2050/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2050/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, η ποιοτική αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως για να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, άλλως είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα.
Full text
Απόφαση 2050 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2050/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..... 2. ..... και 3. .... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκαίο Βγενόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: ..... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Τάπογλου και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 16-5-2006 και κληρονομήθηκε από τους: 1...... 2. ..... και 3. ..... οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Οι 2η και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Τάπογλου και η πρώτη εκροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-1979 αγωγή του αρχικού αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 401/1980 προδικαστική,133/1998 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 41/1999 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 230/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 205/2001 απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 941/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 84/2005 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 26-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ποιοτική αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως για να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, άλλως είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα.
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στην υπό του άρθρου 25 του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της Αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, αλλά ελέγχει τις αποφάσεις ως προς τα σφάλματά τους κατά την εφαρμογή των νόμων, ως βάση δε για τον έλεγχο αυτών λαμβάνεται η νομική κατάσταση της υπόθεσης στην οποία εκδόθηκε η ελεγχόμενη απόφαση κατόπιν των πραγματικών ισχυρισμών που έχουν τεθεί υπόψη του ουσιαστικού δικαστηρίου Συνακόλουθα, ο από την προαναφερόμενη διάταξη πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, λόγω μη ακριβούς περιγραφής του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, που αποτελεί το λόγο αυτό της αναίρεσης, δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, με λόγο έφεσης (άρθρ 520 ΚΠολΔ), από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες.
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Εξάλλου, δημιουργείται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ολικά ή μερικά, που εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ΄ επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της.
Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι με την 144/1975 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία επικυρώθηκε με την 337/1978 απόφαση του Εφετείου Πατρών, διατάχθηκε, λόγω του ανέφικτου της διανομής του, η δια πλειστηριασμού πώληση, μεταξύ των άλλων, και του με αριθ. 6 κοινού ακινήτου, που περιγράφεται στην 673/1973 προδικαστική απόφαση του ανωτέρω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως " αγρός ποτιστικός μετά της εν αυτώ ανωγείου οικίας, εκτάσεως 5 στρεμμάτων, κείμενος εις θέσιν .....
της περιφέρειας του χωρίου ..... και συνορευόμενος ανατολικώς με αγρόν πρώην ..... δυτικώς με δρόμον, αρκτικώς με αγρόν πρώην κληρονόμων ..... και ήδη ..... και μεσημβρινώς με άμπελον πρώην .... και ήδη ..... ".Το ακίνητο αυτό, που εκπλειστηριάσθηκε με την ...... έκθεση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφου Γεωργίου Τσιβιλή, και κατακυρώθηκε στους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, εκδόθηκε δε η 5317/1979 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, που μεταγράφηκε, περιγράφεται, όπως στο με αριθμ.....
πρόγραμμα δημόσιου εκούσιου πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ....., ως "αγρός ποτιστικός ,μετά της εν αυτώ ανωγείου οικίας και των εν αυτώ δένδρων και πάσης φύσεως δένδρων.... εκτάσεως 5 περίπου στρεμμάτων και συνορευομένου γύρωθεν...κατά τα σημερινά όρια Ανατολικώς με καρόδρομο ....., Δυτικώς με ελαιοστάσιον ...., Αρκτικώς με ιδιοκτησίας ...., ...., ..., ....
και μεσημβρινώς με κοινοτική οδόν ....". Το ακίνητο, του οποίου διατάχθηκε η διανομή με πλειστηριασμό, δεν ταυτίζεται απολύτως με το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε, αλλά στο δεύτερο συμπεριλήφθηκε εσφαλμένα και το επίδικο τμήμα, που ευρίσκεται νοτίως του με αριθ. 6 ακινήτου. Το επίδικο αποτελεί το προς νότο όριο του κοινού, με αριθ. 6 ακινήτου και αναφέρεται ως ιδιοκτησία "πρώην ....
και ήδη ...." ήτοι των παππού και πατέρα, αντίστοιχα, του ενάγοντος οι οποίοι έφεραν και το επώνυμο αυτό. Το επίδικο ακίνητο παραχώρησε στον ενάγοντα ο πατέρας του, πριν τον κατά το έτος 1939 θάνατό του, ο δ΄ εν λόγω διάδικος έκτοτε και μέχρι τον εκπλειστηριασμό και την κατακύρωση στους εναγομένους το κατείχε συνεχώς, χωρίς να ενοχληθεί με τη θέλησή του να είναι κύριος(μέχρι την 23-2-1946 με την πεποίθηση ότι κατέχοντάς το ευρίσκεται εντός των πλαισίων του νόμου χωρίς να παραβλάπτει τα δικαιώματα τρίτων, με τη διενέργεια των αναφερόμενων στην πληττόμενη απόφαση πράξεων νομής, και έτσι έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία, οι δε οι εναγόμενοι, ως υπερθεματιστές, δεν απέκτησαν την κυριότητα τούτου, αφού επ΄ αυτού δεν είχαν δικαίωμα διανομής οι μετέχοντες στη δικαστική διανομή διάδικοι, των οποίων η συγκυριότητα περιοριζόταν στο περιγραφόμενο στην απόφαση περί διανομής με αριθ.6 ακίνητο εμβαδού 5 στρεμμάτων, ενώ το περιγραφόμενο στην περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης ανέρχεται σε 8.220,72 τ.μ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου, η οποία ως βάσης της είχε την κτήση της κυριότητας επ΄ αυτού με έκτακτη χρησικτησία, και, όπως στο διατακτικό της προσβαλλόμενη απόφασή του διαλαμβάνεται, αναγνωρίσθηκε ο εν λόγω διάδικος κύριος, "ενός ακινήτου που ευρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πατρέων, εμβαδού 3.220,72 τ.μ.
και συνορεύει βορείως και δυτικώς με ακίνητο εναγομένων, νοτίως με ιδιοκτησία ....(πρώην ....) και κοινοτική οδό ..... και ανατολικά με πρώην καρόδρομο και ήδη οδό ....".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος λόγος, πρώτο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι με τον ίδιο λόγο, δεύτερο μέρος, από την αυτή διάταξη, αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι οι δεν αιτιολογούνται πλήρως οι παραδοχές του Εφετείου, ότι το επίδικο ακίνητο έχει προς μεσημβρία πρόσωπο και σε δεύτερο δρόμο, ότι έχει ανατολικό όριο μόνο πρώην καρόδρομο και ήδη οδό ....., γιατί ο ενάγων παρέλειψε να αναφέρει ως σύνορο του ακινήτου προς νότο την οδό ...., γιατί αυτό που αναγνωρίσθηκε με την απόφαση δεν συνορεύει με εδαφικό τμήμα που συνορεύει πέραν του δρομίσκου και με το υπόλοιπο εκπληστηριασθέν, όπως με την αγωγή ζητήθηκε, καθώς και ότι δεν αιτιολογεί την κρίση της γιατί το επιδικασθέν δεν ταυτίζεται, ως προς τα όρια ,με εκείνα που στην αγωγή αναφέρονται και ότι δέχθηκε διάφορο προσανατολισμό του επίδικου ακινήτου, αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις καθώς και στην περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, γιαυτό και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης περιέχει αντιφατικές και ασαφείς διατάξεις, διότι δεν προσδιορίζεται η ακριβής θέση του επιδίκου και το σχήμα του, με μνεία των πλευρικών του διαστάσεων, με συνέπεια η εκτέλεσή της να επιδέχεται πολλές ερμηνείες και εφαρμογές΄, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η ανωτέρω διάταξη της πληττόμενης απόφασης, με την οποία γίνεται περιγραφή του ακινήτου του οποίου αναγνωρίζεται κύριος ο ενάγων, είναι σαφής τόσο ως προς την τοποθεσία του επίδικου ακινήτου, όσο και ως προς τα όρια αυτού και δεν περιέχει καμία αντίφαση ως προς τα στοιχεία αυτά της ταυτότητας του εν λόγω ακινήτου, ώστε, ενόψει και του σαφούς προσδιορισμού της έκτασης και των ορίων του με τα όμορα αυτού ακίνητα, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2005 αίτηση για αναίρεση της 84/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ