Supreme Court dismisses appeal against tax collection notice, ruling the debtor had sufficient notice of the debt details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's rejection of his objection to a tax collection notice. The appellant argued the notice lacked necessary details, but the court found he had already received the document before filing his objection and knew the debt specifics. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible due to lack of prejudice and ordered the appellant to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a decision rejecting an objection to a tax collection notice is inadmissible if the debtor had prior knowledge of the debt's essential elements, rendering the objection procedurally invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2051 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2051/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φλώρο, ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με το ν.3226/2004 και την 8/2016 Πράξη του Προέδρου Εφετών Ευβοίας.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ’ αριθ. .../2005 ταμειακή βεβαίωση του προϊσταμένου της ... βεβαιώθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος οφειλή από δάνειο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος μετά από αποστολή προς αυτήν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους της σχετικής τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης και χρηματικού καταλόγου μαζί με τα συνημμένα σχετικά έγγραφα, όπου αναλύονται τα μερικότερα κονδύλια της οφειλής. Με βάση τον τίτλο αυτό, η ... άρχισε αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ κοινοποιώντας σ’ αυτούς τις σχετικές ατομικές ειδοποιήσεις. Με την υπ’ αριθ. 43/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας έγινε δεκτή η από 5.3.2007 ανακοπή του αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε την ακύρωση της ταμειακής βεβαίωσης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, το οποίο με την υπ’ αριθ. 97/2014 απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη, απέρριψε την ανακοπή και ως προς τους δύο λόγους της. Κατά της απόφασης αυτής ο ανακόπτων-εφεσίβλητος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ο μοναδικός λόγος της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583 έως 585 ΚΠολΔ (η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νομίμου τίτλου, όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης) ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και γι’ αυτό βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο προς εκτέλεση για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελεί: α) η νόμιμη βεβαίωση, που εκδίδεται από τις αρμόδιες Αρχές στο Δημόσιο Ταμείο (Δ.Ο.Υ.) για τον προσδιορισμό του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται, ανεξάρτητα από το αν αυτό οφείλεται ευθέως από το νόμο ή από σύμβαση, β) η οφειλή, που αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα και γ) η πιθανολογούμενη κατά την έννοια του άρθρου 347 ΚΠολΔ οφειλή.
Επίσης, νόμιμο τίτλο αποτελεί και η πράξη καταλογισμού (ταμειακή βεβαίωση) χρηματικού ποσού σε βάρος του διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, απ’ αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση, της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, έτσι ώστε σε περίπτωση αμφισβήτησης αυτού από τον οφειλέτη να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατό να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί α) διαγνωστική δίκη για την απαίτηση και β) έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής (Τράπεζα), προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση για την εξόφληση του τραπεζικού δανείου και στη θέση του οποίου το Δημόσιο υποκαταστάθηκε λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη (ΑΠ 434/2015, ΑΠ 1898/2014, ΑΠ 2284/2009).
Περαιτέρω, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή, μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 § 1 ΚΕΔΕ, στην ακύρωση της αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποιήσεως, εν όψει, ιδίως, της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη (ΣτΕ 3214/1999).
Βλάβη με την ανωτέρω έννοια τελικά δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται με τα αναγκαία δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που αυτά γνωστοποιούνται στον οφειλέτη με οποιοδήποτε τρόπο με ή χωρίς αίτησή του αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους κατά της οφειλής ισχυρισμούς του (ΑΠ 392/2017, ΑΠ 1247/2015).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 97/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει σύμβασης που συνήφθη μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και του ανακόπτοντος, ο τελευταίος έλαβε, για τις ανάγκες της κτηνοτροφικής του επιχείρησης, έντοκο δάνειο (που ρυθμίστηκε δυνάμει των ΚΥΑ4216/Β269/7-2-01 και των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών 2/13854/0025/11-6-01, 2/30389/0025/23-6-03, 2/6518/0025/2-2-04), ποσού 92.291,98 ευρώ, με την εγγύηση του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου.
Ο ανακόπτων δεν κατέβαλε τη δόση λήξης 31-3-2003, συνολικού ποσού 10.589,83 ευρώ και αναλυτικά 3.552,34 ευρώ για κεφάλαιο δόσης, 5.726,41 ευρώ για τόκους δόσης και 1.311,08 ευρώ για τόκους υπερημερίας, με συνέπεια την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Το χρέος αυτό βεβαιώθηκε στη συνέχεια στη ..., σύμφωνα με την 3442/18-4-2005 προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο.
Τόσο σ’ αυτόν όσο και στην παραπάνω προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση αναφέρονται, η αιτία της ανωτέρω απαίτησης, δηλαδή "δάνεια που χορηγήθηκαν σε Κτηνοτρόφους με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου", το συνολικό ποσό αυτής το οποίο προσδιορίστηκε αναλυτικά, κατά κεφάλαιο (3.552,34 ευρώ), συμβατικούς τόκους (5.726,41 ευρώ) και τόκους υπερημερίας (1.311,08 ευρώ), δηλαδή, περιέχεται ακριβής προσδιορισμός της ένδικης απαίτησης κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και συγκεκριμένα αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής και το οφειλόμενο ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, στοιχεία επαρκή ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να μπορεί ο οφειλέτης να ισχυριστεί και να αποδείξει την τυχόν απόσβεση, μερική ή ολική, της απαίτησης, την ανακρίβεια των κονδυλίων, τον εσφαλμένο τυχόν υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων, καθώς και να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η επισπευδόμενη εναντίον του εκτέλεση λόγω αοριστίας των προσβαλλόμενων πράξεων, γιατί δεν περιέχεται σ’ αυτές ακριβής προσδιορισμός της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται η - εκτέλεση, είναι αβάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε το λόγο αυτό κατ’ ουσία βάσιμο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων". Ακολούθως δεχόμενο το Εφετείο το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 και 4 του ΚΕΔΕ, αφού κατά τις παραδοχές του η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση περιείχε τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη αναγκαία στοιχεία, έτσι ώστε ο ανακόπτων οφειλέτης ήταν σε θέση να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπισθεί επαρκώς για την οφειλή του.
Εξάλλου, ο ανακόπτων στην από 5.3.2007 ένδικη ανακοπή του, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος προς διερεύνηση της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ρητά αναφέρει ότι ζήτησε από τη ... και έλαβε την 6.2.2007, δηλαδή πριν από την άσκηση της ανακοπής, γνώση της προβαλλόμενης υπ’ αριθ. .../2005 ταμειακής βεβαίωσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους κατά της οφειλής ισχυρισμούς του, οπότε κατά τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες δεν συντρέχει ούτε το στοιχείο της βλάβης.
Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο πλήττεται (χωρίς να αποδίδεται άλλη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση) απαραδέκτως η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα για την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το περιεχόμενο και την πληρότητα της ανωτέρω ταμειακής βεβαιώσεως και ειδικότερα ως προς την παραδοχή ότι "...αναφέρονται η αιτία της ανωτέρω απαίτησης, δηλαδή "δάνεια που χορηγήθηκαν σε Κτηνοτρόφους με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου", το συνολικό ποσό αυτής το οποίο προσδιορίστηκε αναλυτικά, κατά κεφάλαιο (3.552,34 ευρώ), συμβατικούς τόκους (5.726,41 ευρώ) και τόκους υπερημερίας (1.311,08 ευρώ), δηλαδή, περιέχεται ακριβής προσδιορισμός της ένδικης απαίτησης κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ...
ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να μπορεί ο οφειλέτης να ισχυριστεί και να αποδείξει την τυχόν απόσβεση, μερική ή ολική, της απαίτησης, την ανακρίβεια των κονδυλίων, τον εσφαλμένο τυχόν υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων, καθώς και να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος..." Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ενώ διάταξη για την τύχη του παραβόλου δεν θα περιληφθεί στην απόφαση διότι τέτοιο δεν καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, που ως δικαιούχος νομικής βοήθειας απηλλάγη νομίμως από τη υποχρέωση αυτή με την υπ’ αριθ. 8/2016 πράξη του προέδρου εφετών Εύβοιας.
Πρέπει ωστόσο να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται, διότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν επηρεάζει την υποχρέωση καταβολής των εξόδων που επιδικάσθηκαν στον αντίδικο (άρθρο 9 παρ. 6 ν. 3226/2004).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Ιουνίου 2016 αίτηση του Β. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 97/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ