αυτοψία στο Ο.Τ. ( …) και ειδικότερα στα οικόπεδα με αριθμούς 12,18,19 του Δήμου Νικαίας.
Ωστόσο από το αριθμ. 34/ 11-1-2006 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας Νίκαιας που υπογράφεται από τον Προϊστάμενο αυτής Ε. Ζ. - ήδη ενάγοντα - δεν προκύπτει ρητή άρνηση διενέργειας αυτοψίας, αλλά πλήρης ενημέρωση της Υπηρεσίας στην οποία απευθυνόταν σχετικά με τις καλύψεις των οικοπέδων 20, 19, 18 και 12 του Ο.Τ… και το νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με το επιτρεπτό των καλύψεων αυτών (δηλ.
γίνεται αναφορά στην απόφαση Δ.Σ., του Δήμου Νίκαιας με αριθμό 240/ 1993 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 150Δ/ 18-2-1994 και προκύπτει ότι απεστάλη και εγκεκριμένο τοπογραφικό διάγραμμα όπου φαίνονται τα όρια κάλυψης όλων των οικοπέδων του Ο.Τ. …).
Συνεπώς, παρά το γεγονός της μη διενέργειας αυτοψίας, δεν προέκυψε ρητή άρνηση του ενάγοντος ως προϊσταμένου της πολεοδομίας Νίκαιας να προβεί σε αυτοψία, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα σχετικά με τη μη διενέργεια αυτής. Τέλος, προκύπτει ότι μετά την ως άνω αθωωτική υπ' αριθ. 916/ 2009 απόφαση, ο ενάγων υπέβαλε σχετική μήνυση κατά του εναγομένου περί ψευδούς καταμηνύσεως, εκδικάσθηκε η υπόθεση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5227/ 2011 αθωωτική απόφαση.
Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι η ως άνω μήνυση ασκήθηκε κατά παντός υπευθύνου, από την εκτίμηση του περιεχομένου της, συμπεραίνεται ότι οι πλημμέλειες αφορούν τον ενάγοντα και ειδικότερα από τις φράσεις της μήνυσης του εναγομένου ότι : α) "Πλην όμως ο Δήμος Νίκαιας αρνήθηκε να προβεί δια των θεσμοθετημένων οργάνων του πολεοδομικού γραφείου στις παραπάνω κατά Νόμο ενέργειες" (σελ. 3 της μήνυσης), β) ο Διευθυντής της Πολεοδομίας του Δήμου Νίκαιας με το υπ' αριθ. 34/ 11-1-2006 έγγραφο του απαντά στην Περιφέρεια Ν.
Πειραιά ότι για το υπό κρίση υπ' αριθ. … ΟΤ έχει συνταχθεί διάγραμμα κάλυψης που έχει εγκριθεί με την 240/ 1993 απόφαση Δ.Σ. του Δήμου Νίκαιας και έχει δημοσιευθεί με την υπ' αριθ. 4643 (ΦΕΚ 150 Δ) 18-2-1994, αρνούμενος να προβεί στην αυτοψία" (σελ. 6 αυτής) και γ) επειδή καμιά υπηρεσία δεν προέβη σε αυτοψία των οικοδομικών αδειών του παραπάνω τετραγώνου, αρνούμενη αρμοδιότητας και η μία παραπέμπει ως Πόντιος Πιλάτος στην άλλη", προκύπτει ότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε τα παραπάνω επειδή πίστευε ότι δεν ήσαν ψευδή, ούτε άλλωστε ενήργησε τοιουτοτρόπως με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του ενάγοντος, αλλά επειδή είχε την πεποίθηση έστω και εσφαλμένα ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να διαφυλάξει τα τυχόν δικαιώματά του.
Έτσι λοιπόν δεν στοιχειοθετείται η ηθική υπόσταση των αδικημάτων που αποδίδονται στον εναγόμενο, με την αντίστοιχη ως άνω αγωγή, πλην της απλής δυσφημήσεως λόγω της προσφορότητας των ως άνω ισχυρισμών προς βλάβη της τιμής και υπολήψεως του ενάγοντος, της γνώσεως εκ μέρους του εναγομένου περί της ως άνω προσφορότητας και της βουλήσεως αυτού (εναγομένου) να προχωρήσει στη διάδοσή της.
Από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου καθότι τέλεσε ως ανεφέρθη το αδίκημα της δυσφήμισης (άρθρο 362 του Π.Κ) προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα του ενάγοντα και συγκεκριμένα ως προς την ειδικότερη έκφανση του αγαθού της τιμής και της υπόληψής του και υπέστη συνακόλουθα, ηθική βλάβη.
Επομένως ο ενάγων δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του το είδος της γενομένης προσβολής, την έκταση της βλάβης του ενάγοντος, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του εναγομένου, του οποίου η άδικη πράξη συνιστά και ποινικό αδίκημα κατά τα προεκτεθέντα, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, καθώς και τις λοιπές προσωπικές σχέσεις των μερών, κρίνει ότι εύλογο ποσό για τη χρηματική του ικανοποίηση είναι αυτό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παραπάνω άδικη πράξη, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις διατάξεις που εφάρμοσε των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 362 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Ειδικότερα, οι ως άνω, ισχυρισμοί, με τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτούς, ήταν πρόσφορα, κατ' αντικειμενική κρίση (κοινή αντίληψη) να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, ενώ ο αναιρεσείων, αν και γνώριζε ότι τα ως άνω ήταν δυνατόν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου, εν τούτοις προέβη στους βλαπτικούς αυτούς ισχυρισμούς.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, στην κρινόμενη υπόθεση, πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των ΑΚ και ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους 1ο και 4ο λόγους της κρινόμενης αίτησης, με πους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (4ος), κατά τις εις αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.
ΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Με το 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ , ισχυρισμό του, περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεώς του, για τη διαφύλαξη δικαιώματός του, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο λόγο αυτό.
Τον οποίο είχε νομοτύπως προβάλλει, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο της έφεσής του και στο Εφετείο. Από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και του δικογράφου της έφεσης, προκύπτει πράγματι ότι αυτός τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, προέβαλε τον ως άνω ισχυρισμό.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αν και δέχτηκε ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο αναιρεσείων έχουν το χαρακτήρα απλής δυσφημήσεως, με αποτέλεσμα να μην εμποδίζεται η προβολή της εν λόγω ενστάσεως, δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον νομοτύπως, πιο πάνω, προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτόs και συνακόλουθα να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, για τα αντίστοιχα κεφάλαιά της.
Η δικαστική δαπάνη, ενόψει της μερικής ήττας και νίκης των διαδίκων, θα κατανεμηθεί ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ). όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Επιβάλλει μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντα σε βάρος του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ