Legislator Case Law & Legislation
2051/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor law conviction for unpaid wages due to insufficient grounds.

Case Number 2051/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance court conviction for unpaid wages under Article 28 of Law 3996/2011. The appellant argued that the judgment failed to properly consider witness testimony and incorrectly calculated the payment deadline, but the court found these arguments baseless. The court ruled that the lower court had adequately addressed all evidence and legal grounds without violating procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 28 Law 3996/2011; Art. 510(1)(D), (E) & 583(1) CPC: An appeal against a criminal conviction for unpaid wages is inadmissible if the grounds raised are unfounded, the lower court considered all evidence, and the judgment remains legally sound.

Keywords

AI generated
unpaid wages conviction labor law violation appeal dismissal insufficient evidence criminal liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 28 Law 3996/2011
Art. 510(1)(D), (E) CPC
Art. 583(1) CPC
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2051 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2051/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Χαλβατζάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.610/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2885/14-3-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 467/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 2885/14.3.2018 αίτηση-δήλωση του Β. Α. Μ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 610/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, (η οποία κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 1 ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση, με το ελαφρ. της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών την οποία μετέτρεψε προς πέντε ευρώ ημερησίως για κάθε ημέρα φυλακίσεως) ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο στις 28.2.2018).

Κατά το άρθρο 28 του Ν. 3996/2011 "Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α'218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν.", το αδίκημα, ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεως παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές η άλλης φύσης χορηγίες μέσα στην προθεσμία που τάσσεται είτε από την οικεία σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρο 655 Α.Κ.). Σύμφωνα εξ άλλου με το άρθρο 679 ΕμπΝ, το οποίο ορίζει τις περιπτώσεις της απλής χρεωκοπίας απαγορεύοντας ουσιαστικά τις πληρωμές στον πτωχεύσαντα, μετά την ημερομηνία παύσης των πληρωμών, η απαγόρευση αυτή ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του στοιχείου του δόλου στην περίπτωση της μη πληρωμής των αποδοχών των εργαζομένων από τον υπεύθυνο για την πληρωμή τους.

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 28 ν. 3996/2011 στερείται της ως άνω αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, το ύψος και ο χρόνος των αποδοχών που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο, ώστε να εξαχθεί και ο χρόνος τελέσεως της αξιόποινης πράξης.

Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 610/2018 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (τις καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο) αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στη ....., κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2015, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, ο κατηγορούμενος, ως εργοδότης και δη ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", που εδρεύει στην οδό ..., δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και την 5η εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα ή την αμέσως επόμενη εργάσιμη, οπότε ήταν καταβλητέος ο μηνιαίος μισθός, σ' αυτούς που απασχολήθηκαν απ' αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε:

α) σε 92 εργαζόμενους, δεδουλευμένα Ιανουαρίου 2015, συνολικού ποσού 61.539,94 ευρώ, β) σε 97 εργαζομένους, δεδουλευμένα Φεβρουαρίου 2015, συνολικού ποσού 132.022,02 ευρώ, και γ) σε 101 εργαζομένους, δεδουλευμένα Μαρτίου 2015, συνολικού ποσού 140.192,63 ευρώ, ήτοι συνολικό οφειλόμενο ποσό 333.754,59 ευρώ, όπως προκύπτει από τον πίνακα, που παρατίθεται στο διατακτικό της παρούσας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο ανώνυμη εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση την 15.12.2015, δυνάμει της υπ' αριθ. 17054/15.12.2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ορίστηκε δε χρόνος παύσης πληρωμών η 29η.10.2015. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 4902/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ορίστηκε νέος χρόνος παύσης πληρωμών η 16η.03.2015.

Ως εκ τούτου, για τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Απριλίου και Μαΐου, καθώς και το επίδομα Πάσχα, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά το χρονικό διάστημα μετά την παύση πληρωμών, όπως αυτή καθορίστηκε εκ νέου από το πτωχευτικό Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται, δοθέντος ότι, απαγορεύεται, κατ' άρθρο 172 ΠτΚ, στον πτωχεύσαντα να ικανοποιεί απαίτηση πιστωτή του, ευνοώντας τον έναντι των λοιπών πιστωτών, ενώ βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών, η απαγόρευση δε αυτή ενεργεί ως αναιρετικό στοιχείο του δόλου στην περίπτωση της μη πληρωμής των αποδοχών των εργαζομένων από τον υπεύθυνο για την πληρωμή τους (πρβλ.

καταργηθέν άρθρο 679 αρ. 4 ΕμπΝ). Τουναντίον, ακέραια παραμένει η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου για τις οφειλόμενες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω οφειλές παραμένουν ανεξόφλητες μέχρι και την συζήτηση της προκείμενης υποθέσεως κατ' έφεση.

Σημειωτέον ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες, Α. Κ., Δ. Ι. του Θ., Β. Κ. και Α. Α., οι οποίοι κατέθεσαν ότι εισέπραξαν τις αποδοχές Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, δεν περιλαμβάνονται στο σύνολο των ενενήντα δύο και ενενήντα επτά εργαζομένων, αντίστοιχα, στους οποίους οφείλονται δεδουλευμένα των εν λόγω μηνών, αλλά περιλαμβάνονται στην υποβληθείσα, από την Επιθεωρήτρια Εργασίας, μήνυση, για οφειλόμενες αποδοχές του μήνα Μαρτίου και εντεύθεν.

Ακόμη δε και αυτοί, που εισέπραξαν τα δεδουλευμένα Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, τα εισέπραξαν, κατόπιν αναγκαστικής εκτελέσεως (βλ. κατάθεση Α. Κ., περιεχόμενη στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Εξάλλου, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε ο κατηγορούμενος περί εξόφλησης -έστω μερικής- της επίδικης οφειλής.

Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αλλά να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2β' ΠΚ, ένεκα της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία περιήλθε η εκπροσωπούμενη απ' αυτόν επιχείρηση, συνεπεία της οποίας οδηγήθηκε και στην πτώχευση".

Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του ότι: "Στη ...., κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2015, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, ως εργοδότης και δη ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας "... Α.Ε.", που εδρεύει στην οδό ..., δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και την 5η εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα ή την αμέσως επόμενη εργάσιμη, οπότε ήταν καταβλητέος ο μηνιαίος μισθός, σ' αυτούς που απασχολήθηκαν απ' αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε: σε 92 εργαζόμενους δεδουλευμένα Ιανουαρίου 2015, συνολικού ποσού 61.539,94 ευρώ, σε 97 εργαζομένους, δεδουλευμένα Φεβρουαρίου 2015, συνολικού ποσού 132.022,02 ευρώ, και σε 101 εργαζομένους δεδουλευμένα Μαρτίου 2015, συνολικού ποσού 140.192,63 ευρώ, ήτοι συνολικό οφειλόμενο ποσό 333.754,59 ευρώ, όπως προκύπτει και από τους παρακάτω συνημμένους αναλυτικούς πίνακες οφειλομένων για έκαστο εργαζόμενο: Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της ανωτέρω πράξεώς του από αίτια μη ταπεινά".

Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης), διέλαβε στην προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 610/2018 απόφασή του την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ, και του άρθρου 28 παρ. 1 ν. 3996/2011, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Στην προσβαλλομένη προσδιορίζεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε", ο χρόνος κατά τον οποίο οι εργαζόμενοι απασχολήθηκαν, το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους, αναφέρονται οι εργαζόμενοι, και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε αυτούς εμπροθέσμως ο καταβλητέος μηνιαίος μισθός (ο μισθός καταβάλλεται σε τακτά σύντομα διαστήματα), δηλαδή η 5η εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα ή η αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα, οπότε ήταν καταβλητέος ο μηνιαίος μισθός. Αναφέρεται επίσης η ημεροχρονολογία κατά την οποία η άνω ανώνυμη εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση, ήτοι η 16.3.2015, και, επομένως ορθώς η προσβαλλομένη απόφαση περιέλαβε τον μήνα Μάρτιο του 2015, αφού χρόνος παύσης των πληρωμών ορίσθηκε η 16.3.2015.

Ακολούθως τούτων αβασίμως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αμφισβητεί ειδικά τον χρόνο καταβολής τους των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Μαρτίου 2015, με την αιτίαση ότι εφ' όσον ορίσθηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών η 16.3.2015, μη ορθώς η προσβαλλομένη απόφαση τον καταδίκασε για την μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων, πλην των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2015, και για τον Μάρτιο 2015.

Σε σχέση, τέλος, με την προβαλλόμενη ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος Δ. Ι. (η οποία ενόρκως εξετάσθηκε στο ακροατήριο του δικάσαντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου), αυτή (αιτίαση) είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται όλα, κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 2885/2018 αίτηση-δήλωση του Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., οδός ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 610/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ