Legislator Case Law & Legislation
2050/2017 AI generated

2050/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2050/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2050/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων με την από 20.6.2014 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτησή του, η οποία εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής αντιμισθίας ως συνδίκου πτωχεύσεως.

Keywords

AI generated
agricultural enterprise operation privatisation public takeover bid detoxification clinic sale of business enterprise company buyout
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2050 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2050/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Ν., δικηγόρου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητα του δικηγόρου. Περί αναιρέσεως: της υπ’ αριθμ. 1066/18-3-2016 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Πολιτικού Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1066/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρεσείων με την από 20.6.2014 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτησή του, η οποία εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής αντιμισθίας ως συνδίκου πτωχεύσεως.

Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 25/2015 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την αίτησή του κατά ένα μέρος, ενώ η κατ’ αυτής έφεσή του απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη με την υπ’ αριθ. 1066/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται παραδεκτά από τον αιτούντα η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου (άρθρο 769 ΚΠολΔ).

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 551, 556, 612, 632 και 637 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 81 του Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", ο οποίος εφαρμόζεται για τις διαδικασίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή από την 16.9.2007 (άρθρο 180, 182 παρ. 1 του νόμου τούτου), ο σύνδικος της πτώχευσης, αν η διαδικασία αυτής προβλέπεται μακρά, μπορεί να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστήριο, δηλαδή το πολυμελές πρωτοδικείο, μετά από έκθεση του εισηγητή, προσωρινή αντιμισθία η οποία θα συνυπολογισθεί στην οριστική αντιμισθία, που θα του επιδικασθεί, μετά τη λήξη του λειτουργήματός του και την παροχή λογοδοσίας απ’ αυτόν. Για το ορισμένο της αγωγής δεν χρειάζεται ξεχωριστή αποτίμηση κάθε ενέργειας του συνδίκου, ούτε απαιτείται κάτι τέτοιο για την απόφαση του δικαστηρίου, το οποίο και λαμβάνει υπόψη, όσον αφορά τον καθορισμό της αντιμισθίας του συνδίκου, τη διάρκεια και το είδος των ενεργειών του, την αναγκαιότητα και αποτελεσματικότητα τους για την πρόοδο της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και την έκταση της πτωχευτικής περιουσίας, αυτά δε ισχύουν και όταν ο σύνδικος, κατά το χειρισμό των πτωχευτικών υποθέσεων, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, για τις οποίες δεν δικαιούται να αξιώσει τα ελάχιστα όρια αμοιβής που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 859/1998, ΑΠ 53/1995).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ. 2203/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ορίστηκε ως ημέρα παύσης των πληρωμών της η 18η Απριλίου 1994. Με την ίδια απόφαση διορίστηκε ως προσωρινός σύνδικος της πτώχευσης η δικηγόρος Αθηνών Α.

Δ. και ακολούθως, με την πρόοδο των διαδικασιών της πτώχευσης και μετά από διαδοχικές αντικαταστάσεις, με την υπ’ αριθμ. 833/22-92010 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, διορίστηκε ως σύνδικος της ένωσης των πιστωτών της ο αιτών δικηγόρος Αθηνών. Ο τελευταίος ανέλαβε τα καθήκοντά του και ασκεί το λειτούργημα του από του διορισμού του, στα πλαίσια του οποίου προέβη στις κατωτέρω, αναφερόμενες και στην αίτησή του, εξώδικες και δικαστικές ενέργειες για την προώθηση της πτωχευτικής διαδικασίας.

Ειδικότερα, αφού ενημερώθηκε για τις εργασίες της πτώχευσης, από τη μελέτη του φακέλου της και από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα, διενήργησε έλεγχο των τίτλων των πέντε αγροτεμαχίων της πτωχευτικής περιουσίας, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της Χαλκίδας, προς διαπίστωση της ύπαρξης και της ακριβούς νομικής κατάστασης των ακινήτων.

Ακολούθως, στα πλαίσια της σκοπούμενης εκποίησής τους, αναζήτησε και συναντήθηκε με μεσίτες της περιοχής, μεταβαίνοντας εκεί αυτοπροσώπως. Στις 17-1-2011 υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 14-1-2011 και με αριθμό κατάθεσης .../2011 αίτηση νια να του χορηγηθεί άδεια εκποιήσεως των εν λόγω αγροτεμαχίων και στις 13-4-2011 παρέστη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, για την οποία συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις.

Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 788/2011 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, μετά από σχετική κλήση του, αφού προσδιορίστηκε η μετ’ απόδειξη συζήτηση της αίτησής του στις 10-10-2012, όπου επίσης παρέστη ο αιτών-αφού συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις-εκδόθηκε η υπ ‘ αριθμ. 240/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η αίτησή του και χορηγήθηκε στον αιτούντα-σύνδικο η άδεια εκποίησης των ανωτέρω πέντε αγροτεμαχίων της πτωχής. Μετά ταύτα ο αιτών υπέβαλε ενώπιον του Εισηγητή της πτώχευσης την από 27-5-2013 και με αριθμό κατάθεσης .../18-6-2013 αίτησή του, για του χορηγηθεί και από αυτόν η απαιτούμενη άδεια εκποίησης των αναφερομένων στην άνω απόφαση ακινήτων, η οποία του χορηγήθηκε με την από υπ’ αριθμ. ...20-6-2013 έκθεση του Εισηγητή.

Στο μεταξύ, στις 22-2- 2011, είχε παραστεί ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 16-2-2004 προσφυγής που είχε ασκήσει ο προηγούμενος σύνδικος της πτώχευσης Π. Μ., η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 11683/2011 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα 17°). Μεταγενέστερα, στις 18-10-2013 ο αιτών υπέβαλε, μέσω δικηγόρου Χαλκίδας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από 19-6-2013 αίτηση για αναγνώριση της πτωχής εταιρίας ως δικαιούχου αποζημιώσεως, που είχε καθοριστεί με την υπ’ αριθμ. 194/208 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) για την απαλλοτρίωση τμημάτων των τεσσάρων εκ των ανωτέρω πέντε αγροτεμαχίων, για την διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Σχηματαρίου- Χαλκίδας.

Η άνω αίτηση συζητήθηκε στις 24-1-2014 και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 36/2014 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, λόγω μη κλήτευσης ενυποθήκων δανειστών, η περαιτέρω όμως πορεία της υπόθεσης δεν προκύπτει. Στο μεταξύ ο αιτών, εντός του χρονικού διαστήματος από 2- 12-2013 έως και 3-2-2014, επιχείρησε πέντε φορές να εκποιήσει τα προαναφερόμενα αγροτεμάχια της πτωχής εταιρίας, πλην όμως ανεπιτυχώς, λόγω της έλλειψης ενδιαφερομένων αγοραστών.

Κατόπιν τούτου υπέβαλε, την από 7-2-2014 αίτησή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια εκποίησής τους με μειωμένο τίμημα κατά ποσοστό 90%. Η ανωτέρω αίτηση, μετά από ματαίωσή της κατά την αρχική δικάσιμο και αφού επαναφέρθηκε με κλήση του αιτούντος, συζητήθηκε στις 26-3-2014 και έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 390/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Μετά ταύτα ο αιτών, αφού έλαβε την απαιτούμενη άδεια από τον Εισηγητή της πτώχευσης, απασχολήθηκε επισταμένως, συνεργαζόμενος και με μεσίτες, προκειμένου να ανεύρει υποψηφίους αγοραστές για τα ανωτέρω πέντε αγροτεμάχια και για το σκοπό αυτό επανειλημμένως μετέβη και ο ίδιος από την Αθήνα στη Χαλκίδα.

Οι προσπάθειές του αυτές είχαν αποτέλεσμα, καθόσον ανευρέθησαν αγοραστές και συγκεκριμένα οι Σ. Ά. και Σ. Κ., στους οποίους κατακυρώθηκαν τα πέντε αγροτεμάχια, αντί συνολικού τιμήματος 73.500 ευρώ. Περαιτέρω ο αιτών προέβη σε όλες τις προαπαιτούμενες ενέργειες προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των ακινήτων και συγκεκριμένα επικοινώνησε με τη συμβολαιογράφο Αθηνών Α.

Λ. και τους αγοραστές, έλαβε από το Πρωτοδικείο Αθηνών την υπ’ αριθμ. .../2014 κατακυρωτική έκθεση, προσκόμισε αυτή, όπως και την υπ’ αριθμ. .../2014 έκθεση του Εισηγητή της πτώχευσης στην άνω συμβολαιογράφο και τέλος επιμελήθηκε για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών από το Υποθηκοφυλακείο Χαλκίδας.

Στις 19-6- 2014 καταρτίστηκε το υπ ‘ αριθμ. .../2014 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, δυνάμει του οποίου και παρισταμένου του αιτούντος, μεταβιβάστηκαν τα εν λόγω ακίνητα της πτωχής στους Σ. Ά. και Σ. Κ.. Κατόπιν τούτων, λαμβάνοντας υπόψη το είδος, τον αριθμό και τη διάρκεια των παραπάνω ενεργειών και εργασιών του αιτούντος συνδίκου, την αναγκαιότητα και την αποτελεσματικότητά τους για την εξακρίβωση και την εξασφάλιση του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας και την πρόοδο της πτώχευσης, την ταχύτητα με την οποία ενήργησε και το γεγονός του αυτοπροσώπου χειρισμού των υποθέσεων που απαιτούσαν δικηγόρο, με την ιδιότητά του αυτή, το χρόνο που άσκησε τα καθήκοντά του, την έκταση της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία προαναφέρθηκε, την υπ’ αριθμ. .../2014 έκθεση της Εισηγήτριας της πτώχευσης, η οποία προτείνει τον καθορισμό της ένδικης προσωρινής αντιμισθίας στο ποσό των 35.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, και εκτιμωμένων των προαναφερομένων υπηρεσιών του αιτούντος ελεύθερα και όχι κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αλλά ούτε και με την ιστορούμενη από τον αιτούντα χρονοχρέωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ένδικη προσωρινή αντιμισθία του αιτούντος για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 2-9-2010 έως και 20-6-2014) πρέπει να καθοριστεί στο ποσό 18.450 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, που θα καταβληθεί στον αιτούντα από τα χρήματα της πτώχευσης.

Τούτο δε, ενόψει και του σκοπού, τον οποίο εξυπηρετεί η προσωρινή αντιμισθία, η οποία πρέπει να υπολείπεται του ποσού της οριστικής, διότι, διαφορετικά, θα υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθεί, στην ουσία, ο από το νόμο, κατ "αντιδικία, προσδιορισμός της οριστικής αντιμισθίας, σε περίπτωση που το ποσό της τελευταίας καλυπτόταν από τις έναντι αυτής προκαταβολές της προσωρινής.

Για τον καθορισμό της ένδικης προσωρινής αντιμισθίας η προαναφερόμενη σχετική έκθεση της Εισηγήτριας της πτώχευσης, η οποία ελήφθη υπόψη, δεν είναι δεσμευτική για την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, περαιτέρω, για την αποτίμηση των υπηρεσιών του αιτούντος, δεν είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως προαναφέρθηκε και εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη, ούτε απαιτείται αναλυτική εξειδίκευση του ενεργητικού και του παθητικού της πτωχευτικής περιουσίας, ως και αποτίμηση κάθε επιμέρους ενέργειας του αιτούντος, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο ίδιος με την κρινόμενη έφεσή του, αμφισβητώντας και τον προαναφερόμενο σκοπό της προσωρινής αντιμισθίας, είναι αβάσιμα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο τα ίδια ως άνω έκρινε λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερθέντα κριτήρια και καθόρισε την ένδικη προσωρινή αντιμισθία το επίδικο χρονικό διάστημα στο προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών-αιτών με τους λόγους τις έφεσής του είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα ως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, τους κανόνες των άρθρων 551, 556, 612, 632 και 637 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 81 του Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", ο οποίος εφαρμόζεται για τις διαδικασίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή από την 16.9.2007, διότι η αντιμισθία του αναιρεσείοντος συνδίκου προσδιορίσθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ελεύθερα με κριτήρια την αξία της πτωχευτικής περιουσίας, το χρόνο της απασχόλησης του συνδίκου και το ωφέλιμο αποτέλεσμα της δραστηριότητάς του για τα συμφέροντα της πτώχευσης, ενώ όπου ο αναιρεσείων σύνδικος ενήργησε υπό την δικηγορική του ιδιότητα, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις παρασχεθείσες δικηγορικές υπηρεσίες του, συνεπεία των οποίων η πτώχευση απαλλάχθηκε από την καταβολή αμοιβής σε άλλο δικηγόρο, όμως η αντιμισθία του δεν καθορίζεται με βάση τα εκάστοτε προβλεπόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρα 91, 100 επ.

ν. 3026/1954 και 57, 59, 63 ν. 4194/2013) και ο αναιρεσείων δεν δικαιούται να τα αξιώσει, αφού αυτά ισχύουν ειδικά για την περίπτωση της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών στα πλαίσια εκτελέσεως συμβάσεως αμειβόμενης εντολής. Περαιτέρω, το Εφετείο με το παραπάνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, προσδιορίζοντας ελεύθερα το ύψος της δικαιούμενης από τον αναιρεσείοντα προσωρινής αντιμισθίας με κριτήρια τη διάρκεια και το είδος των ενεργειών του, την αναγκαιότητα και αποτελεσματικότητα τους για την πρόοδο της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και την έκταση της πτωχευτικής περιουσίας, χωρίς όπως προαναφέρθηκε να απαιτείται να γίνεται και αποτίμηση κάθε ενέργειας αυτού ξεχωριστά.

Επομένως, τόσο ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, όσο και ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση του Α. Φ. του Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1066/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ