Legislator Case Law & Legislation
2050/2018 AI generated

2050/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2050/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2050/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 210/2012, Α.Π. 1/2010, ΑΠ 2325/2009).

Keywords

AI generated
infringement action insufficiently substantiated grievance unfair contract terms non-implementation of the offending agreements unpaid licensing royalties failure to state reasons
AI generated
1724/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
1495/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.120/2016 πράξη τη; Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1797/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
1525/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Σταματίκη Μιχαλέτου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
2016/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου-Εισηγήτρια και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2050 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2050/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Βιγκλή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.47ΑΤ/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3139/21-3-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 443/2018.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 3139/21.3.2018 αίτηση-δήλωση του Θ. Κ. του Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 47 AT/2018 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο - με το ελαφρ. της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ- της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο στις 2.3.2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 1325/1972, " 1. Εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, β) υπογραφή του εκδότη, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης της επιταγής, που είναι ακάλυπτη (Α.Π. 1742/2011, Α.Π. 2341/2007).

Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.

Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Επίσης, είναι αδιάφορο αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό χρέος του εκδότη και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και σύρεται επί λογαριασμού άλλου (Α.Π. 91/2013, Α.Π. 90/2013, Α.Π. 88/2013).

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ.

Α.Π. 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 210/2012, Α.Π. 1/2010, ΑΠ 2325/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: " ο εκκαλών κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αυτός στην …, στις 16.10.2010 εξέδωσε τη με αριθμό ...151 - 8 επιταγή ποσού 3.027 ευρώ, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", η οποία την εμφάνισε προς πληρωμή, ως νόμιμη κομίστρια αυτής, στις 22.10.2010, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρύσματος. Δεδομένου ωστόσο, ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από οικονομική αδυναμία, πρέπει να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις των μη ταπεινών αιτίων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β ΠΚ".

Ακολούθως το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ) του ότι: " Στην … στις 16.10.2010 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε την επιταγή με αριθμό ...151 - 8 με ημερομηνία εκδόσεως την 16.10.2010 για να πληρωθεί από την Τράπεζα ..., για το χρηματικό ποσό των 3.027 ευρώ, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕΒΕ", νομίμως περιελθούσα στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής", και επέβαλε στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτές τις, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο που δίκασε διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη, από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση του οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.

α, 27 παρ. 1 του Π.Κ., 79 παρ. 1 του Νόμου 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 1325/1972 και το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α του Νόμου 2408/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της παραβάσεως του νόμου 5960/1933 για επιταγές για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία κατά την ακροαματική διαδικασία αποδείχθηκαν κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 ΠΚ και 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, εκ τούτου δε συνάγεται ότι το δικάσαν Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, δεν περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες διότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι τυπική, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου. Ομοίως αβάσιμη είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αξιολογήθηκαν τα αποδεικτικά μέσα και ότι είναι "εμφανής η τυπικότητα" της προσβαλλομένης διότι στην τελευταία σελίδα αυτής αναγράφεται ότι "...

Γίνεται μνεία ότι μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα και πριν την έκδοση κάθε απόφασης δινόταν ο λόγος σε όλους τους παράγοντες της δίκης", ενώ στην επίδικη υπόθεση δεν εξετάσθηκε κανένας μάρτυρας, ενώ πρόκειται περί - εκ προφανούς παραδρομής - μη διαγραφής εκ του εντύπου στο οποίο αποτυπώθηκε η προσβαλλομένη απόφαση της σχετικής περικοπής.

Η δε επίμαχη υπ' αριθμ. ...151-8 επιταγή, είναι αυτή για την οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ο κατηγορούμενος αναιρεσείων εκδοθείσα στις 16.10.2010, εμφανίσθηκε από το νόμιμο κομιστή της εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή στις 22.10.2010 και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος.

Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει ως τελευταία κομίστρια την εταιρία ... ΑΕΒΕ, ενώ ήταν η εταιρεία με την επωνυμία ... ΑΕ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Τούτο διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της επίδικης επιταγής, η επιταγή αυτή επεστράφη από την τελευταία κομίστρια εταιρία ...

ΑΕ στην εταιρία ... ΑΕΒΕ, η οποία κατέβαλε το ποσό της επιταγής στην άνω τελευταία κομίστρια εταιρία ... ΑΕ μέσω του γραφείου συμψηφισμού και ενεφάνισε αυτή (... ΑΕΒΕ) προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν εξοφλήθηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329,331,333§2,358,364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ίδιου κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.

Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ).

Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρ. 510 παρ.1 στοιχ Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για στήριξη της απόφασης περί ενοχής του δεν αναφέρει και δεν έλαβε υπόψη του το σύνολο των από αυτόν προσκομισθέντων έγγραφων αλλά αρκείται σε 4 έγγραφα. Όμως από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά, προκύπτει ότι προτάσσει του Εισαγγελέως και εντολή της Προέδρου αναγνώσθηκαν η εκκαλουμένη με τα πρακτικά της, τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτήν, καθώς και τα αναφερόμενα στα πρακτικά της προσβαλλομένης έγγραφα, η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων προσδιορίζεται επαρκώς, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιά επακριβώς έγγραφα πρόκειται.

Ο αναιρεσείων στηρίζει την ως άνω αιτίαση του και σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι ο ίδιος δεν προσκόμισε έγγραφα προς ανάγνωση ως αβασίμως διατείνεται. Επομένως η σχετική περί του αντιθέτου αιτίαση του (αναιρεσείοντος) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Οι λοιπές αιτιάσεις ως αναγόμενες σε τοιαύτες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθία των όσων προεκτέθηκαν, οι από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκειμένης ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ πρωτ. 3139/21.3.2018 αίτηση-δήλωση του Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ.

47 AT/2018 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ