Legislator Case Law & Legislation
2051/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against single judge ruling, remands case for retrial by different judge.

Case Number 2051/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeals filed by a legal entity and the state against a single judge's decision. The court found the first appeal admissible and the second admissible but unnecessary, as it would lead to the same result. Consequently, the case was remanded for further examination before a different judge to ensure procedural fairness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a single judge's decision is admissible if it raises a serious legal issue, and if the appeal is admissible, the case must be remanded for retrial before a different judge.

Keywords

AI generated
appeal admissibility single judge decision remand for retrial different judge requirement legal entity appeal state appeal procedural fairness

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 11 of the Decree of 26-6/10-7-1944
Article 36 of the Presidential Decree of 28-7-1931
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 22 paragraph 4 of Law 1868/1989
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 30 paragraphs 1 and 2 of Law 4038/2012
Article 19 paragraph 1 item (b) of Law 2556/1997

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2051 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2051/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου ... με την επωνυμία "... που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο ... με την επωνυμία "...", ως οιονεί καθολικού διαδόχου των α) Νομικού Προσώπου ... με την επωνυμία "..." (πρώην ...), β) Νομικού Προσώπου ... με την επωνυμία "..." (πρώην ....), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Βλαχογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η Τράπεζα με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …., και ήδη από την ..., που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Ε' Δ.Ο.Υ. Θ., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η Τράπεζα με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2016 ανακοπή της υπό στοιχείο Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5018/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 810/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θ.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 14/1/2020 αίτησή του και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 14/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της της υπό στοιχείο Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκεινται προς κρίση η από 23.04.2021 (με ειδικό αριθ. κατάθ. 74/23.04.2021) αίτηση αναίρεσης του ... με την επωνυμία "..., όπως μετονομάσθηκε το εκκαλούν Νομικό Πρόσωπο ... (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "..."(....), ως οιονεί καθολικός διάδοχος του δεύτερου των καθών η ανακοπή ... με την επωνυμία "... και η από 14.01.2020 (με ειδικό αριθ. κατάθ. 13/22.01.2021) αίτηση αναίρεσης του εκκαλούντος και πρώτου των καθών η ανακοπή ..., κατά της 810/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ….., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Αμφότερες δε οι ως άνω αναφερθείσες αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και της ίδιας αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και, εφόσον έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 ΚΠολΔ και 83 παρ.1 Ν.4790/2021, πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν, κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενάσκησής τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Επομένως και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ρυθμίζει ειδικώς την εφαρμογή του ΚΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης εν σχέσει προς το προγενέστερο αυτού δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 1056/2020, ΑΠ 1441/2017, ΑΠ 1404/2007, ΑΠ 1340/2004).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ.3 του Ν. 4335/2015 "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Ομοίως, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο όγδοο του παρόντος...) εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του παρόντος".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 4715/2020, το οποίο φέρει τον τίτλο "Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις", ορίζεται στο εδ. α' αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ.

β` ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη, το προϊσχύσαν δίκαιο εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016.

Ως επιταγή δε νοείται εκείνη που στηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων (ΑΠ 224/2022, ΑΠ 1455/2021,ΑΠ 1151/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975,976 και 977 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν προ της τροποποιήσεώς τους με το άρθρο όγδοο του Ν.4335/2015, και έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ορίζονται τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ, με τίτλο "Γενικά προνόμια", ότι "Η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά.

Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατατάσσονται: 1)... 2)...3)...Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής...4)... 5)οι απαιτήσεις του δημοσίου και των δήμων και κοινοτήτων από φόρους που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάστηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο...".

Επίσης, κατά το ίδιο άρθρο 975 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.3863/2010 "Στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν.1545/1985(ΦΕΚ 91 Α'), υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ.1 του ν.δ. 356/1974(ΚΕΔΕ), όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 33 παρ.2 του Ν.4141/2013, στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονται οι ληξιπρόθεσμες ως την ημέρα του πλειστηριασμού απαιτήσεις του Δημοσίου, από οποιαδήποτε αιτία, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις και τόκους.

Η διάταξη αυτή, που υποκατέστησε σιωπηρά το άρθρο 975 αριθ.5 ΚΠολΔ, δεν μετέβαλε τη σειρά ικανοποίησης του Δημοσίου, διεύρυνε, όμως, σημαντικά τις απαιτήσεις που επωφελούνται από την προνομιακή αυτή ικανοποίηση. Κατ' εξαίρεση δε, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ' αριθ.2 σειρά του ίδιου άρθρου και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 976 ΚΠολΔ, με τίτλο "Ειδικά προνόμια", "Οι απαιτήσεις που έχουν προνόμιο επάνω σε ορισμένο κινητό πράγμα ή σε ποσότητα χρημάτων κατατάσσονται με την ακόλουθη σειρά, εφόσον πρόκειται να διανεμηθεί το πλειστηρίασμα του πράγματος ή η ποσότητα χρημάτων, 1)οι απαιτήσεις που προέκυψαν από δαπάνες για τη διατήρηση του πράγματος, 2)οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει ενέχυρο, 3)οι απαιτήσεις, που προέκυψαν από δαπάνες για την παραγωγή και τη συγκομιδή καρπών.".

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 977 ΚΠολΔ με τον τίτλο "Σειρά κατατάξεως προνομιούχων και μη", "1.Αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθ.3, προτιμώνται οι πρώτες. Αν υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθ. 1 και 2, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται έως το ένα τρίτο του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές και τα δύο τρίτα διαθέτονται για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθ.1 και 2.

Από τα υπόλοιπα που απόμειναν από το ένα τρίτο ή τα δύο τρίτα, μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων των άρθρων 975 και 976 αριθ.1 και 2 κατά το προηγούμενο εδάφιο κατατάσσονται, ώσπου να καλυφθούν, οι απαιτήσεις της άλλης από τις προαναφερόμενες δύο κατηγορίες που δεν έχουν ικανοποιηθεί.[Σύμφωνα δε με το άρθρο 31 εδ.

τελ. του Ν. 1545/1985 η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τρίτης τάξης του άρθρου 975].2. Αν υπάρχουν περισσότερες απαιτήσεις από αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 975 ή 976, η απαίτηση της προηγούμενης τάξης προτιμάται από την απαίτηση της επόμενης τάξης και αν είναι της ίδιας τάξης ικανοποιούνται συμμέτρως.

Αν συντρέχουν περισσότερες απαιτήσεις από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 976 αρ.2, ακολουθείται η κατά το ουσιαστικό δίκαιο σειρά. 3. Το ποσό που απομένει μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων των άρθρων 975 και 976 διανέμεται συμμέτρως στους υπόλοιπους δανειστές που έχουν αναγγελθεί.". Επί δε πλειστηριασμού ακινήτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1007 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 176 παρ.2 Ν.4512/2018 και έχει, επίσης, εφαρμογή εν προκειμένω, ορίζονται τα εξής: "Για την κατάταξη των δανειστών εφαρμόζονται τα άρθρα 975 έως 978, εκτός από τη διάταξη του άρθρου 976 αρ.3.

Τη θέση της απαίτησης του άρθρου 976 αρ.2 παίρνει η ενυπόθηκη απαίτηση. Η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως.". Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 810/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …. έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη(ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., υπ' αριθμ.

έκθεσης κατάθεσης ….. ανακοπή της... ιστορούσε ότι, με επίσπευση της ιδίας, ως ειδικής διαδόχου της ... με την επωνυμία "...", και δυνάμει της 355Α/28.12.2015 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ….., Π. Β. και της 380Α/11.07.2016 Β' επαναληπτικής περίληψης της άνω κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, εκπλειστηριάστηκε, στις 21.09.2016, η περιγραφόμενη ακίνητη περιουσία (δύο μονοκατοικίες-μεζονέτες ευρισκόμενες στη Δ.Δ.

Φ., Χ. Θ.), ιδιοκτησίας του οφειλέτη της, δυνάμει της 26959/2012 τελεσίδικης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θ., Γ. Λ., αντί συνολικού πλειστηριάσματος 152.117,00 ευρώ (76.950,00 ευρώ για την πρώτη μονοκατοικία και 75.167,00 ευρώ για τη δεύτερη). Ότι η ίδια διατηρεί χρηματική απαίτηση έναντι του οφειλέτη-καθ' ου η εκτέλεση, δυνάμει της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής, ύψους 257.188,54 ευρώ, πλέον τόκων, προερχόμενη από το χρεωστικό κατάλοιπο της αναφερόμενης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό (και τις πρόσθετες πράξεις αυτής), για την εξασφάλιση της οποίας η δικαιοπάροχός της είχε εγγράψει νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Θ..

προσημείωση υποθήκης επί των πλειστηριασθέντων ακινήτων για το ποσό των 375.000,00 ευρώ και ότι την απαίτησή της αυτή ανήγγειλε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, με την από 29.09.2016 αναγγελία της, την οποία επέδωσε τόσο στον οφειλέτη όσο και στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ παράλληλα κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τελευταία όλα τα έγγραφα που αποδείκνυαν την απαίτησή της, συνταχθείσας της αναφερόμενης εκθέσεως.

Ότι, επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την κάλυψη των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε ο υπ' αριθμ. ... πίνακας κατάταξης δανειστών της ως άνω συμβολαιογράφου, στον οποίο η τελευταία, αφού προαφαίρεσε τα έξοδα της εκτέλεσης, κατέταξε εν συνεχεία στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος:

Α) Στο πλειστηρίασμα της πρώτης μονοκατοικίας: 1) Το Ελληνικό Δημόσιο, δια της Ε' Δ.Ο.Υ. Θ. α) προνομιακά, οριστικά και τελεσίδικα για 25.084,11 ευρώ, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 33 του Ν.4141/ 2013 και β) προνομιακά, οριστικά και τελεσίδικα για 6.857,61 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, για μερική ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, 2) το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

Θ., σύμφωνα με το άρθρο 975 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 56 του Ν.3994/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ.10 του Ν.4055/2012, προνομιακά, οριστικά και τελεσίδικα για 5.057,03 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, 3)την ίδια την ανακόπτουσα, προνομιακά, τυχαία, ως προσημειούχο δανείστρια, για 35.056,09 ευρώ, υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, για μερική ικανοποίηση αυτής.

Β) Στο πλειστηρίασμα της δεύτερης μονοκατοικίας: 1)Το Ελληνικό Δημόσιο, δια της Ε' Δ.Ο.Υ. Θ. προνομιακά, οριστικά και τελεσίδικα για 24.502,89 ευρώ, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 33 του Ν.4141/2013, για πλήρη ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, 2) το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θ., σύμφωνα με το άρθρο 975 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 56 του Ν.3994/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ.10 του Ν. 4055/2012, προνομιακά, οριστικά και τελεσίδικα για 4.939,85 ευρώ, προς πλήρη ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, 3)την ίδια την ανακόπτουσα, προνομιακά, τυχαία, ως προσημειούχο δανείστρια, για 40.942,52 ευρώ, υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, για μερική ικανοποίηση αυτής.

Ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη στην άνω κατάταξη, αφού έλαβε υπόψη της τις διατάξεις των άρθρων 975 παρ.3, 976, 977 παρ.2, 978 και 1007 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν προ της τροποποιήσεώς τους με τον ν. 4335/2015, λαμβάνοντας υπόψη λανθασμένα ως κρίσιμο χρόνο για την εφαρμογή του οικείου δικαίου τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή, που έλαβε χώρα προ της 01.01.2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν.4335/2015), με αποτέλεσμα να θεωρήσει προνομιούχες τις απαιτήσεις του Δημοσίου που προέρχονται από Φ.Π.Α.

και στη συνέχεια και εκείνες του Ι.Κ.Α. έναντι των απαιτήσεων της ιδίας. Με βάση το ιστορικό αυτό... αρνήθηκε τη βασιμότητα των απαιτήσεων των καθ' ων και των προνομίων τους και πρότεινε την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων που προέβλεπαν τα πιο πάνω προνόμια του Δημοσίου και του Ι.Κ.Α., με τον τρίτο και τελευταίο, επικουρικά προβαλλόμενο λόγο της ανακοπής της, υποστήριξε ότι οι σχετικές περί την κατάταξη διατάξεις έπρεπε να εφαρμοστούν όπως ίσχυαν μετά την έναρξη ισχύος του Ν.4335/2015, δοθέντος ότι κρίσιμος είναι ο χρόνος σύνταξης του πίνακα κατάταξης, ο οποίος στην προκείμενη περίπτωση συντάχθηκε στις 16.11.2016, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του άνω νόμου 4335/2015.

Ζήτησε δε, όλως επικουρικώς, κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου της ανακοπής, να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, ώστε να καταταχθεί η ίδια α)στο επιτευχθέν πλειστηρίασμα της πρώτης μονοκατοικίας για το ποσό των (72.054,73 ευρώ Χ 65%=)46.835,57 ευρώ(αντί του ποσού των 35.056,09 ευρώ), ήτοι επιπλέον για 11.779,48 ευρώ περιοριζομένης αντιστοίχως της κατάταξης των καθ' ων η ανακοπή σε (72.054,73 ευρώ Χ 25%)18.013,68 ευρώ, συμμέτρως μεταξύ τους κατά τον λόγο του ύψους των απαιτήσεών τους και β) στο επιτευχθέν πλειστηρίασμα της δεύτερης μονοκατοικίας για το ποσό των (70.385,26 Χ 65%=) 45.750,41 ευρώ (αντί του ποσού των 40.942,52 ευρώ), ήτοι επιπλέον για 4.807,89 ευρώ περιοριζομένης αντιστοίχως της κατάταξης των καθ' ων η ανακοπή σε (70.385,26 ευρώ Χ25%) 17.596,31 ευρώ, συμμέτρως μεταξύ τους κατά τον λόγο του ύψους των απαιτήσεών τους.

Επί της ανακοπής εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. ….. απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία... έγινε δεκτός ο τρίτος λόγος της ανακοπής, μεταρρυθμίστηκε ο από 16.11.2016 πίνακας κατάταξης, και κατατάχθηκε α)στο πλειστηρίασμα της πρώτης μονοκατοικίας η μεν ανακόπτουσα για το ποσό των 46.835,64 ευρώ προνομιακά και οριστικά ως έχουσα ειδικό προνόμιο, οι δε καθ' ων η ανακοπή για το ποσό των 18.013,68 ευρώ συμμέτρως κατά τον λόγο των απαιτήσεών τους και β)στο πλειστηρίασμα της δεύτερης μονοκατοικίας η μεν ανακόπτουσα για το ποσό των 45.750,41 ευρώ προνομιακά και οριστικά ως έχουσα ειδικό προνόμιο, οι δε καθ' ων η ανακοπή για το ποσό των 17.596,31 ευρώ συμμέτρως κατά τον λόγο του ύψους των απαιτήσεών τους.

Την απόφαση εκκαλούν οι καθ' ων η ανακοπή με τις ... εφέσεις τους, με τις οποίες παραπονούνται για τους αναφερόμενους δύο λόγους για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και ν' απορριφθεί η ανακοπή. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου η εκκαλουμένη εφάρμοσε τον νόμο, όπως ισχύει μετά τον Ν.4335/2015, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δοθέντος ότι η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε προ της …..

και συνεπώς τυγχάνει εφαρμογής το ισχύον μέχρι την 31.12.2015 δίκαιο αναφορικά με τη σειρά των προνομίων, παραβλέποντας τη ρητή διαχρονικού δικαίου διάταξη της παρ.1 του άρθρου 9 του Ν.4335/2015. Τέλος, με τον δεύτερο, επικουρικά προβαλλόμενο λόγο των εφέσεων, οι εκκαλούντες μέμφονται της εκκαλουμένη, διότι, εφόσον η κατάταξη έγινε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 975 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά το Ν.4335/2015, και αφού κατετάγη η ανακόπτουσα σε ποσοστό 65% του πλειστηριάσματος, θα έπρεπε στη συνέχεια να μην καταταγούν οι καθ' ων η ανακοπή μόνο στο 25%, αλλά και στο επιπλέον 10%, το οποίο άφησε αδιάθετο, παρότι η ανακόπτουσα δεν ζητούσε να καταταγεί και σε αυτό(10%)....Στην προκειμένη περίπτωση...

ο προπαρατεθείς πρώτος λόγος των εφέσεων παρίσταται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Τούτο, διότι, ανεξάρτητα του ότι, όπως γίνεται δεκτό με τον λόγο αυτό, η επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε εν προκειμένω προ της 01.01.2016, δεν είναι αυτός ο κρίσιμος χρόνος για το δίκαιο που θα εφαρμοστεί αναφορικά με τα προνόμια και τη σειρά κατάταξης, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο συνετάγη ο επίμαχος 2244/2016 πίνακας κατάταξης, που, όπως γίνεται δεκτό και από τους εκκαλούντες, έλαβε χώρα μετά την 01.01.2016, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του Ν.4335/ 2015 και επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, χωρίς η κρίση αυτή να παραλλάσσει από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ.1 του Ν.4335/2015...

απορριπτέος ως απαράδεκτος τυγχάνει και ο δεύτερος λόγος των εφέσεων. Τούτο διότι, οι εκκαλούντες- καθ' ων η ανακοπή, που δεν διαμαρτύρονται-με τον επικουρικά αυτόν προβαλλόμενο λόγο-για την εφαρμογή του άρθρου 977 παρ.3 ΚΠολΔ, αντί κάποιας άλλης διατάξεως του υπόψιν άρθρου... αλλά ζητούν να καταταγούν στο υπόλοιπο 10%, γιατί αυτό παρέμεινε αδιάθετο, με τις σχετικές αιτιάσεις τους δεν βάλλουν κατά της κατάταξης της αντιδίκου τους ανακόπτουσας-εφεσίβλητης(που ζητά την κατάταξή της μόνον στο 65% του πλειστηριάσματος), ενώ οι απαιτήσεις τους εκ του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται, κατ' άρθρο 977 παρ.3 του ίδιου Κώδικα έως το 25% του πλειστηριάσματος, στο οποίο και κατατάχθηκαν.

Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην κατάταξη για το αδιάθετο υπόλοιπο, που δεν αφορά τους εδώ διαδίκους, αλλά τούτο θα γίνει με συμπληρωματικό πίνακα που θα συντάξει η υπάλληλος του πλειστηριασμού. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς εξέταση, πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε μεν τυπικά, αλλ' απέρριψε κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις, ήτοι τόσο την έφεση του τότε εκκαλούντος ... με την επωνυμία "..." (....), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ... με την επωνυμία "... και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..., όπως μετονομάσθηκε ο "..." (....), όσο και την έφεση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ..., επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι, παρά το γεγονός ότι η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης είχε επιδοθεί πριν την 01.01.2016, ήταν εφαρμοστέο το διαχρονικό δίκαιο των προνομίων που ίσχυε μετά το Ν.4335/2015 και δη εκείνο που ίσχυε κατά το χρόνο της κατάταξης των δανειστών στον πίνακα κατάταξης και όχι εκείνο του προϊσχύσαντος του Ν.4335/2015 δικαίου, και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 975,976,977,1007 ΚΠολΔ και 61 παρ.1 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυαν μετά το Ν.4055/2012 και πριν το Ν.4335/2015, και κατά συνέπεια έπρεπε να μεταρρυθμιστεί ο από 16.11.2016 προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης της Συμβολαιογράφου Θ.

Δ. Χ. και στην εκπλειστηρίαση, αφενός, της πρώτης μονοκατοικίας (μεζονέτας με στοιχεία Α 1) έπρεπε να καταταγεί η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη για ποσό 46.835,64 ευρώ προνομιακά και οριστικά ως έχουσα ειδικό προνόμιο και οι καθών η ανακοπή για ποσό 18.013,68 ευρώ συμμέτρως κατά τον λόγο των απαιτήσεών τους, και αφετέρου, της δεύτερης μονοκατοικίας (μεζονέτας με στοιχεία Α 3), επίσης, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη για ποσό 45.750,41 ευρώ προνομιακά και οριστικά ως έχουσα ειδικό προνόμιο και οι καθών η ανακοπή, για ποσό 17.596,31 ευρώ συνολικά, συμμέτρως, κατά το λόγο των απαιτήσεών τους, έσφαλε, περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 975,976,977,1007 ΚΠολΔ και 61 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυαν μετά το Ν.4055/2012 και πριν το Ν.4335/2015, και που ήταν εφαρμοστέες, κατ' επιταγή των άρθρων 1 άρθρο ένατο παρ.3 του Ν. 4335/2015 και της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 43 του Ν. 4715/2020, τις οποίες ευθέως παραβίασε μη εφαρμόζοντάς τες, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Κατόπιν αυτών, ο πρώτος αναιρετικός λόγος της από 23.04.2021 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "... και ο μοναδικός αναιρετικός λόγος της από 14.01.2020 αίτησης αναίρεσης του ..., από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της έρευνας του προβαλλόμενου, επικουρικά, συναφούς δεύτερου λόγου της από 23.04.2021 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "..., εκτιμώμενου και αυτού εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 979 ΚΠολΔ), ως αλυσιτελούς, αφού, τυχόν, παραδοχή του θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός και, έτσι, αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου.

Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστή άλλο από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που νίκησαν, κατά παραδοχή του σχετικού τους αιτήματος, που υπέβαλαν αυτοί, νομίμως, και κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρα 106, 176,183,189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα, όμως, του νικήσαντος ...

πρέπει να ορισθούν μειωμένα, κατ' άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ δεν θα οριστεί μειωμένη δικαστική δαπάνη υπέρ του νικήσαντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..., διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που παρέχει υπηρεσίες σ' αυτό ως συνεργαζόμενος δικηγόρος (βλ.

το υπ' αριθμ. 37087/14.09.2022 επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Α. Π. Α.) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους[ΑΠ 18/2020 και άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 Ν.4038/2012(ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ.1 περ. (β) Ν.2556/1997(ΦΕΚ Α'270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 Ν.4194/ 2013 (ΦΕΚ Α'208/27.9.2013)]. Σημειώνεται, τέλος, ότι τόσο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, όσο και το αναιρεσείον ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., δεν υποχρεούνται, κατ' άρθρο 11 του κ.δ.

της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 π.δ. της 28-7-1931(ΦΕΚ Α' 239/1931), το πρώτο, και κατ' άρθρο 28 παρ.4 Ν.2579/1998(ΦΕΚ Α' 31/17.2.1998), σε συνδυασμό με άρθρο 11 του ως άνω κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και άρθρο 22 παρ.4 του Ν.1868/1989, το δεύτερο, αντίστοιχα, σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης, γι' αυτό και δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 23.04.2021 και από 14.01.2020 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 810/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θ.. ΑΝΑΙΡΕΙ την ανωτέρω απόφαση.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..., τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ..., τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ