Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property ownership via usucapion and lack of reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The lower court ruled that the plaintiffs acquired title through usucapion (adverse possession) over a period of twenty years, including the time their legal representative held the property. The Court of Appeal provided clear reasoning that the property was not state-owned or abandoned, and the appeal failed because the lower court's justification was sufficient and based on correct legal principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 976, 1045, 1051 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: Ownership is acquired primarily through usucapion over twenty years, and an appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is complete, clear, and consistent regarding the material facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2051 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2051/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν. Σ. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. ..... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κακατσίδη ο οποίος ανακάλεσε την από 20-9-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/1997 προδικαστική, 4/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 17-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 26-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση επ΄ αυτού νομής επί μία εικοσαετία, με δικαίωμα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 30-4-1993 αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των αναιρεσειόντων, η οποία ως θεμέλιό της είχε την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, με συνυπολογισμό και του χρόνου νομής του δικαιοπάρόχου του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, έκτασης 176,83τ.μ.,κείμενο επί της οδού ......
Κύριός του, στις αρχές του εικοστού αιώνα ήταν ο Κ1, ο οποίος ήταν εφοπλιστής και διέμενε στην Αίγυπτο. Κατά το έτος 1923, ο Π1 , πατέρας του πρώτου και παππούς του δευτέρου των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, μισθωτής όμορου ακινήτου, στο οποίο λειτουργούσε επιχείρηση αρτοποιείου, κατέλαβε το επίδικο οικόπεδο και χρησιμοποιούσε αυτό για την εναπόθεση διαφόρων υλικών (βαρελιών, καυσόξυλων κ.α).
Ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου όταν πληροφορήθηκε τούτο, όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά συνέχισε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εκείνον( Π1) στον οποίο και μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο, κατά το έτος 1954. 'Έτσι, ο Π1 συνέχισε να νέμεται το επίδικο, το περιέφραξε και το χρησιμοποιούσε για την αποθήκευση των υλικών και πρώτων υλών για τις ανάγκες του αρτοποιείου του, μέχρι το έτος 1957 όταν το μεταβίβασε, ατύπως, στον υιό του Ψ1 (πρώτο ενάγοντα). 'Έκτοτε, στη νομή του επιδίκου, υπεισήλθε ο Ψ1, ο οποίο συνέχισε να το νέμεται και να το χρησιμοποιεί πλέον για τις ανάγκες του αρτοποιείου του, που λειτουργούσε στο παρακείμενο ακίνητο, εναποθέτοντας σ' αυτό μεγάλες ποσότητες καυσόξυλων.
Το έτος 1975, το Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίστηκε ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα, για την αυθαίρετη χρήση του οποίου εξέδωσε εις βάρος του Ψ1 τα 358, 359, 360, 361 και 362/1975 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης του Οικονομικού Εφόρου ..., τα οποία, ύστερα από ανακοπή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ακυρώθηκαν, με την 109/1976 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χίου, κατά της οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε ένδικο μέσο.
Το 1993 ο πρώτος ενάγων, με το ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Καμολίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στο δεύτερο ενάγοντα τη ψιλή κυριότητα του επιδίκου, και παρακράτησε την επικαρπία. Έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (30-4-1993) συνέχισαν οι ενάγοντες να ασκούν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής επί του επιδίκου, ήτοι εναπόθεση καυσόξυλων και βαρελιών προς εξυπηρέτηση του αρτοποιείου τους.
Το Ελληνικό Δημόσιο, εξέδωσε κατ΄ αυτών το από .... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου της Νομαρχίας Χίου και ζήτησε την αποβολή τους από το επίδικο. Τούτο όμως ακυρώθηκε, μετά από ανακοπές των αναιρεσιβλήτων, με την 139/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χίου,η οποία επικυρώθηκε με την 3041/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία απορρίφθηκε σχετική έφεση του Δημοσίου.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, ότι το ακίνητο εγκαταλείφθηκε από τον πραγματικό ιδιοκτήτη με σκοπό να καταστεί αδέσποτο και ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητά του, κατά διαδοχή του τουρκικού κράτους, άλλως ότι αυτό είχε περιέλθει στην κοινή χρήση, από αμνημονεύτου χρόνου πριν την απελευθέρωση και ως εκ τούτου ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την απελευθέρωση της νήσου Χίου, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, δεδομένου, ότι ουδέποτε ο απώτερος κύριος αυτού, Κ1, εγκατέλειψε το επίδικο, για να καταστεί αυτό αδέσποτο, ούτε υπήρξε κοινόχρηστο αφού, από το έτος 1923 σ' αυτό είχε εγκατασταθεί ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Π1 και το χρησιμοποιούσε ακώλυτα για εναπόθεση διαφόρων υλικών, κυρίως, καυσόξυλων για τις ανάγκες του παρακείμενου αρτοποιείου του.
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν τμήμα της μείζονος περιοχής των παλαιών "....." της πόλεως ....., και ότι ανήκε στην ανταλλάξιμη περιουσία του Ελληνικού Κράτους. Άλλωστε, όπως με επάλληλη σκέψη δέχθηκε, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΔ της 24/31-10-1940 στην ανταλλάξιμη περιουσία υπάγονται τα ακίνητα αυτά που έχουν καταγραφεί στο Κτηματολόγιο από την Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων, το Ελληνικό Δημόσιο μόλις το έτος 1975 κατέγραψε το επίδικο ως δημόσιο κτήμα, κατά δε της προαναφερθείσας 109/1975 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χίου, με την οποία ακυρώθηκε το σχετικό πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, και με την οποία πιθανολογήθηκε ότι το επίδικο δεν υπήρξε αδέσποτο αλλά το κατείχε ως κύριος ο Ψ1 με τον πατέρα του από πολλών ετών εναποθέτοντας σ΄ αυτό ξύλα, βαρέλια κ.λ.π, το Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε ένδικο μέσο.
Περαιτέρω, αφού το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ότι η κρίση του ότι το επίδικο δεν υπήρξε αδέσποτο, ανταλλάξιμο, δημόσιο ή κοινόχρηστο κτήμα ενισχύεται και από το ότι στο ..... συμβόλαιο, με το οποίο ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων αγόρασε το παρακείμενο του επιδίκου ακίνητο αναφέρεται ότι το επίδικο φέρεται "ως ιδιοκτησία κληρονόμων Κ1", απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με τα περιστατικά στο οποία στήριξε την κρίση του επί του ουσιώδους ζητήματος για την έκβαση της δίκης, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ανταλλάξιμο, αδέσποτο, δημόσιο ή κοινόχρηστο, αλλά ότι επ΄ αυτού υπήρχε δικαίωμα κυριότητας άλλου και ότι αυτό περιήλθε κατά κυριότητα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμηθέντα αυτό επί μία τουλάχιστον εικοσαετία αναδρομικώς από την άσκηση της ένδικης αγωγής, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, η οποία του μεταβιβάσθηκε από εκείνον με άτυπη δικαιοπραξία.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος, αναίρεσης, από τον αριθ.1 της ανωτέρω διάταξης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1033ΑΚ, επειδή έγινε δεκτή έγκυρη μεταβίβαση του επιδίκου στον πρώτο αναιρεσίβλητο από τον δικαιοπάροχό του με άτυπη δικαιοπραξία, ενώ προς τούτο απαιτείται νόμιμη αιτία και συμβολαιογραφικό έγγραφο, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία, και όχι με παράγωγο τρόπο και επομένως δεν εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική διάταξη, με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας επί ακινήτου με σύμβαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2005 αίτηση για αναίρεση της 171/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ