Legislator Case Law & Legislation
2052/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to appear and rejection of evidence distortion claim due to mixed evaluation.

Case Number 2052/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs. The appellant failed to appear in court despite being properly summoned, while the respondent argued the appeal was inadmissible because the alleged document distortion was merely an error in evaluation rather than a distortion of content. The court ruled that since the lower court formed its judgment based on a cumulative assessment of multiple pieces of evidence, including the disputed letter, the claim of distortion was legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 568 para. 4 lit. a' and Art. 576 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear in court after proper summons, and a claim of document distortion is rejected when the lower court's judgment is based on a cumulative evaluation of evidence rather than relying exclusively on the alleged document.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility failure to appear document distortion evidence evaluation mixed assessment legal costs code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 568 para. 4 lit. a' of the Code of Civil Procedure
Art. 576 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 525/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2052 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2052/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΠΥΡΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του (δικηγόρος), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6351/2002 μη οριστική και 9825/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, κατά μεν το άρθρο 568 παρ. 4 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. " αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα ... ", κατά δε το άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου κώδικα "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι".

Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση η από 20-3-2003 αίτησή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΠΥΡΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 9825/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προσδιορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε.

Όπως προκύπτει από την επισημειωματική πράξη του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ..... επί επικυρωμένου ακριβούς αντιγράφου της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, την προκειμένη συζήτηση επί της εν λόγω αιτήσεως επιμελήθηκε η αναιρεσείουσα δια του δικηγόρου Πειραιώς Αθανασίου Λαμπροπούλου, ο οποίος έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος αυτής (αναιρεσείουσας) την κάτω από το πιο πάνω αντίγραφο κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, κατά παραγγελία του οποίου ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής στις 6 Σεπτεμβρίου 2005 επέδωσε στον αναιρεσίβλητο το ως άνω επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, παρά το ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες αμφότεροι οι διάδικοι. 2.

Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός της μνημονευόμενης ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως, και όλων των εγγράφων, τα οποία νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους.

Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε : α) τις υπ' αριθ. 32361/1998, 7061/1999, 9456/1999, 1910/2000 και 1917/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και την από 20-7-2000 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, β) την από 26-1-1999 αναγγελία του αναιρεσιβλήτου, που απευθυνόταν προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ....., γ) το από 13-10-2000 τηλεμοιοτυπικό μήνυμα, καθώς και την από 12-1-1999 επιστολή του αναιρεσιβλήτου και δ) το αντίγραφο του με αριθμό 2073/1991 ΦΕΚ (Τεύχους ΑΕ και ΕΠΕ), έγγραφα τα οποία είχε νόμιμα προσκομίσει, με επίκληση, η αναιρεσείουσα, έστω και αν, εκτός από την αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο γ' αναφερόμενη από 12-1-1999 επιστολή του αναιρεσιβλήτου, την οποία αναφέρει, αξιολογώντας την, όλα τα υπόλοιπα παραπάνω έγγραφα δεν τα μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως , στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών μέσων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, οι πρώτος κατά ένα μέρος του, δεύτερος κατά ένα μέρος του, τρίτος και πέμπτος κατά το ένα μέρος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως παραπάνω υπό τα στοιχεία α, β, γ και δ, αντίστοιχα, εγγράφων, δηλαδή λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

3. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί, που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (Ολ.

ΑΠ 469/1984, 1044/1992). Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, αλλ' ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. σχ. ΑΠ 1143/2002, 784/2001). Στην προκειμένη περίπτωση :

α) Με τον πρώτο κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή από εκείνα που αναφέρονται στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως υπό το στοιχείο α΄, αποδεικνύεται ότι υποθέσεις της αναιρεσείουσας κατά το επίδικο διάστημα χειρίζονταν με αμοιβή και άλλοι δικηγόροι, έτσι ώστε, αν πράγματι υπήρχε συμφωνία με τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο για πάγια αντιμισθία του, να μην υφίσταται λόγος να ανατίθεται ο χειρισμός υποθέσεων αυτής (αναιρεσείουσας) και σε άλλους δικηγόρους.

Β) Με το δεύτερο κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι από το αναφερόμενο έγγραφο, δηλαδή εκείνο που αναφέρεται στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως υπό το στοιχείο β', το συνολικό χρηματικό ποσό για το ποίο γίνεται λόγος στο αμέσως πιο πάνω έγγραφο διέφερε από εκείνο της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ενώ η επιμέρους χρέωση κάθε υποθέσεως- δικογράφου χωριστά ανέτρεπε τον ισχυρισμό του για πάγια αντιμισθία.

γ) Με τον τέταρτο κατά το ένα μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η X, η οποία ως εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας παρέσχε στο ακροατήριο διασαφήσεις σχετικά με την ένδικη υπόθεση, δεν αμφισβήτησε με την γνησιότητα της υπογραφής της, ως εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, στο νεότερο συμφωνητικό, που καταρτίστηκε με τον αναιρεσίβλητο, πλην όμως ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι το συμφωνητικό αυτό (όπως εκτιμάται) το υπέγραψε μόλις το έτος 1999 "και μάλιστα κατόπιν υποδείξεως του αναιρεσιβλήτου και αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να εξυπηρετηθεί η αναιρεσείουσα στη διαφορά της έναντι της δανείστριας της Εθνικής Τράπεζας, κατά τα περαιτέρω ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως διαλαμβανόμενα δ) Με τον πέμπτο κατά το ένα μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο η X όταν υπέγραφε το από 30-11-1993 συμφωνητικό δεν ήταν νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με αποτέλεσμα η τελευταία να μη δεσμεύεται από το εν λόγω συμφωνητικό.

Από τους λόγους αυτούς αναιρέσεως : 1) Οι πρώτος και δεύτερος κατά τα αμέσως πιο πάνω μέρη τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ., όπως εκτιμάται, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται στα μέρη αυτά αποτελούν επιχειρήματα και συγχρόνως και συμπεράσματα, που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων όχι όμως και "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως. 2) Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το πιο πάνω μέρος του, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ β΄ Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, επίσης ως απαράδεκτος, γιατί το σχετικό γεγονός ανάγεται στο περιεχόμενο των αποδείξεων και έτσι δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

Και 3) ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 8περ. β' Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, επίσης ως απαράδεκτος, γιατί ο σ' αυτόν αναφερόμενος ισχυρισμός, ως αφορών αμφισβήτηση του κύρους της σχετικής δικαιοπραξίας για έλλειψη νόμιμης εκπροσωπήσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, αποτελεί άρνηση της ένδικης αγωγής (βλ.

σχ. ΑΠ 878/1973, 197/1967) και ως εκ τούτου δεν αποτελεί και "πράγμα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

4. Επειδή, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 98/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επικυρώθηκε η τελευταία με την οποία η ένδικη από 28-8-2000 αγωγή του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου για καταβολή αποδοχών αυτών, ως αμειβόμενου με πάγια αντιμισθία, έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί η μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού που αναφέρεται στην τρίτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως υπό το στοιχείο γ', " σε συνδυασμό με το σκεπτικό του Εφετείου ότι με το από 30-11-1993 συμφωνητικό "ατόνησε και έπαυσε να ισχύει εκ των πραγμάτων", συνιστά και παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ( αναιρετικός λόγος 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι το Εφετείο, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όφειλε να διαγνώσει ότι δεν είναι δυνατόν να "ατονεί" και "να ακυρώνεται εκ των πραγμάτων" σύμβαση συναφθείσα τη 10-9-1993 με νεότερη σύμβαση συναφθείσα έξι έτη μετά δηλαδή το 1999".

Ακόμη, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί, μη λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που αναφέρεται στην τρίτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως υπό το στοιχείο δ', "παραβίασε και τις διατάξεις του ν. 2190/1920 περί νομίμου εκπροσωπήσεως ανωνύμου εταιρείας και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (εν προκειμένω ερμηνεύοντας εσφαλμένα το καταστατικό της εταιρείας...και την απόφαση της γενικής της συνέλευσης-περί νομίμου εκπροσωπήσεως)".Τέλος, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ.1,8,19 και 20 προβλεπόμενες πλημμέλειες.

Και αυτό γιατί δέχτηκε ότι η αποστολή της αναφερόμενης επιστολής του αναιρεσιβλήτου έγινε κατόπιν παρακλήσεως της X, εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, προκειμένου να διευκολυνθεί η τελευταία έναντι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα, με αποτέλεσμα να προκαλείται στην απόφαση η αναφερόμενη σύγχυση γεγονότων.

Έτσι, κατά το λόγο αναιρέσεως, το Εφετείο, με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω επιστολής, εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες των δικαιοπραξιών και έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ενώπιόν του, ενώ η ανωτέρω αιτιολογία του είναι αντιφατική". Όλοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως κατά τα σχετικά (αμέσως πιο πάνω ) μέρη τους πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Διότι υπό την επίφαση της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς και (μη καθοριζόμενων) διατάξεων του ν. 2190/1920 και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναφορικά δε με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση των αριθμών 1,8,19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 αυτού ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε.

Επικουρικώς, για τις με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβαλλόμενες αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 περ. α΄, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) Ο έκτος αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση για παρά το νόμο λήψη υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του "πραγμάτων" που δεν προτάθηκαν πρέπει, σε κάθε περαιτέρω περίπτωση, να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, γιατί ο σχετικός ισχυρισμός αφορά περιεχόμενο των αποδείξεων, που δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως β) Ο ίδιος (έκτος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως της απόφασης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες σχετικές αιτιάσεις στην πραγματικότητα αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου ( άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Συγκεκριμένα, κατά το λόγο αναιρέσεως, πρόκειται για αντιφάσεις στην αιτιολογία της αποφάσεως κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, λαμβανομένου υπόψη ότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εξαγόμενο από τις αποδείξεις πόρισμα διατυπώνεται στην απόφαση αυτή με σαφήνεια και δεν εμφανίζει οποιαδήποτε αντιφατικότητα.

Και γ) ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ αυτού έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού, σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

ανέλεγκτη (ΑΠ 525/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με το ένα από τα μέρη του έκτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε, όπως εκτιμάται, το περιεχόμενο της ως άνω αναφερόμενης από 12-1-19999 επιστολής του αναιρεσιβλήτου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνει η επιστολή αυτή.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των ειδικώς μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων ( ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης, καθώς και όλων των εγγράφων, που προσκομίστηκαν με επίκληση). Ενόψει αυτών ο προαναφερόμενος έκτος λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του πρέπει, σε κάθε περαιτέρω περίπτωση, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί με αυτόν, όπως διατυπώνεται, δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου ( επιστολής), δηλαδή απόδοση σ' αυτό περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ΄ απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου του και σε κάθε περίπτωση γιατί το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση των πιο πάνω αποδείξεων που νόμιμα προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το παραπάνω έγγραφο ( επιστολή) που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του, το οποίο παρά το ότι πράγματι μνημονεύεται και αξιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις, όπως εκτιμάται, τελικά δεν εξαίρεται ως έγγραφο επί του οπίου να βασίστηκε αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποί αυτό κατέληξε.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2003 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΠΥΡΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 9825/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ