Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting tenant's eviction notice due to insufficient evidence of property value.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final decision to reject the tenant's eviction notice. The tenant argued that the property's value was unclear and should be calculated using common sense principles, while the landlord contended the notice was valid. The court ruled that the lower court did not err in finding the property's value clear based on its physical characteristics, rendering the appeal grounds baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111 and 118(3) of the Code of Civil Procedure; The court's finding that a property's rental value is determinable without applying common sense principles is not a violation of substantive law if the property's physical attributes provide sufficient clarity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2050 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2050/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ….., κατοικοεδρεύουν στην …, και ήδη από την ..., που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ... ….. που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ν. Π., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." ή "...", που εδρεύει στον ..., θέση "..." και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Λ. Β. του Ι., κάτοικο ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Αυγερινού και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4712/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2751/2017 του Μονομελούς Εφετείου ….. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/6/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 5-6-2019 αίτηση αναίρεσης του ... προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2751/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …., το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 4712/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου …., που είχε απορρίψει την από 8.2.2010 (αριθ.
καταθ. 1715/2010) ανακοπή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει επίδοση της ως άνω αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και δεν παρήλθε, μέχρι την άσκησή της, η προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 495, 564 παρ. 3, 552, 553 παρ. 1, 556, 558 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ακολούθως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4842/2021, προκύπτει ότι, τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο, για να είναι παραδεκτά, πρέπει να αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου τους, και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του διαδίκου, που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, έτσι ώστε, λόγω της μοναδικότητάς του για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, αυτό να προσδιορίζεται με ασφάλεια.
Η παράλειψη του τελευταίου αυτού στοιχείου δεν συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση (Α.Π. 210/2020). Περαιτέρω δε, η δυνατότητα προβολής βασίμως της ενδεχόμενης ακυρότητας του δικογράφου για τον προαναφερόμενο λόγο προϋποθέτει τη συνδρομή βλάβης στο διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας κατ' άρθρ. 159 παρ. 3 ΚΠολΔ (Α.Π. 1507/2018).
Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, δεν συνεπάγεται ακυρότητα η μη αναγραφή σε δικόγραφο του ονοματεπώνυμου νόμιμου αντιπροσώπου εταιρείας, παρά μόνο στις περιπτώσεις που είναι αυτό αναγκαίο για να εξειδικεύεται η ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση (όπως για παράδειγμα στα διαδικαστικά έγγραφα κατά την άσκηση από το νόμιμο αντιπρόσωπο αγωγών κλπ.
για λογαριασμό της εταιρείας, ή για τη θεμελίωση και προσωπικής του ευθύνης, όπως επί αιτήματος απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του κλπ.). Εξάλλου, από 1/10/2022 πρέπει να αναγράφονται υποχρεωτικά τα στοιχεία ΓΕΜΗ σε όλα τα έγγραφα των εταιρειών (και όχι στα κατ' αυτών απευθυνόμενα), δεδομένου ότι, με την ψήφιση του νόμου 4919/2022 "Σύσταση εταιρειών μέσω των Υπηρεσιών Μιας Στάσης (Υ.Μ.Σ.) και τήρηση του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.) - Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1151 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την τροποποίηση της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132, όσον αφορά τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και διαδικασιών στον τομέα του εταιρικού δικαίου (L 186) και λοιπές επείγουσες διατάξεις", θεσπίστηκαν ορισμένες υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις και μία από αυτές είναι η αναγραφή του αριθμού ΓΕΜΗ σε κάθε έγγραφο που αφορά στον υπόχρεο και φέρει την επωνυμία του.
Πλην, όμως - πέραν του ότι δεν προβλέπεται η υποχρέωση αυτή και στα δικόγραφα (και δη των αντιδίκων τους) - σε κάθε περίπτωση, εάν δεν εφαρμοστεί η παραπάνω υποχρέωση επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος της εταιρείας και δεν προβλέπεται οποιαδήποτε άλλη κύρωση, πολλώ δε μάλλον δεν προβλέπεται (δικονομική) κύρωση σε βάρος τρίτου που υπέβαλε έγγραφο(ή δικόγραφο) που αφορά την εταιρεία.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εταιρεία, με τις από 15-9-2022 έγγραφες προτάσεις της, οι οποίες, επίσης, έχουν κατατεθεί στις 15-9-2022, ισχυρίζεται ότι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι δεν αναγράφονται σε αυτό τα στοιχεία ΓΕΜΗ, τα ονοματεπώνυμα των νομίμων αντιπροσώπων της και, επιπλέον, ο αριθμός φορολογικού μητρώου [ΑΦΜ] αυτής (αναιρεσίβλητης).
Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα, με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, τα απαιτούμενα κατ' άρθρ. 118 ΚΠολΔ στοιχεία του δικογράφου της αναίρεσης αποβλέπουν στον προσδιορισμό της ταυτότητας του διαδίκου και, συνεπώς, εφόσον από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει η ταυτότητα της αναιρεσίβλητης, την οποία δεν αμφισβητούν ούτε το αναιρεσείον ούτε η ίδια (αναιρεσίβλητη), ούτε επίσης επικαλείται κάποια βλάβη από την παράλειψη αυτή ή ότι δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για το (νομικό) πρόσωπό της, η παράλειψη αναγραφής του αριθμού φορολογικού μητρώου αυτής (ΑΦΜ) και των στοιχείων ΓΕΜΗ, όπως και του νομίμου αντιπροσώπου της, δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη και συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο κατ' άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, επιφυλασσομένου του δικαστηρίου να κρίνει ως προς το ορισμένο των επιμέρους λόγων της που προβάλλονται με το δικόγραφό της.
Κατόπιν τούτων η αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 270/2020, Α.Π. 110/2019, Α.Π. 22/2018, Α.Π. 681/2017).
Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη (άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 (για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων της κοινής πείρας), πρέπει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου και δη ενάριθμα, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.
Πρέπει, επίσης, να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια δικαίου, η οποία προκύπτει από αυτά, που το δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε (Α.Π. 177/2021, Α.Π. 1000/2017, Α.Π. 717/2016, Α.Π. 103/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ Α.Π. 1/1999, Ολ Α.Π. 30/1997, Α.Π. 2070/2020, Α.Π. 118/2019, Α.Π. 224/2018).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, διότι αυτά δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 709/2017, Α.Π. 1266/2011, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 502/2007).
Τέλος, κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.
Α.Π. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. Α.Π. 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο δικόγραφο και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ακόμη και σε προφορικώς καταρτισθείσες συμβάσεις (Α.Π. 1798/2011, Α.Π. 329/2006).
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 574/2010).
Ωστόσο, μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων αυτών δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές (A.Π. 683/2010, Α.Π. 715/2010). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας, κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να μην αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει, όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή, ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (Α.Π. 311/1993).
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο κατέφυγε, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία, εκτός του συστατικού ή αποδεικτικού της δικαιοπραξίας εγγράφου (Α.Π. 171/2021, Α.Π. 530/2011, Α.Π. 253/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την ... Δήλωση Εκχωρήσεως μη εισπραχθέντων μισθωμάτων από ακίνητα, την οποία υπέβαλε προς τη ...
η Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", η τελευταία εκχώρησε προς το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο την, κατά τους ισχυρισμούς της, απαίτησή της συνολικού ύψους ….. €, για μη εισπραχθέντα μισθώματα από δύο ακίνητα, τα οποία μισθώνει στην εφεσίβλητη προκειμένου να επιτύχει το μη συνυπολογισμό του ως άνω ποσού στο συνολικό καθαρό εισόδημά της, οικονομικού έτους 2009, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 4 § 7 Ν. 2238/1994.
Μετά την δήλωση αυτή, με τη/... προσβαλλόμενη με την υπό κρίση ανακοπή πράξη Ταμειακής Βεβαιώσεως της ..., βεβαιώθηκε εις βάρος της εφεσίβλητης εταιρείας η ως άνω οφειλή, συνολικού ύψους 463.750,00 €, η οποία και γνωστοποιήθηκε σε αυτήν την 15η Ιανουάριου 2010, με τη με αριθμό ... Ατομική Ειδοποίηση. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι δυνάμει του με αριθμό ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου ….., Ε. Ε. του Δ., η εφεσίβλητη εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της Λ. Β. του Ι., μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στο ..., λόγω πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 22.390,0 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., μετά του επ' αυτού ισόγειου μεταλλικού κτιρίου (αποθήκης), επιφάνειας 4.000,00 τ.μ..
Την ιδία ημερομηνία της συνάψεως του εν λόγω, μεταξύ των ανωτέρω δύο συμβαλλόμενων μερών, καταρτίστηκε σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως, δυνάμει της οποίας η προαναφερόμενη αγοράστρια εταιρεία μίσθωσε στην εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία δύο εφαπτόμενα ακίνητα, αποτελούντα μία οικονομική ενότητα και δυνάμενα να αποτελέσουν αντικείμενο ενιαίας εκμεταλλεύσεως, και συγκεκριμένα:
α) τμήμα του ως άνω πωληθέντος ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... αγροτεμαχίου, εκτάσεως 18.390,00 τ.μ., μετά του επ' αυτού ισόγειου μεταλλικού κτιρίου (αποθήκης), επιφάνειας 4.000 τ.μ. και β) ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 4.000,00 τ.μ., μετά του επ' αυτού ισόγειου κτιρίου (αποθήκης), συνολικής επιφάνειας 1.000,00 τ.μ.
και στεγασμένου υπογείου 600,00 τ.μ., το οποίο αγροτεμάχιο, επίσης, ευρίσκεται στο θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., έναντι ενιαίου μηνιαίου μισθώματος 66.250,00 €, για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουνίου 2008 έως την 31η Μαΐου 2009, αναπροσαρμοζόμενο για τα λοιπά έτη της μισθώσεως, κατά τους ειδικότερους όρους του μεταξύ τους καταρτισθέντος με ημερομηνία 13-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως.
Ωστόσο, το δεύτερο εκ των προαναφερόμενων δύο αγροτεμαχίων, ήτοι το ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 4.000,00 τ.μ., μετά του επ' αυτού ισόγειου κτιρίου (αποθήκης), συνολικής επιφάνειας 1.000,00 τ.μ. και στεγασμένου χώρου 600,00 τ.μ., ανήκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην εταιρεία.
με την επωνυμία "...", δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Σ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στην οποία το μεταβίβασε η μέχρι τότε κυρία αυτού εφεσίβλητη η οποία το κατείχε. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα, με την 5962/ 15/10/2000 πράξη της ίδιας συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η προαναφερόμενη αγοράστρια εταιρεία, παραχώρησε την χρήση του ως άνω αγροτεμαχίου στην εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, κατόπιν συνάψεως μεταξύ τους συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, πλην όμως, λόγω καθυστερήσεως ως προς την καταβολή των συμφωνηθέντων μισθωμάτων, κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως και, εν συνεχεία, μετά τη λύση αυτής η οποία αναγνωρίστηκε με την ...
πράξη της συμ/φου ……, που μεταγράφηκε νόμιμα, παρεχώρησε την χρήση του ως άνω αγροτεμαχίου, εκτάσεως ….. τ.μ., στην εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", υπεγράφη, δε, μεταξύ τους προς τούτο, η με αριθμό 23424/22-9-2008 σύμβαση, χρηματοδοτικής μισθώσεως ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου ….., Μ.
Α. - Ζ., διάρκειας δεκατεσσάρων (14) ετών, αρχόμενη την 22α Σεπτεμβρίου 2008 και λήγουσα την 22α Σεπτεμβρίου 2022, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….., στον τόμο 932 και με αριθμό 129. Στη συνέχεια η τελευταία εταιρεία υπεκμίσθωσε το ανωτέρω περιγραφόμενο αγροτεμάχιο, εκτάσεως 4.000,00 τ.μ., στην εφεσίβλητη εταιρεία, δυνάμει σχετικού όρου της συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, ο οποίος επέτρεπε τη σύναψη συμβάσεως υπομισθώσεως προς τούτο δε υπεγράφη μεταξύ της ως άνω υπεκμισθώτριας εταιρείας και της εφεσίβλητης το με ημερομηνία 22-9-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως, διάρκειας δεκατεσσάρων (14) ετών, με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 9.300,00 €, για τα τέσσερα πρώτα έτη της μισθώσεως .
αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους του εν λόγω συμφωνητικού. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα καθίσταται προφανές ότι η εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στο ..., ουδέποτε παρεχώρησε στην εφεσίβλητη εταιρεία την χρήση του ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...
αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.000 τ.μ. μετά του επ' αυτού ισόγειου κτιρίου (αποθήκης), συνολικής επιφάνειας 1.000,00 τ.μ. και στεγασμένου υπογείου 600,00 τ.μ., αφού το εν λόγω αγροτεμάχιο όχι μόνο δεν ανήκε κατά κυριότητα σε αυτήν αλλά ούτε και είχε ποτέ την κατοχή αυτού, για το λόγο δε αυτό και η εφεσίβλητη εταιρεία είχε προβεί στη σύναψη των ως άνω αναφερόμενων συμβάσεων, τόσο με την εταιρεία με την επωνυμία "...", όσο και με την εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", προκειμένου να της παραχωρηθεί η χρήση του εν λόγω αγροτεμαχίου για τις επαγγελματικές της δραστηριότητες.
Και ναι μεν η σύμβαση της μισθώσεως, ως ενοχική, είναι έγκυρη, ακόμη και εάν ο εκμισθωτής δεν είναι κύριος του μισθίου κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως της μισθώσεως, πλην όμως, ο εκμισθωτής, υποχρεούται να παραχωρήσει στο μισθωτή την χρήση του μισθίου ακινήτου, ειδάλλως ούτε και ο μισθωτής υποχρεούται στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, καθώς σε περίπτωση αδυναμίας παραχωρήσεως της χρήσεως του μισθίου εκ μέρους του εκμισθωτή, απαλλάσσεται και ο μισθωτής από την καταβολή του μισθώματος.
Σημειωτέον δε ότι εν προκειμένω, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο επέχει θέση ενάγοντος, ώστε να υποχρεούται αυτό και όχι η εφεσίβλητη στην απόδειξη του γεγονότος ότι η εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." είχε, πράγματι, παραχωρήσει την χρήση του ανωτέρω περιγραφόμενου αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.000,00 τ.μ., στην εφεσίβλητη εταιρεία, γεγονός το οποίο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται.
Ως εκ τούτου, η εφεσίβλητη εταιρεία κατείχε το ως άνω αγροτεμάχιο, κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουνίου 2008 έως την 31η Δεκεμβρίου 2008, δυνάμει των προαναφερόμενων έννομων σχέσεων, ήτοι: α) της με αριθμό 5962/15-10-2007 συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, που είχε συνάψει με την εταιρεία με την επωνυμία "...", και β) της με ημερομηνία 22-9-2008 συμβάσεως υπεκμισθώσεως, που είχε συνάψει με την εταιρεία με την επωνυμία "...
ΙΙ ..." και διακριτικό τίτλο "...". κατόπιν σχετικού όρου στη με αριθμ. 23424/22-9-2008 σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, και όχι δυνάμει τής με ημερομηνία 13-5-2008 συμβάσεως μισθώσεως, την οποίαν κατήρτισε με την εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....". η οποία εδρεύει στο ... και συνεπώς η εφεσίβλητη εταιρεία δεν όφειλε σε αυτήν τα μισθώματα από την χρήση του εν λόγω αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.000,00 τ.μ.
Αντιθέτως, η εφεσίβλητη εταιρεία, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά, κατείχε, πράγματι, το ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... αγροτεμάχιο εκτάσεως 18.390,00 τ.μ.. μετά του επί αυτού ισόγειου μεταλλικού κτιρίου (αποθήκης), επιφάνειας 4.000.00 τ.μ., δυνάμει της με ημερομηνία 13-5-2008 συμβάσεως μισθώσεως, την οποίαν κατήρτισε με την προαναφερόμενη εταιρεία.
Και τούτο, διότι, εξακολουθούσε να κατέχει το ως άνω ακίνητο και να κάνει χρήση αυτού και μετά την κατάρτιση του με αριθμό ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ε. Ε. του Δ., δυνάμει του οποίου μεταβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στην εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." το ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ...
αγροτεμάχιο, ευρύτερης εκτάσεως ήτοι εκτάσεως 22.390,00 τ.μ., μετά του επ' αυτού ισόγειου μεταλλικού κτιρίου (αποθήκης), επιφάνειας 4.000,00 τ.μ., μερικότερο τμήμα του οποίου είχε μισθώσει από την ως άνω εταιρεία. Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, καθίσταται προφανές ότι η εκχωρηθείσα στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." είναι ανύπαρκτη, όσον αφορά τα μισθώματα τα οποία αντιστοιχούν στο ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...
αγροτεμάχιο, εκτάσεως …. τ.μ., μετά του επ' αυτού ισόγειου κηρίου (αποθήκης), συνολικής επιφάνειας …. τ.μ. και στεγασμένου χώρου …. τ.μ. Όμως, το ύψος των μισθωμάτων αυτών δεν αναγράφεται ούτε στη με αριθμό πρωτ…… Δήλωση …. μη εισπραχθέντων μισθωμάτων από ακίνητα, ούτε και στη ... πράξη Ταμειακής ….., η οποία και προσβάλλεται με την υπό κρίση ανακοπή, δοθέντος ότι το μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο στο ποσό των …..
€ για το πρώτο έτος της μισθώσεως (ήτοι από την 1η Ιουνίου 2008 έως την 31η Μαΐου 2009), καθορίστηκε ως ενιαίο και για τα δύο ακίνητα, τα οποία, και κατά τη σύμβαση της μισθώσεως, αποτελούσαν μία οικονομική ενότητα και η εφεσίβλητη πρόκειται να τα εκμεταλλευτεί ενιαία.
Συνεπώς η εκχωρηθείσα προς το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." εις βάρος της εφεσίβλητης εταιρείας, αν και είναι εν μέρει υπαρκτή, όσον αφορά τα μισθώματα από την εκμίσθωση του ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... αγροτεμαχίου, εκτάσεως 18.390,00 τ.μ., μετά του επ' αυτού ισόγειου μεταλλικού κτιρίου (αποθήκης), επιφάνειας 4.000,00 τ.μ., εντούτοις είναι μη εκκαθαρισμένη, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται το ακριβές ύψος αυτής.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση ανακοπή ... πράξη Ταμειακής Βεβαιώσεως της ..., πρέπει να ακυρωθεί κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού της εφεσίβλητης Εταιρείας, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε, κατά τον ίδιο τρόπο και ακύρωσε την Ταμειακή Βεβαίωση ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί και γι' αυτό ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος στον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί....".
Με τον ενιαία προβαλλόμενο λόγο της αίτησής του, που αναφέρεται ρητώς στους αριθμ. 1β' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι α)παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με τις παραδοχές του και β) δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω των ανεπαρκών ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών του και γ) ότι, επιπλέον, λόγω των προαναφερόμενων πλημμελειών του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (παραπέμποντας έτσι, όπως εκτιμάται, και στον με αριθμό 1α' λόγο σε συνδυασμό με τον 1β' λόγο του άρθρου 559 ΚΠολΔ), εκθέτοντας ειδικότερα ότι: "Τo Μονομελές Εφετείο Αθηνών κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, άλλως με έλλειψη νόμιμης βάσης, παράθεση ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας μη νόμιμα αφενός μεν δέχθηκε ότι "το μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο στο ποσό των 66.250,00 € για το πρώτο έτος της μισθώσεως (ήτοι από την 1η Ιουνίου 2008 έως την 31η Μαΐου 2009), καθορίστηκε ως ενιαίο και για τα δύο ακίνητα, τα οποία, και κατά τη σύμβαση της μισθώσεως, αποτελούσαν μία οικονομική ενότητα", αφετέρου δε έκρινε ότι "η εκχωρηθείσα προς το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." εις βάρος της εφεσίβλητης εταιρείας, αν και είναι εν μέρει υπαρκτή, όσον αφορά τα μισθώματα από την εκμίσθωση του ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...
αγροτεμαχίου, εκτάσεως 18.390,00 τ.μ., μετά του επ' αυτού ισόγειου μεταλλικού κτιρίου (αποθήκης), επιφάνειας 4.000,00 τ.μ., εντούτοις είναι μη εκκαθαρισμένη, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται το ακριβές ύψος αυτής". Το Δικαστήριο εάν προέβαινε σε εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, άλλως σε ορθή και πλήρως αιτιολογημένη κρίση έπρεπε να δεχθεί ότι επειδή από την από 13.5.2008 σύμβαση μίσθωσης προκύπτει ότι το μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο στο ποσό των 66.250,00 € για το πρώτο έτος της μισθώσεως (ήτοι από την 1η Ιουνίου 2008 έως την 31η Μαΐου 2009), καθορίστηκε ως ενιαίο και για τα δύο ακίνητα, έπεται ότι αντιστοιχούσε σε καθένα από τα δύο ακίνητα μίσθωμα ανάλογο της έκτασής του.
Επομένως, η εκχωρηθείσα στο Δημόσιο απαίτηση της "...." έναντι της αναιρεσίβλητης για την εκμίσθωση του ακινήτου με εμβαδό 18.390 τ.μ. είναι πλήρως εκκαθαρισμένη και το ύψος αυτής που αντιστοιχεί σε καθένα από τα ακίνητα προκύπτει από αυτήν την ίδια την από 13.5.2008 σύμβαση μίσθωσης σε συνδυασμό με την έκταση καθενός εξ αυτών και δεν χρειαζόταν να εξειδικεύεται ποσοτικά ανά ακίνητο στη δήλωση εκχώρησης της εκχωρήτριας.
Συνεπώς, έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη με το να κρίνει ως μη εκκαθαρισμένη την εκχωρηθείσα απαίτηση. Προσέτι ακόμη και στην περίπτωση που δεχθούμε πράγματι ότι το ακίνητο των 4.000 τ.μ. δεν ανήκε στην εκμισθώτρια-εκχωρήτρια εταιρεία (πράγμα το οποίο αρνούμεθα), η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, καθόσον ενώ δέχθηκε ότι η σύμβαση μίσθωσης ήταν υπαρκτή και μάλιστα (όπως ομολογεί και η αντίδικος στην ανακοπή της) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (από 1η Ιουνίου 2008 έως την 31η Δεκεμβρίου 2008) έγινε από την αναιρεσίβλητη απρόσκοπτη χρήση και των δυο μισθωμένων από αυτήν ακινήτων, είτε με τον έναν τρόπο, είτε με τον άλλο τρόπο, και συνεπώς, αποδεδειγμένα, δεν υπέστη αυτή καμία βλάβη στην επιχείρησή της, (ούτε ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο), έστω και αν δεχθούμε ότι τα δυο ακίνητα αποτελούσαν πράγματι μια οικονομική ενότητα, μη νόμιμα (η απόφαση) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν εκκαθαρισμένη η εκχωρηθείσα απαίτηση.
Αντίθετα, εφόσον δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αν προέβαινε σε εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήτοι αν ερμήνευε κατά τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ την από 13.5.2008 σύμβαση μίσθωσης και σύμφωνα με τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις ή αν υπήγαγε τα προπεριγραφόμενα πραγματικά περιστατικά στους παραπάνω κανόνες ή άλλως αν προέβαινε σε ορθή αιτιολογία έπρεπε να περιορίσει την εκχωρηθείσα απαίτηση, αναλογικά στην μισθωτική αξία του ακινήτου των 18.390 τ.μ., όπως αυτή προκύπτει από την από 13.5.2008 σύμβαση μίσθωσης".
Πλην, όμως - και ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε ενώ σε κάθε περίπτωση αυτός είναι απαράδεκτος και κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (και, ειδικότερα ως προς το ότι "το μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο ............, καθορίστηκε ως ενιαίο και για τα δύο ακίνητα, τα οποία, και κατά τη σύμβαση της μισθώσεως, αποτελούσαν μία οικονομική ενότητα"), που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, δεδομένου ότι το αναιρεσείον συναρτά την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων.
Ακολούθως δε, επικαλούμενο επιμέρους παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και όχι το σύνολο αυτών, επιχειρεί το αναιρεσείον να θεμελιώσει έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ανεπάρκειας, ασάφειας και αντιφατικότητας στις αιτιολογίες της, ενώ αυτές, όπως προκύπτει από το σύνολο τους, όπως παραπάνω εκτίθενται (και όχι όπως επιλεκτικά προβάλλονται από το αναιρεσείον), είναι πλήρεις, σαφείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Καθόσον δε αφορά στην εν τέλει συνάρτηση από το αναιρεσείον των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προσφυγή που θα έπρεπε να γίνει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών για τον αναλογικό με τα τετραγωνικά μέτρα προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του ακινήτου των 18.390 τ.μ. (ώστε να θεωρηθεί εκκαθαρισμένη και ακυρωθεί μερικά, όπως εκτιμάται, η ταμειακή βεβαίωση αναφορικά με την εκχωρηθείσα στο Δημόσιο απαίτηση που αφορά στην ένδικη διαφορά), όπως παραπάνω (στη μείζονα σκέψη) αναφέρεται, ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μεν και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ακόμη και σε προφορικώς καταρτισθείσες συμβάσεις, αλλά, εν προκειμένω, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι διαπιστώθηκε κενό στις σχετικές με το εριζόμενο ζήτημα δηλώσεις βουλήσεως των μερών, αφού ενιαίο επιθυμούσαν να είναι το μίσθωμα, ενώ καθόσον αφορά στην συναρτώμενη με τη μη προσφυγή στους κανόνες αυτούς (ερμηνείας των δικαιοπραξιών) μη προσφυγή στα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τη μισθωτική αξία των ακινήτων, σημειώνεται ότι, όταν αυτά (μίσθια ακίνητα) αποτελούνται από περισσότερα κτίσματα σε αγροτεμάχια, δεν συνιστά στοιχείο της εμπειρικής πραγματικότητας (για να θεωρηθεί δίδαγμα της κοινής πείρας) ότι η αξία αυτή προκύπτει με μόνη αναφορά στα τετραγωνικά μέτρα και τον αναλογικό με αυτά προσδιορισμό της, αλλά συναρτάται και με τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία αυτής (κατάσταση των κατασκευών και κτηριακός εξοπλισμός), προκειμένου να καταστεί προσδιορίσιμη με σαφήνεια και εκκαθαρισμένη η απαίτηση για τμήμα του μισθωθέντος αρχικώς (ως ενιαίου) ακινήτου και, κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όταν έκρινε ότι δεν ήταν εκκαθαρισμένη η απαίτηση του ...
και έκανε δεκτή την ανακοπή. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δύο τελευταίοι ενιαίως προβαλλόμενοι, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, λόγοι της αίτησης αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 αριθμ.2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2019 αίτηση αναίρεσης του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2751/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …... Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ