Legislator Case Law & Legislation
2050/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against municipal land ownership recognition, upholding lower court's rejection of abuse of rights claim.

Case Number 2050/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision recognizing the municipality of Litochoro as the owner of communal lands. The State argued it had known about unauthorized land grants to individuals but remained silent, yet the lower court found this inaction insufficient to prove abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. The court ruled that the State's failure to act did not create unjustified expectations or cause excessive harm to the municipality, thus the conditions for rejecting the claim were not met.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; The court held that the mere inaction of public authorities regarding land grants does not constitute abuse of rights if the resulting change in ownership does not cause excessive harm to the beneficiary.

Keywords

AI generated
abuse of rights municipal ownership communal lands administrative inaction excessive harm civil code article 281 land grants

Cited Legislation

AI generated
Article 13 § 2 of the Provisional Government of Thessaloniki Law 2648/1917
Law 1072/1917
Article 1, paragraph a of Law 2074/1920
Article 12 of Law 1051/1957
Article 281 of the Civil Code
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Decision 119/1982
Decision 250/1988
Decision 411/1991
Decision 157/1993
Decision 2961/1994
Decision 1216/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2050 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2050/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Αθανασούλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Λιτοχώρου Ν. Πιερίας, Ο.Τ.Α. που εδρεύει στο Λιτόχωρο Ν. Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλεξανδρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-1981 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/1982, 250/1988, 411/1991 μη οριστικές, 157/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2961/1994 μη οριστική, 1216/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 11-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-2-2008 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. O πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 13 § 2 του με αριθμό 2648/20-5-1917 δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με το ν. 1072/1917, ορίστηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματά τους χρήσεως έως ότου για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.

Ακολούθως, με το άρθρο 1 εδαφ. α' του ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", ορίστηκε ότι οι γαίες που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98 κλπ του ως άνω τουρκικού νόμου περί γαιών, όπως είναι και οι βοσκήσιμες γαίες, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 του ν. 1051/1957, το οποίο δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 2074/1920 είναι εφαρμοστέο επί των ως άνω εκτάσεων, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα, καθίσταται περιουσία της Κοινότητας, η οποία θα αποτελεστεί από το συνοικισμό αυτό. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, από την ισχύ του ν. 2074/1920, οι κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί, ανέκαθεν, κατά τα άρθρα 97, 98, 100 του νόμου περί γαιών στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που αποτέλεσαν τις κοινότητες αυτές, έστω και αν φέρουν διάφορο όνομα και ότι, επομένως, έπαυσε έκτοτε να υπάρχει επί των γαιών αυτών το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού δημοσίου (ΑΠ 213/1999).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η επίδικη έκταση, 13.095 στρεμμάτων, εκτείνεται ανατολικά και βορειοανατολικά της πόλεως του Λιτοχώρου Νομού Πιερίας, στη συνέχεια του οικισμού της. Καλύπτεται και καλυπτόταν στο παρελθόν από χορτολιβαδική βλάστηση σε ποσοστό 95% περίπου, ενώ στο δυτικό όριο της καλύπτεται από δασική βλάστηση, κυρίως θαμνώδους πρίνου.

Στο νότιο τμήμα της σήμερα υπάρχουν γεωργικά καλλιεργούμενες εκτάσεις κατά θέσεις. Απεικονίζεται στο από 15-10-1940 τοπογραφικό διάγραμμα της κατά το άρθρο 1 του ν. 4108/1929 πρωτοβάθμιας επιτροπής καταρτίσεως των κοινοτικών κτηματολογίων και στο από 26-6-1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού..., το οποίο αποτελεί αντίγραφο του πρώτου διαγράμματος, συμπληρωμένο μόνο ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία και περιοχές, όπως έχει διαμορφωθεί μετά τις παραχωρήσεις από το Δήμο Λιτοχώρου προς το Τ.ΕΘ.Α.

Αποτελεί το αριθ. 12 κτήμα του ενάγοντος Δήμου, αναφερόμενο και περιγραφόμενο στο κτηματολόγιο τούτου ως "κτήμα (βοσκή) κείμενον κάτωθι του χωρίου Λιτοχώρου εκτάσεως 13.543 στρεμμάτων συνορευόμενον γύρωθεν με ρέμμα, με δάσος, με ιδιοκτησίες Λιτοχωριτών θέσεως Παληοπόρου, με θέση Πέλλα, με σιδηροδρομικήν γραμμήν, με Αμπελώνας, με Γυμναστήριον, με Άλσος Κοινότητας και με Συνοικισμόν Λιτοχώρου".

Στο εν λόγω κτηματολόγιο, που συνετάγη στις 15-10-1940 από την κατά το άρθρο 1 του Νόμου 41081929 πρωτοβάθμια επιτροπή καταρτίσεως των κοινοτικών κτηματολογίων, προεδρευομένης από τον Ειρηνοδίκη Πιερίας, αναφέρεται, ότι ανήκει στην Κοινότητα και κατέχεται από αυτή προ αμνημονεύτων χρόνων. Με τα δωρητήρια συμβόλαια ...

του συμβολαιγράφου Κατερίνης Κων/νου Λιάκου, ...του συμβολαιογράφου Κατερίνης Ιωάννου Μοσχονά, ...του συμβολαιογράφου Κατερίνης Ζήση Κωστίκου, ... του ιδίου και ... του συμβολαιογράφου Κατερίνης Μιχαήλ Διατσίδου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο Δήμος Λιτοχώρου δώρησε στο Ταμείο Εθνικής Αμύνης (Τ.ΕΘ.Α.) εκτάσεις από το ανωτέρω επίδικο 12 κτήμα, εμβαδού 70.000 τ.μ., 247.085 τ.μ., 27.943 τ.μ., 63.750 τ.μ.

και 46.390 τ.μ., αντίστοιχα, και απέμεινε εξ αυτού η επίδικη έκταση των 13.095 στρεμμάτων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής και από αμνημόνευτο χρόνο πριν την απελευθέρωση του έτους 1912, είχε αφεθεί από τις Τουρκικές Αρχές στην κοινή χρήση των κατοίκων του συνοικισμού Λιτοχώρου, οι οποίοι διατηρούσαν τότε δεκάδες χιλιάδες αιγοπρόβατα και το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για την βόσκηση τούτων.

Το γεγονός αυτό προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, ... ..., ..., ... και ..., που περιέχονται στην αριθ. 47/1983 Εισηγητική Έκθεση. Ο πρώτος τούτων γεννήθηκε το έτος 1905, ο δεύτερος το 1907, ο τρίτος το 1908, ο τέταρτος το 1927 και ο πέμπτος το 1917. Όλοι εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέτουν ότι το επίδικο χρησιμοποιείτο ανέκαθεν και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος και ότι από διηγήσεις των πατέρων και παππούδων τους, αλλά και των γεροντότερων κατοίκων του Δήμου είχαν ακούσει ότι το επίδικο το είχαν αφήσει οι Τουρκικές Αρχές για να βόσκουν τα ζώα τους οι κάτοικοι του χωριού, δεν επέτρεπαν την καλλιέργεια εντός αυτού, για να προστατεύσουν την κτηνοτροφία, δεν επέτρεπαν τη βοσκή ξένων κοπαδιών και δεν παραχωρούσαν τμήματα του για καλλιέργεια σε όσους τα ζητούσαν.

Επίσης, ότι τότε στο Λιτόχωρο υπήρχε επιτροπή (Δημογεροντία), η οποία επέβαλε τέλος βοσκής στους κτηνοτρόφους. Οι καταθέσεις τους ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα δεν αναιρούνται από αυτές των μαρτύρων του Δημοσίου, οι οποίοι δεν έχουν γνώση για την κατάσταση του επιδίκου πριν το έτος 1920. Ο εξ αυτών μάλιστα ...μεταφέρει πληροφορίες ότι την εποχή της Τουρκοκρατίας κάτοικοι του Λιτοχώρου έβοσκαν στο επίδικο τα ποίμνιά τους.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι κάτοικοι του συνοικισμού Λιτοχώρου, ο οποίος μετατράπηκε σε κοινότητα το έτος 1914 και μετέπειτα σε Δήμο, δεν χρησιμοποιούσαν την επίδικη έκταση ως κοινόχρηστο βοσκότοπο εν αγνοία των Τουρκικών Αρχών, από αμνημόνευτο χρόνο, αλλά το τουρκικό κράτος την είχε αφήσει στην κοινή χρήση τους εν γνώσει του και με το σκοπό να χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος.

Συνεπώς ο ενάγων Δήμος έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 2074/1920 "περί των εν ταις Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών", οι βοσκήσιμοι γαίες, οι οποίες είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τις διατάξεις των άρθρων 94, 95, 96, 98 εδ. 1, 100, 101, 102 του από 7 Ραμαζάν 1274 του 1856 τουρκικού νόμου περί γαιών, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί και παραχωρούνται κατά πλήρη κυριότητα στην κατοχή τους και αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.

Κατά δε το άρθρο 12 του Ν. 1051/1917, που εφαρμόζεται για τις εκτάσεις αυτές (άρθρο 2 Ν. 2074/1920), τα ακίνητα που ήταν προορισμένα προς κοινή χρήση και βρίσκονται μέσα στην περιφέρεια του συνοικισμού που ενώθηκε σε Δήμο η Κοινότητα, περιέρχονται στην κυριότητα του Δήμου ή της Κοινότητας. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι ο Δήμος Λιτοχώρου επί δεκαετίες, μετά το 1920, επέβαλε τέλη βοσκής στους κτηνοτρόφους, από δε την δεκαετία 1950 και έκτοτε τέλη αμμοληψίας, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποφάσεις.

Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου Δημοσίου ότι το επίδικο αποτελούσε δάσος και περιήλθε στην κυριότητά του ως διαδόχου του οθωμανικού Δημοσίου, είναι ουσιαστικά αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ουσιώδη ζητήματα ότι η επίδικη έκταση, 13.543 στρεμμάτων, η οποία αποτελούσε μέρος μείζονος εκτάσεως, κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής και από αμνημονεύτου χρόνου πριν την απελευθέρωση του έτους 1912, είχε αφεθεί από τις τουρκικές αρχές στη κοινή χρήση των κατοίκων του συνοικισμού Λιτοχώρου Πιερίας, ο οποίος μετατράπηκε σε κοινότητα το έτος 1914, προκειμένου να βοσκήσουν σ' αυτή το μεγάλο αριθμό αιγοπροβάτων που διατηρούσαν τότε οι κάτοικοι του συνοικισμού και ότι έκτοτε η κοινότητα Λιτοχώρου και μετέπειτα ο αναιρεσίβλητος Δήμος ενεργούσαν ως κύριοι της μείζονος εκτάσεως με πλείστες πράξεις, οι οποίες λεπτομερώς και χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσίβλητο Δημόσιο υποστηρίζαν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001).

Οι δε πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990, ΑΠ 65/2005). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Έτσι, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1878/2007, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 65/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όταν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Έτσι, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, σε σχέση με την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι ο ενάγων Δήμος αν και γνώριζε δεν αντέδρασε, όταν αυτό προέβη στις εξής πράξεις επί του επιδίκου και συγκεκριμένα:

α) Με τη διαταγή του Υπουργείου Γεωργίας 97199/1891/17-6-1964 παραχωρήθηκαν 180 στρέμματα στο Τ.Εθ.Α. για την εγκατάσταση στρατοπέδου, β) Με την 159127/4502/3-8-1967 όμοια διαταγή παραχωρήθηκαν 9.435 τ.μ. στο Τ.ΕΘ.Α. για την επέκταση αεροδιαδρόμου, γ) με την ΕΠ 118/29/20-5-1981 όμοια διαταγή παραχωρήθηκαν 160.122 τ.μ. στο Τ.ΕΘ.Α. για τις ανάγκες του, δ) με την ΕΠ 145/23/2-6-1981 διαταγή παραχωρήθηκαν 1.747.080 τ.μ.

στο Τ.ΕΘ.Α. για τις ανάγκες του, ε) με την 37/1963 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων παραχωρήθηκαν από 15 στρέμματα σε 229 ακτήμονες, 23 δικαιούχους επαγγελματικού κλήρου, καθώς και σε άλλους 7 ακτήμονες ως κλήροι συντηρήσεως και ότι σε πολλές από τις εκτάσεις αυτές έχουν ανεγερθεί κτίσματα. Ακόμη ότι, παραχωρήσεις σε δικαιούχους με καταβολή αποζημιώσεως έγιναν με αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης τα έτη 1970, 1974 και 1980, στ) με το ...

παραχωρητήριο το Δασαρχείο παραχώρησε τα έτη 1939-1940 εννέα (9) στρέμματα στον ...., 16.800 τ.μ. στον ...το έτος 1939 και επίσης οκτώ (8) άλλες παραχωρήσεις σε ιδιώτες από το 1938 έως το 1966, ζ) το έτος 1972 παραχώρησε 30.000 τ.μ. στον ενάγοντα για δημιουργία γυμναστηρίου, η) έχει μισθώσει λατομείο 10 στρεμμάτων στον ..., θ) έχει εγκαταστήσει εργοστάσιο ξυλείας, ι) απέβαλε το 1979 τον ενάγοντα με πρωτόκολλο από 9.910 τ.μ., ια) έχει εκδόσει άλλα 400 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής κατά ιδιωτών, ιβ) από το έτος 1987 έχει ανεγερθεί εντός του επιδίκου το Κέντρο Υγείας και ιγ) ο ενάγων δεν διεκδίκησε αποζημίωση για απαλλοτρίωση μέρους του επιδίκου, κατά τη διάνοιξη της Εθνικής Οδού.

Επί των ισχυρισμών αυτών αποδεικνύονται, ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην 57/1997 Εισηγητική Έκθεση και την από 31-10-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., τα εξής: Για κάποιες παραχωρήσεις σε ακτήμονες η τότε Κοινότητα Λιτοχώρου διαμαρτυρήθηκε προς τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας (σχετ. ...

έγγραφο). Για δε τις παραχωρήσεις προς το Τ.ΕΘ.Α., διαμαρτυρήθηκε προς το Υπουργείο Γεωργίας ο Δήμος Λιτοχώρου με τα ..., ... έγγραφα και με το .... έγγραφο προς τον Νομάρχη Πιερίας. Επίσης με την από 24-6-1981 επιστολή προς τον Υπουργό Γεωργίας και με την 1998/1-7-81 όμοια. Περαιτέρω η ως άνω έκταση των 30.000 τ.μ. για την δημιουργία γυμναστηρίου και η έκταση των 9.910 τ.μ.

απ' όπου αποβλήθηκε ο Δήμος, βρίσκονται εκτός του επιδίκου (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Από τα 156 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής που έχουν εκδοθεί τα 91 μόνο αφορούν εκτάσεις εντός του επιδίκου. Όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες, οι αποβολές είναι τυπικές και δεν έγιναν ουσιαστικά. Οι δε μάρτυρες του ενάγοντος αναφέρουν ότι δεν γνώριζε γι' αυτές ο Δήμος.

Οι τελευταίοι επίσης καταθέτουν ότι ο ενάγων γνώριζε για παραχωρήσεις εκτάσεων σε ακτήμονες, πλην όμως δεν αντέδρασε για το λόγο ότι έγιναν σε κατοίκους του Λιτοχώρου και ο Δήμος δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τα έξοδα της διαδικασίας παραχώρησης από τον ίδιο ούτε μπορούσε να υλοποιήσει νομικά την παραχώρηση σε ακτήμονες που αντιμετώπιζαν οξύ πρόβλημα.

Επίσης καταθέτουν ότι ο Δήμος δεν ζήτησε αποζημίωση για την απαλλοτρίωση μέρους του επιδίκου, προς κατασκευή της Εθνικής Οδού, διότι η αποζημίωση ήταν πολύ μικρή και το έργο χρήσιμο. Για δε το Κέντρο Υγείας ότι συναίνεσε λόγω της χρησιμότητάς του. Τέλος ότι το εργοστάσιο ξυλείας πρόκειται να μεταφερθεί στη βιομηχανική ζώνη, ότι οι εκτάσεις που παραχώρησε το Δημόσιο στο Τ.ΕΘ.Α.

χρησιμοποιούνται βοηθητικά και δεν έχουν κτίσματα. Οι καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου ότι για όλες τις παραπάνω πράξεις ο ενάγων γνώριζε και αδράνησε, δεν κρίνονται πειστικές. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι από την προσήκουσα συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων δεν βεβαιώνεται αδράνεια των οργάνων του ενάγοντος και δη τέτοια ώστε να δημιουργήσει στα αρμόδια όργανα του Δημοσίου εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκούσε τα δικαιώματά του στο επίδικο, λαμβανομένου υπόψη ότι πολλές από τις πράξεις αυτές έγιναν την τελευταία διετία προ της ασκήσεως της αγωγής.

Σε κάθε περίπτωση εάν αναγνωρισθεί η κυριότητα του ενάγοντος δεν θα ανατραπεί δημιουργηθείσα κατάσταση σε τέτοιο βαθμό ώστε να επέλθουν επαχθείς συνέπειες στο εναγόμενο, τις οποίες άλλωστε δεν επικαλείται αναλυτικά. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια και τους σκοπούς του άρθρου 281 Α.Κ.

και κατόπιν τούτου απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, δέχτηκε την ασκηθείσα από τον ενάγοντα έφεση και δέχτηκε την ένδικη αγωγή, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού με βάση τα γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, με το να δεχτεί ότι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου δεν θα ανατρέψει τη δημιουργηθείσα κατάσταση σε τέτοιο βαθμό ώστε να επέλθουν επαχθείς συνέπειες σε βάρος του εναγομένου.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1216/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ