Supreme Court allows appeal partially, dismissing main claim but upholding supplementary claim for overtime pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal partially, dismissing the main claim while upholding the supplementary claim. The appellants argued for full recognition of overtime and holiday pay, while the respondent contested the calculation methods. The court ruled that the appeal was valid regarding the supplementary basis, ordering partial payment of overtime and holiday allowances to the plaintiffs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 570(2), 579(1), 580(3), 581(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is partially admissible when it annuls only specific chapters of the lower court decision, leaving the remainder in force unless they are inseparably connected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 204 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 204/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των καλουσών:1) Δ. Κ. του Α., και 2)Σ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της καθ'ής η κλήση: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2014 αγωγή των καλουσών που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η .../2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η .../2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η καθ 'ης η κλήση με την από 24-2-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1470/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η ...4/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η καθ' ης η κλήση με την από 22-7-2020 αίτησή της και οι καλούσες με την από 15-12-2020 αίτησή τους. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η ..../20... απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρεί την .../2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... και διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Την υπόθεση επαναφέρουν για εκ νέου συζήτηση οι καλούσες με την από 13-11-20... κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ .../2022, .../2021, .../2020).
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ .../2022, .../2020).
Κατά την νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και το αναιρετικό τμήμα, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ και επανεξετάζει την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ .../2022, .../2021, .../2020).
II. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Με την από 27-5-2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες είχαν εκθέσει ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πρώτη για το χρονικό διάστημα από 26-10-2009 έως 28-02-2014 και η δεύτερη από 01-01-2011 έως 28-02-2014, ως εισπράκτορες στα διώροφα λεωφορεία της (εναγομένης).
Ότι παρά το γεγονός ότι οι ανωτέρω συμβάσεις συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων ότι θα χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις έργου, αυτές υπέκρυπταν ουσιαστικά μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εναγομένη στις 28-02-2014 κατήγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.
Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας και να αναγνωριστεί, μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων τους, ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό: α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 12.070,38€ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1/3/2014 έως 28/2/2015 άλλως και επικουρικώς το ποσό των 3.004,19€ ως αποζημίωση απόλυσης, καθώς και το συνολικό ποσό των 16.461,04 ευρώ για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης και προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, β) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 11.846,...
€ για μισθούς υπερημερίας του ίδιου χρονικού διαστήματος, άλλως επικουρικώς το ποσό των 1.965,60 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης καθώς και το συνολικό ποσό των 6.506,66 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές και αποδοχές αδείας και να υποχρεωθεί να καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 18.847,52 ευρώ συνολικά για διαφορά νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας, αμοιβή υπερεργασίας, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας και β) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 19.296,98€ για διαφορά νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας, αμοιβή υπερεργασίας, αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης και προσαύξηση νυχτερινής εργασίας.
Τις αξιώσεις τους στήριξαν στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και επικουρικά στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την .../2015 απόφασή του έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις αυτής, κύρια και επικουρική, και ακολούθως δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 13/07/2015 έφεσή της, με την οποία παραπονέθηκε για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως ώστε να απορριφθεί η αγωγή.
Το Μονομελές Εφετείο ... με την .../2017 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η απόφαση αυτή, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε η εναγομένη, αναιρέθηκε εν μέρει με την 1470/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, λόγω της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα διότι το Εφετείο, κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 174, 180 ΑΚ, άρθρο 5 στοιχ.2 β(αα) του π.δ. 246/2006, όπως ίσχυε, απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι οι ένδικες συμβάσεις ήταν άκυρες λόγω μη προσκομιδής εκ μέρους τους του πιστοποιητικού καταλληλότητας από άποψη υγείας.
Ακολούθως η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, και δη ως προς το κεφάλαιο της διάγνωσης του αμφισβητηθέντος κύρους των ενδίκων συμβάσεων εργασίας και ως προς τα συνεχόμενα προς αυτό κεφάλαια ή κονδύλια της αγωγής, παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, προκειμένου να εκκαθαριστούν οι υπόλοιπες οικονομικές αξιώσεις των εναγουσών που ασκήθηκαν με την αγωγή.
Η υπόθεση δικάσθηκε εκ νέου στο Μονομελές Εφετείο ... και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...4/2020 απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως κράτησε την υπόθεση και, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 14.716,99 ευρώ και στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 16.671,05 ευρώ και, τέλος, αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 15.759,81 ευρώ και στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 5.047,94 ευρώ, και τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν, αφ' ενός η εναγομένη και εκκαλούσα με την από 22-7-2020 αίτησή της, αφ' ετέρου οι ενάγουσες και εφεσίβλητες με την από 15-12-2020 αίτησή τους. Επί των αιτήσεων αυτών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../20... απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση λόγω των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 16 και 9 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο απορρέον από μη αναιρεθέντα κεφάλαια της .../2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., καθώς και για το ότι άφησε αδίκαστα αγωγικά αιτήματα, κατά παραδοχή των αντιστοίχων αναιρετικών λόγων που είχαν προβάλει οι διάδικοι με τις αναιρέσεις τους.
Ακολούθως, η υπόθεση διακρατήθηκε προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ήδη δε, εισάγεται προς συζήτηση με την από 13-11-20... κλήση των εφεσιβλήτων-εναγουσών.
III. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 3, 174, 180, 904 και 908 ΑΚ, 1 παρ. 1 ν. 1082/1980, 1 παρ. 1 και 2 και 3 παρ. 1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1 παρ. 1, 2 και 3 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, 1 ν. 435/1976, 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β' 81) και 4 ν. 2874/2000, όπως το τελευταίο ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 από 1.10.2005 και πριν οι παράγραφοί του 1, 3 και 5 αντικατασταθούν και πάλι, με την παράγραφο 10 του άρθρου 74 ν. 3863/2010, προκύπτουν τα εξής: 1) Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε (από την εργασία του μισθωτού), η οποία συνίσταται στον μισθό (αποδοχές) που αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος και υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός από τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου, όπως είναι τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ., εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν, αναγκαίως, στο πρόσωπο του δυναμένου ν' απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού, και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 950/2014, 5/2012).
Το ύψος του μισθού αυτού, τον οποίο δέχεται το δικαστήριο ότι θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλον μισθωτό και αποτελεί, ως εκ τούτου, την (αποδοτέα) ωφέλεια που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, είναι ζήτημα πραγματικό, ωστόσο δεν πρέπει να υπολείπεται των ως άνω ελαχίστων νομίμων ορίων, διότι τα ελάχιστα αυτά όρια αποτελούν περιεχόμενο οποιασδήποτε σύμβασης εργασίας, άρα και εκείνης που θα κατάρτιζε ο εργοδότης για την παροχή των αυτών υπηρεσιών (ΑΠ 790/2017, 950/2014). 2) Οι αποδοχές και το επίδομα άδειας καθώς και τα επιδόματα εορτών, καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς που απασχολούνται και με απλή σχέση εργασίας, καθόσον οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απευθείας στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 131/2015, 950/2014, 1824/2011), υπολογίζονται δε με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό ή νόμιμο μισθό (ή ημερομίσθιο) και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλομένη ως αντάλλαγμα της εργασίας (ΑΠ 1150/20..., 589/2022, 768/2018, 790/2017, 950/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1.10.2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15.7.2010), σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η απασχόληση πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τις 45 ώρες θεωρείται υπερεργασία, ενώ ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, η οποία υπολογίζεται με βάση το νόμιμο χρόνο της ημερήσιας απασχόλησης.
Το ύψος της προσαύξησης για την υπερεργασία και της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, με βάση το άρθρο 1 ν.3385/2005, προσδιορίσθηκε με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και κατά 100%, αντίστοιχα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.7.2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), για μεν τις ώρες της υπερεργασίας η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, για δε τις ώρες της κατ' εξαίρεση (παράνομης) υπερωριακής εργασίας ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1582/2018, 288/2018, 1109/2017).
Υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, μεταβλήθηκε το προϊσχύσαν καθεστώς του άρθρου 1 παρ.2 του ν. 435/1976, το οποίο προέβλεπε υπέρ του μισθωτού που παρανόμως εργάσθηκε υπερωριακά δύο αυτοτελείς αξιώσεις, τη μία προς αναζήτηση της χωρίς νόμιμη αιτία ωφέλειας του εργοδότη και την άλλη προς καταβολή της προσαύξησης που λειτουργούσε ως αστική ποινή, και παρέχεται πλέον στον εργαζόμενο μία, ενιαία αξίωση, που χαρακτηρίζεται ως δικαίωμα αποζημίωσης για την εργασία που προσφέρθηκε παρανόμως πέραν των νομίμων χρονικών ορίων και απορρέει ευθέως εκ του νόμου, ακόμη και για τους εργαζομένους που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση (ΑΠ 279/20..., 1564/2018).
Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 18310|1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, "στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες - ήτοι από την 10η βραδινή μέχρι την 6η πρωινή - καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές, αυξημένες κατά 25%".
Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυχτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύχτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νομίμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα (ΟλΑΠ 209/1981, ΑΠ 1899/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και αρθρ.2 του ν.435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο.
Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο (ΑΠ 191/2011). Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1574/2022, 64/2020, 517/2019).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1§2, 5§3, 6§1, 8 και 9§1 του ν. 3198/1955 σαφώς συνάγεται ότι και σε σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργοδότης, προτιθέμενος να παύσει να δέχεται την στον ίδιο προσφερόμενη από τον εργαζόμενο εργασία, πρέπει να καταγγείλει τη σχέση αυτή εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 5 §3 του νόμου αυτού και να καταβάλει την αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης εργασίας (ΑΠ 1401/2011, 331/1999).
Εάν δε ο εργοδότης παύσει από ορισμένο χρόνο να δέχεται τη με βάση τη σχέση αυτή προσφερόμενη σε αυτόν από τον εργαζόμενο εργασία χωρίς να καταγγείλει τη σχέση αυτή κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 5 §3 του ως άνω ν. 3198/1955 (ή του β.δ. της 16/18.7.1920), υποχρεούται μεν στην καταβολή προς τον εργαζόμενο της από τους αναφερθέντες νόμους οριζόμενης αποζημίωσης, η σχέση όμως εργασίας λογίζεται ως λυθείσα από τον ως άνω χρόνο και συνεπώς δεν οφείλονται μισθοί υπερημερίας (ΑΠ 1744/20..., 378/2022 1766/2017, 1069/1983).
Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1744/19..., ΑΠ 1766/2017, 790/2017, 131/2015). Τέλος, στα άρθρα 1 § 2 και 2 § 2 της κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 εκδοθείσας 25825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με την οποία αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν οι 8900/1946 και 18310/1946 Υπουργικές αποφάσεις, που προβλέπουν την προσαύξηση των αποδοχών των κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και κατά τις νύκτες εργαζόμενων μισθωτών, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.
Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, ενώ, αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης.
Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων / κατ' εξαίρεση υπερωριών η οποία είναι άκυρη), είναι έγκυρη, εφόσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις, ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (Ολ ΑΠ 87/1971, ΑΠ 176/20..., 1574/2022, 361/2020), το αυτό δε ισχύει για τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (ΑΠ 361/2020, 924/2019) και για την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας (ΑΠ 1752/2022, 924/2019).
Ωστόσο, ο καταλογισμός των υπέρτερων αποδοχών στις ανωτέρω προσαυξήσεις και επιδόματα, επιτρέπεται μόνο κατόπιν σαφούς συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου περί του εν λόγω καταλογισμού, της οποίας θα πρέπει να γίνει επίκληση και απόδειξη, και δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από τον εργοδότη.
IV. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, τις υπ' αριθμ. ... έως και .../18-2-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγουσών μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου τους (βλ.
την .../17-2-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Ν. Κ.) -ενώ η επικαλούμενη από την εναγομένη υπ' αριθμ. .../2015 ένορκη βεβαίωση δεν προσκομίζεται- καθώς και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν κι επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, η οποία προήλθε από μετατροπή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του ν. 2963/2001 "οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία ...
και άλλες διατάξεις" από το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Υπεραστικών Λεωφορείων Νομού ...", δυνάμει της υπ' αριθμ. .../18.9.2003 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου ... Μ. Δ. - Κ., διατηρεί το δικαίωμα της αποκλειστικής εκτέλεσης και εκμετάλλευσης του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών της περιοχής του νομού Λαρίσης.
Από το έτος 2005 εκτελεί δρομολόγια από Αθήνα προς Λάρισα και αντιστρόφως με διώροφα λεωφορεία, από δε το έτος 2007 και εφεξής, προκειμένου να καταστήσει την προσφερόμενη στο κοινό υπηρεσία της ελκυστική, παρέχει επί πλέον υπηρεσίες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού (καφέ, αναψυκτικό, εφημερίδα). Στις 26-10-2009, καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και της πρώτης ενάγουσας έγγραφη σύμβαση, επιγραφόμενη ως σύμβαση έργου, με λήξη της στις 28.2.2010, και αντικείμενο την "εκτέλεση του έργου της καθ' οδόν καθαριότητας του εσωτερικού χώρου των διώροφων λεωφορείων της γραμμής ...
Αθηνών και της παροχής εξυπηρέτησης - service προς το επιβατικό κοινό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού", με οριζόμενη μηνιαία αποζημίωση ύψους 920 ευρώ. Κατά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης, αυτή ανανεώθηκε με πέντε ακόμη διαδοχικές συμβάσεις έργου και συγκεκριμένα η δεύτερη σύμβαση είχε διάρκεια από 1.3.2010 έως 28.2.2011, η τρίτη από 1.3.2011 έως 28.2.2012, η τέταρτη από 1.3.2012 έως 30.6.2012, η πέμπτη από 1.7.2012 έως 28.2.2013 και η έκτη από 1.3.2013 έως 28.2.2014.
Οι συμβάσεις αυτές περιείχαν πανομοιότυπους όρους, με εξαίρεση την αμοιβή της ενάγουσας, η οποία από τον Ιούλιο του 2012 και εφεξής ορίστηκε στο ποσό των 830 ευρώ. Εξάλλου, η εναγομένη κατήρτισε με τη δεύτερη ενάγουσα την από 1.1.2011 με σύμβαση, επιγραφομένη ως σύμβαση έργου, με λήξη της στις 28.2.2012. Ακολούθως συνήφθησαν μεταξύ των μερών τρεις ακόμη όμοιες συμβάσεις, με χρονική διάρκεια από 1.3.2012 έως 30.6.2012 η δεύτερη, από 1.7.2012 έως 28.2.2013 η τρίτη από 1.3.2013 έως 28.2.2014 η τέταρτη, των οποίων ως αντικείμενο ορίζεται "η πρακτόρευση εισιτηρίων στο εκδοτήριο της Αγιάς, καθώς και η εκτέλεση του έργου της καθ' οδόν καθαριότητας του εσωτερικού χώρου των διώροφων λεωφορείων της γραμμής ...
Αθηνών". Η αμοιβή της ως άνω ενάγουσας ορίσθηκε σε ποσοστό 6.5 % επί των γενικών εισπράξεων του εκδοτηρίου Αγιάς, με ανώτατο όριο το ποσό των 920 ευρώ, το οποίο από 1.7.2012 ορίσθηκε σε 830 ευρώ. Από το χρόνο κατάρτισης της πρώτης σύμβασής της, κάθε μία εκ των εναγουσών εργάσθηκε εξ αρχής ως εισπράκτορας και συνοδός στα δρομολόγια των διώροφων λεωφορείων ... - Αθήνας, και δη συνόδευε το λεωφορείο από την αναχώρησή του από τη Λάρισα μέχρι την επιστροφή του.
Ειδικότερα, οι ενάγουσες αναλάμβαναν εργασία μισή ώρα πριν την αναχώρηση του λεωφορείου, έπαιρναν από το σταθμαρχείο εφημερίδες για να τις διαθέσουν στους επιβάτες κατά τη διάρκεια της διαδρομής, φρόντιζαν για την τακτική είσοδο των επιβατών στο λεωφορείο, ήλεγχαν τα εισιτήρια τους, ενημέρωναν τον οδηγό για τα σημεία στα οποία έπρεπε να γίνει η στάση για την αποβίβαση και για την επιβίβαση των επιβατών, ανήγγειλαν τις στάσεις τους επιβάτες, εξέδιδαν εισιτήρια όσους επιβάτες επιβιβάζονταν κατά τη διάρκεια της διαδρομής και δεν είχαν εισιτήριο, φρόντιζαν για την εκφόρτωση των αποσκευών κατά την άφιξη του λεωφορείου στην Αθήνα, όπου επιμελούνταν και της καθαριότητας και τακτοποίησης του χώρου του λεωφορείου, προκειμένου να δεχθεί τους επιβάτες του δρομολογίου από Αθήνα προς Λάρισα, ενώ κατά την επιστροφή του λεωφορείου στη Λάρισα, μετά τον καθαρισμό του εσωτερικού του χώρου από ειδικό συνεργείο καθαρισμού, ανεφοδίαζαν τούτο με αναψυκτικά και ό,τι άλλο χρειαζόταν ώστε να είναι έτοιμο προς αναχώρηση στο επόμενο δρομολόγιο.
Το ωράριό τους ήταν δεσμευτικό και συνέπιπτε με το ωράριο εκτέλεσης εκάστου δρομολογίου, πλέον του χρόνου που απασχολούνταν προ της αναχώρησης και μετά την επάνοδο του λεωφορείου στη Λάρισα, ενώ δεν είχαν περιθώριο πρωτοβουλίας ούτε μπορούσαν να αναπτύξουν τέτοια, καθόσον το είδος των υπηρεσιών που παρείχαν στους επιβάτες ήταν επακριβώς προσδιορισμένο από την εναγόμενη, η οποία επέλεγε και προμηθευόταν όλα τα είδη που προσέφεραν οι ενάγουσες στους επιβάτες κατά τη διαδρομή και αυτές μεριμνούσαν απλά για τον ανεφοδιασμό του λεωφορείου από την αποθήκη του ΚΤΕΛ, ενώ υπέκειντο στις δεσμευτικές οδηγίες και τον έλεγχο των προϊσταμένων τους, αναφορικά με τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους.
Συνεπώς οι συμβάσεις τους δεν είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων έργου, αλλά μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθ' όσον η ανανέωση των συμβάσεών τους - τυπικά συμβάσεων έργου ορισμένης διάρκειας - δε δικαιολογείτο από οποιονδήποτε αντικειμενικό λόγο, ούτε και τις υπαγόρευε εποχιακή ανάγκη, αλλά είχαν μόνιμο χαρακτήρα και υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. 'Όμως, οι ενάγουσες δεν ήταν εφοδιασμένες με το πιστοποιητικό καταλληλότητας υγείας, που προβλέπεται από το άρθρο 5 στοιχ.2 περ.β'(αα) του π.δ.246/2006, το οποίο είναι απαραίτητο για το προσωπικό κίνησης των ΚΤΕΛ, στο οποίο συγκαταλέγονταν, και συνεπώς οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες κατ' άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. Με βάση τα ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση, ναι μεν ορθά έκρινε ότι επρόκειτο περί εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι περί εκτελέσεως έργου, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που περιλαμβάνονται στον πρώτο και εν μέρει στο δεύτερο (όπως εκτιμάται το σχετικό παράπονο) λόγους της έφεσής της, ωστόσο έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου με το να θεωρήσει ως έγκυρες τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσής της.
Συνεπώς, οι ενάγουσες δικαιούνται, σε σχέση με τις αμοιβές τους, την απόδοση, κατ' άρθρο 904 του Α.Κ., της ωφέλειας της εργοδότριάς τους από την ακύρως παρασχεθείσα εργασία τους, χωρίς τη λήψη υπόψη των επιδομάτων που προσιδιάζουν στην προσωπική τους κατάσταση -μεταξύ των οποίων το επίδομα προϋπηρεσίας-, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά παραδοχή ως νόμιμης της επικουρικής βάσης της αγωγής, που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ δικαιούνται εκ του νόμου τα λοιπά κονδύλια, τα οποία επανεξετάζονται ως προς τη βασιμότητά τους, στα πλαίσια εξέτασης της επικουρικής πλέον βάσεως.
Περαιτέρω, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν σε σχέση με τα ειδικότερα καθήκοντα των εναγουσών, απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη παραπονείται για την κρίση της εκκαλουμένης ότι η απασχόληση των εναγουσών προσομοιάζει με αυτή των εισπρακτόρων, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της, τα καθήκοντά τους προσομοίαζαν με των καθαριστριών.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι τα λεωφορεία της εναγομένης εκτελούσαν καθημερινά τρία δρομολόγια για Αθήνα με επιστροφή, με ώρες αναχώρησης από τη Λάρισα 10.00,12.00 και 15.00 και επιστροφή ώρα 19.30, 21.30 και ....30, αντίστοιχα, οι δε εισπράκτορες εναλλάσσονταν στα τρία αυτά δρομολόγια, κατά τρόπο ώστε έκαστος να εργάζεται κυλιόμενα στα τρία δρομολόγια. 'Ετσι, οι ενάγουσες εργάζονταν επί 3 ημέρες εβδομαδιαίως στα δρομολόγια των 10.00 και 12.00 και 2 ημέρες εβδομαδιαίως στο δρομολόγιο των 15.00.Το ωράριο απασχόλησής τους ήταν επί 10,5 ώρες ημερησίως όταν εργάζονταν στα δρομολόγια που αναχωρούσαν ώρα 10:00 και ώρα 12:00 και επί 9,5 ώρες ημερησίως όταν εργάζονταν στο δρομολόγιο με ώρα αναχώρησης 15.00, καθ' όσον και για τα τρία αυτά δρομολόγια οι ενάγουσες, όπως προελέχθη, αναλάμβαναν εργασία μισή ώρα πριν την αναχώρηση και ολοκλήρωναν την εργασία τους μισή ώρα μετά την άφιξη του δρομολογίου στη Λάρισα.
Κατά τον τρόπο αυτό οι ενάγουσες εργάζονταν επί 50,5 ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασίας και 5,5 ώρες υπερωριακής απασχόλησης ανά εβδομάδα ενώ κατά τις δύο ημέρες που εκτελούσαν το βραδινό δρομολόγιο, παρείχαν και 2 ώρες νυχτερινής εργασίας κάθε φορά και συνολικά 4 ώρες εβδομαδιαίως.
Η υπερωριακή τους δε απασχόληση ήταν παράνομη, εφόσον δεν υπήρχε για την πραγματοποίησή της σχετική αναγγελία ή άδεια της Αρχής. Επίσης οι ενάγουσες εργάστηκαν με το ίδιο ωράριο και αρκετές Κυριακές, με βάση τα τηρούμενα προγράμματα εργασίας που κατάρτιζε η εναγομένη. Τονίζεται εν προκειμένω, ότι, εφόσον οι ενάγουσες αιτούνται με την αγωγή την επιδίκαση μόνον της προσαύξησης της κυριακάτικης απασχόλησής τους και όχι αποζημίωσης στέρησης αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης, είναι νομικώς αδιάφορος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με βάση τον Κανονισμό Εργασίας του ΚΤΕΛ είναι νόμιμη η απασχόληση των υπαλλήλων του κατά Κυριακές και αργίες με την τήρηση των εκεί προϋποθέσεων, αφού η αξίωση για την εκ του νόμου, από 75% προσαύξηση, είναι ανεξάρτητη από τη νομιμότητα της απασχόλησης κατά την Κυριακή.
Οι συμφωνηθείσες αποδοχές των εναγουσών, όπως προελέχθη, ανήλθαν στο ποσό των 920€ μηνιαίως έως την 30-6-2012 και εφεξής μέχρι τη λύση της σχέσης εργασίας τους στο ποσό των 830€ μηνιαίως. Για την πέραν του ωραρίου απασχόλησή τους, η εναγομένη δεν τους κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και επίσης δεν τους κατέβαλε τη νόμιμη προσαύξηση της νυχτερινής απασχόλησής τους, την προσαύξηση της εργασίας τους κατά τις Κυριακές, δώρα εορτών, ετήσια άδεια και επίδομα αδείας.
Οι νόμιμες αποδοχές τους, με βάση τις ισχύουσες μεταξύ των μερών συλλογικές ρυθμίσεις, ανέρχονταν κατά τους επίδικους χρόνους τα εξής ποσά: 1)Με βάση την ΔΑ 8/2009 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης - διοίκησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά τη χώρα ΚΤΕΛ και του Ροδιακού Οργανισμού Δημοτικών Αυτοκινήτων" (Π.Κ.
Υπ. Απασχ. 4/25.5.09), οι νόμιμες αποδοχές τους κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-2009 (που προσλήφθηκε η πρώτη ενάγουσα) έως 31-12-2010, ανέρχονταν στα εξής ποσά: (βασικός μισθός 631,62 + 165,77 επίδομα εξομάλυνσης + 29,5 διαχειριστικό επίδομα εισπρακτόρων=) 826,89 ευρώ. 2)Με βάση την ακολουθήσασα Δ.Α. 50/2010 (Π.Κ. Υπ. Εργασίας 26/26.11.2010) οι νόμιμες αποδοχές τους κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως και 28-6-2012, χωρίς το συνυπολογισμό επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, εφόσον απασχολήθηκαν με άκυρες συμβάσεις εργασίας, ανήλθαν στα ίδια ως άνω επίπεδα. 3) Από την 29-6-2012, κατ' εφαρμογή της 6/2012 ΠΥΣ (με δεδομένο ότι η υπάρχουσα ως άνω Διαιτητική Απόφαση είχε καταγγελθεί στις 28-3-2012, και συνεπώς μετά την πάροδο τριμήνου, ήτοι μετά την 28-6-2012 -κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 παρ. 4 ΠΥΣ 6/2012- η μετενέργειά της περιορίστηκε πλέον μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό και στα τέσσερα περιοριστικώς κατονομαζόμενα επιδόματα), οι αποδοχές τους διαμορφώθηκαν στο ποσό των 631,62 ευρώ, που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό και μόνον, χωρίς να συνυπολογιστούν, αφ' ενός τα επιδόματα εξομάλυνσης και διαχειριστικών λαθών, τα οποία καταργήθηκαν κατά ρητή επιταγή της ΠΥΣ, και, περαιτέρω, χωρίς το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, εφόσον οι ενάγουσες απασχολήθηκαν με άκυρες συμβάσεις εργασίας, και συνεπώς το ως άνω επίδομα δεν περιλαμβάνεται στις νόμιμες αποδοχές τους.
Ειδικότερα, σε σχέση με το επίδομα εξομάλυνσης, λεκτέον ότι, με τις οικείες συλλογικές ρυθμίσεις, αυτό καθορίστηκε χωριστά από το βασικό μισθό, τον οποίο προσαυξάνει, και, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο ιστορικά διαμορφώθηκε, αποτελεί διακριτό τμήμα των αποδοχών των εναγουσών, ως πρόσθετη μισθολογική παροχή, υπαγόμενη στις καταργητικές ρυθμίσεις της 6/2012 ΠΥΣ, μαζί με τα υπόλοιπα επιδόματα, εκτός εκείνων τα οποία ρητά εξαιρούνται (πρβ.ΑΠ 397/20..., 98/20..., 99/20..., 1297/2022, 1041/2020).
Τέλος, οι ενάγουσες δεν επικαλέστηκαν ότι η εναγομένη, παρά την ισχύ της ως άνω ΠΥΣ, συνέχισε τους καταβάλλει το ως άνω επίδομα, το οποίο έτσι να έχει καταστεί αντικείμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας τους.
Συνεπώς, οι καταβαλλόμενες αποδοχές των εναγουσών, με βάση τις οποίες θα υπολογιστούν οι αμοιβές τους για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, τα δώρα εορτών, η άδεια και το επίδομα αδείας, ήταν υψηλότερες από τις αντίστοιχες νόμιμες, με βάση τις οποίες θα υπολογιστούν οι προσαυξήσεις της απασχόλησής τους κατά τις Κυριακές και της νυχτερινής εργασίας. Ως εκ τούτου δεν τους οφείλονται διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών για οποιοδήποτε από τα επίδικα χρονικά διαστήματα, εφόσον ουδεμία ωφέλεια απεκόμισε η εναγομένη από την αιτία αυτή. Σύμφωνα με τα παραπάνω, και εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι εχώρησε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ εναγουσών και εναγομένης για τον καταλογισμό/συμψηφισμό των υπέρτερων των νομίμων αποδοχών που ελάμβαναν με τις αξιώσεις τους για υπερεργασία, δώρα εορτών, προσαυξήσεις Κυριακών, νυχτερινής απασχόλησης κλπ, η εναγομένη δεν δικαιούται να προβεί μονομερώς στον ως άνω καταλογισμό, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, οφείλονται σε κάθε ενάγουσα τα κάτωθι ποσά:
Α) στην πρώτη ενάγουσα:
α)Για υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως: -Για το διάστημα από την πρόσληψή της έως και την 14-7-2010, με καταβαλλόμενο ωρομίσθιο (920 ευρώ Χ 0,006=) 5,52 ευρώ: [5,52 ευρώ Χ 1,25 με την προσαύξηση κατά 25% της υπερεργασίας Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται (αντί των 4,28 εβδομάδων που κατά μέσον όρο περιέχονται σε κάθε μήνα) Χ 8,5 μήνες=] 1.173 ευρώ, πλην για το ίδιο διάστημα αιτείται το ποσό των 1.054 ευρώ, το οποίο και θα της επιδικαστεί.
-Για το διάστημα από 15-7-2010, αφότου η υπερεργασία αμείβεται με προσαύξηση 20%, έως και Ιούνιο του 2012, με το ίδιο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο: [5,52 ευρώ Χ 1,20 με την προσαύξηση κατά 20% της υπερεργασίας Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ ...,5 μήνες=] 3.113,28 ευρώ, πλην για το ίδιο διάστημα αιτείται το ποσό των 2.931 ευρώ, το οποίο και θα της επιδικαστεί. -Για το διάστημα από 1-7-2012 έως και 28-2-2014, με καταβαλλόμενο ωρομίσθιο (830 ευρώ Χ 0,006=) 4,98 ευρώ: [4,98 ευρώ Χ 1,20 με την προσαύξηση κατά 20% της υπερεργασίας Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ 20 μήνες=] 2.390 ευρώ, συνολικά δε για αμοιβή υπερεργασίας της οφείλεται ποσό 6.375 ευρώ.
β) Για υπερωριακή απασχόληση 5,5 ωρών εβδομαδιαίως: -Για το διάστημα από την πρόσληψή της έως και την 14-7-2010, [5,52 ευρώ Χ 2 με την προσαύξηση κατά 100% της κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5,5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ 8,5 μήνες=] 2.064,48 ευρώ, πλην για το ίδιο διάστημα αιτείται το ποσό των 1.855,04 ευρώ, το οποίο και θα της επιδικαστεί.
-Για το διάστημα από 15-7-2010 αφότου η κατ' εξαίρεση υπερωρία αμείβεται με προσαύξηση 80%, έως και Ιούνιο του 2012, [5,52 ευρώ Χ 1,8 με την προσαύξηση κατά 80% της κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5,5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ ...,5 μήνες=] 5.136,91 ευρώ, πλην για το ίδιο διάστημα αιτείται το ποσό των 4.841,08 ευρώ, το οποίο και θα της επιδικαστεί.
-Για το διάστημα από 1-7-2012 έως και 28-2-2014, [4,98 ευρώ το ωρομίσθιο Χ 1,8 με την προσαύξηση κατά 80% της κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5,5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ 20 μήνες=] 3.944,16 ευρώ, συνολικά δε για αμοιβή της κατ' εξαίρεση υπερωρίας της οφείλεται ποσό 10.640,28 ευρώ.
γ)Για προσαύξηση εργασίας κατά τις Κυριακές -Κατά το διάστημα από την πρόσληψή της μέχρι και 28-6-2012, κατά το οποίο εργάσθηκε 7 Κυριακές το 2009, 37 Κυριακές το 2010, 37 Κυριακές το 2011 και 20 Κυριακές από 1-1-2012 έως 28-6-2012, της οφείλονται [4,96 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο (826,89 ευρώ νόμιμες αποδοχές Χ 0,006) Χ 0,75 η προσαύξηση της Κυριακής Χ 9,5 ώρες κάθε Κυριακή Χ 101 Κυριακές όλου του διαστήματος=] 3.569,34 ευρώ.
-Κατά το διάστημα από 29-6-2012 έως και 28-2-2014, κατά το οποίο εργάσθηκε 21 Κυριακές από 1-7-2012 έως 31-12-2012, 35 Κυριακές το 2013 και 5 Κυριακές το 2014, της οφείλονται [3,79 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο (631 ευρώ νόμιμες αποδοχές Χ 0,006) Χ 0,75 η προσαύξηση της Κυριακής Χ 9,5 ώρες κάθε Κυριακή Χ 61 Κυριακές όλου του διαστήματος=] 1.647,... ευρώ, συνολικά δε για προσαύξηση Κυριακών της οφείλεται ποσό 5.216,57 ευρώ.
δ) Για προσαύξηση νυχτερινής εργασίας -Για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της μέχρι και 28-6-2012, της οφείλονται [4,96 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο Χ 0,25 η προσαύξηση της νυχτερινής απασχόλησης Χ 16 ώρες μηνιαίως Χ 32 μήνες=] 634,88 ευρώ.
-Για το χρονικό διάστημα από 29-6-2012 έως και 28-2-2014, της οφείλονται [3,79 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο Χ 0,25 η προσαύξηση της νυχτερινής απασχόλησης Χ 16 ώρες μηνιαίως Χ 20 μήνες=] 303,20 ευρώ, συνολικά δε για προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης της οφείλεται ποσό 938,08 ευρώ.
ε) Για επιδόματα δώρων εορτών, άδεια και επίδομα αδείας -Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2009 [920 ευρώ : 25 Χ 3,42 19ήμερα Χ 2=] 251,71 ευρώ, πλην για την αιτία αυτή αιτείται το ποσό των 224,91 ευρώ, το οποίο και θα της επιδικασθεί.
-Για δώρο Χριστουγέννων 2010 και 2011 [920 ευρώ Χ 1,04166=] 958,33 ευρώ για έκαστο έτος, πλην για την αιτία αυτή αιτείται ποσό 861,33 για το έτος 2010 και 908,22 για το έτος 2011, τα οποία και θα της επιδικαστούν.
-Για δώρο Χριστουγέννων 2012 και 2013 [830 ευρώ Χ 1,04166=] 864,58 ευρώ για έκαστο έτος, συνολικά δε για επίδομα δώρου Χριστουγέννων της οφείλεται ποσό 3.7...,62 ευρώ.
-Για δώρο Πάσχα 2010, 2011 και 2012 [920 ευρώ : 2 Χ 1,04166=] 479,16 ευρώ για έκαστο έτος, πλην για την αιτία αυτή αιτείται ποσό 430,66 ευρώ για το 2010, 454,11 ευρώ για το 2011 και 462,41 ευρώ για το 2012, τα οποία και θα της επιδικαστούν.
-Για δώρο Πάσχα 2013 [830 ευρώ: 2 Χ 1,04166=] 432,29 ευρώ και συνολικά για δώρο Πάσχα της οφείλεται ποσό 1.779,47 ευρώ.
-Για αποδοχές (αποζημίωση μη ληφθείσης) αδείας και επίδομα αδείας 2010 και 2011, 920 ευρώ για έκαστο έτος για αποδοχές αδείας, και για επίδομα αδείας 460 ευρώ για έκαστο έτος, πλην για τις αιτίες αυτές αιτείται ποσό 826,89 ευρώ για άδεια έτους 2010, 871,90 ευρώ για άδεια έτους 2011, 413,44 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2010 και 435,95 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2011, τα οποία και θα της επιδικαστούν.
-Για αποδοχές αδείας 2012 και 2013, 830 ευρώ για έκαστο έτος και για επίδομα αδείας 415 ευρώ για έκαστο έτος. Συνολικά δε για αποδοχές και επίδομα αδείας της οφείλονται 3.358,79 ευρώ και 1.679,39 ευρώ, αντίστοιχα.
Β) Στη δεύτερη ενάγουσα:
α)Για υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως: -Για το διάστημα από την πρόσληψή της (1-1-2011) έως και 30-6-2012, με καταβαλλόμενο ωρομίσθιο (920 ευρώ Χ 0,006=) 5,52 ευρώ: [5,52 ευρώ Χ 1,20 με την προσαύξηση κατά 20% της υπερεργασίας Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ 18 μήνες=] 2.384,64 ευρώ, πλην για το ίδιο διάστημα αιτείται το ποσό των 2.181,60 ευρώ, το οποίο και θα της επιδικαστεί.
-Για το διάστημα από 1-7-2012 έως και 28-2-2014, με καταβαλλόμενο ωρομίσθιο (830 ευρώ Χ 0,006=) 4,98 ευρώ: [4,98 ευρώ Χ 1,20 με την προσαύξηση κατά 20% της υπερεργασίας Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ 20 μήνες=] 2.390,40 ευρώ, συνολικά δε για αμοιβή υπερεργασίας της οφείλεται ποσό 4.572 ευρώ.
β) Για υπερωριακή απασχόληση 5,5 ωρών εβδομαδιαίως: -Για το διάστημα από την πρόσληψή της έως και 30-6-2012, [5,52 ευρώ Χ 1,8 με την προσαύξηση κατά 80% της κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5,5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ 18 μήνες=] 3.934,66 ευρώ.
-Για το διάστημα από 1-7-2012 έως και 28-2-2014, [4,98 ευρώ το ωρομίσθιο Χ 1,8 με την προσαύξηση κατά 80% της κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5,5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες μηνιαίως που αιτείται Χ 20 μήνες=] 3.944,16 ευρώ, συνολικά δε για την κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της, της οφείλεται ποσό 7.878,82 ευρώ.
γ)Για προσαύξηση εργασίας κατά τις Κυριακές -Κατά το διάστημα από την πρόσληψή της μέχρι και 28-6-2012, κατά το οποίο εργάσθηκε 36 Κυριακές το 2011 και 15 Κυριακές από 1-1-2012 έως 28-6-2012, της οφείλονται [4,96 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο (826,89 ευρώ νόμιμες αποδοχές Χ 0,006) Χ 0,75 η προσαύξηση της Κυριακής Χ 9,5 ώρες κάθε Κυριακή Χ 51 Κυριακές όλου του διαστήματος=] 1.802,34 ευρώ.
-Κατά το διάστημα από 29-6-2012 έως και 28-2-2014, κατά το οποίο εργάσθηκε 19 Κυριακές από 1-7-2012 έως 31-12-2012, 35 Κυριακές το 2013 και 5 Κυριακές το 2014, της οφείλονται [3,79 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο (631 ευρώ νόμιμες αποδοχές Χ 0,006) Χ 0,75 η προσαύξηση της Κυριακής Χ 9,5 ώρες κάθε Κυριακή Χ 59 Κυριακές όλου του διαστήματος=]1.593,22 ευρώ, συνολικά δε για προσαύξηση Κυριακών της οφείλεται ποσό 3.395,56 ευρώ.
δ) Για προσαύξηση νυχτερινής εργασίας -Για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της μέχρι και 28-6-2012, της οφείλονται [4,96 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο Χ 0,25 η προσαύξηση της νυχτερινής απασχόλησης Χ 16 ώρες μηνιαίως Χ 18 μήνες=] 357,12 ευρώ.
-Για το χρονικό διάστημα από 29-6-2012 έως και 28-2-2014, της οφείλονται [3,79 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο Χ 0,25 η προσαύξηση της νυχτερινής απασχόλησης Χ 16 ώρες μηνιαίως Χ 20 μήνες=] 303,20 ευρώ, συνολικά δε για προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης της οφείλεται ποσό 660,32 ευρώ.
ε) Για δώρα εορτών, άδεια και επίδομα αδείας -Για δώρο Πάσχα 2011 και 2012 [920 ευρώ : 2 Χ 1,04166=] 479,16 ευρώ για έκαστο έτος, πλην για την αιτία αυτή αιτείται ποσό 430,66 ευρώ για το 2011 και 454,11 ευρώ για το 2012, τα οποία και θα της επιδικαστούν.
-Για δώρο Πάσχα 2013 [830 ευρώ: 2 Χ 1,04166=] 432,29 ευρώ, συνολικά δε για την αιτία αυτή της οφείλεται ποσό 1.317,06 ευρώ.
-Για δώρο Χριστουγέννων 2011 [920 ευρώ Χ 1,04166=] 958,33 ευρώ, πλην για την αιτία αυτή αιτείται ποσό 861,33 ευρώ, το οποίο και θα της επιδικαστεί.
-Για δώρο Χριστουγέννων 2012 και 2013 [830 ευρώ Χ 1,04166=] 864,58 ευρώ για έκαστο έτος, συνολικά δε για την αιτία αυτή της οφείλεται ποσό 2.590,49 ευρώ.
-Για αποδοχές (αποζημίωση μη ληφθείσης) αδείας και επίδομα αδείας 2011, 920 ευρώ για αποδοχές αδείας και 460 ευρώ για επίδομα αδείας, πλην για τις αιτίες αυτές αιτείται ποσό 826,89 ευρώ για άδεια και 413,44 ευρώ για επίδομα αδείας, τα οποία και θα της επιδικαστούν.
-Για αποδοχές αδείας 2012 και 2013, 830 ευρώ για έκαστο έτος και για επίδομα αδείας 415 ευρώ για έκαστο έτος. Συνολικά δε για αποδοχές και επίδομα αδείας της οφείλονται 2.486,89 ευρώ και 1.243,44 ευρώ, αντίστοιχα.
Τέλος, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη την 28-2-2014 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγουσών. Ενόψει του ότι απασχολούσε τις τελευταίες με άκυρες συμβάσεις εργασίας, δεν ήταν υποχρεωμένη να συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, οφείλοντας μόνο τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία ανέρχεται για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των (830 ευρώ Χ 3 μήνες πλέον 1/6=) 2.905 ευρώ και για τη δεύτερη εξ αυτών στο ποσό των (830 ευρώ Χ 2 μήνες πλέον 1/6=) 1.936,67 ευρώ. Στις 25-9-2015, η εναγομένη, μετά από εξώδικη πρόσκληση που απηύθυνε στις ενάγουσες, η οποία περιείχε και επικουρική καταγγελία, τους κατέβαλε τα ποσά των 3.004,18 ευρώ (στην πρώτη) και 2.948,40 ευρώ (στη δεύτερη), αντίστοιχα ως αποζημίωση απόλυσης.
Συνεπώς έχει εξοφλήσει τη σχετική αγωγική απαίτηση, γενομένης δεκτής ως βάσιμης και από ουσιαστική άποψη της νόμιμης (άρθρ.416 Α.Κ., 262 ΚΠολΔ) ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη με τις προτάσεις της παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, εφ' όσον γεννήθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επιπροσθέτως αποδεικνύεται εγγράφως.
Δεδομένου, ωστόσο, ότι η αποζημίωση απόλυσης ήταν καταβλητέα κατά την ημέρα της καταγγελίας, η σχετική αξίωση ήταν τοκοφόρα από την επομένη ημέρα, όπως βάσιμα αιτήθηκαν οι ενάγουσες, και συνεπώς, από την 1-3-2014 μέχρι την καταβολή της αποζημίωσης, οφείλονται στην πρώτη ενάγουσα τόκοι ύψους ...8,08 ευρώ, ενώ στη δεύτερη ενάγουσα ουδέν οφείλεται, εφόσον το ποσό που έλαβε υπερκαλύπτει τους προκύψαντες τόκους.
V. Μετά τα παραπάνω, θα πρέπει, αφού γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί η αγωγή, ακολούθως να απορριφθεί αυτή ως προς την κύρια βάση της και να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά την επικουρική της βάση, και α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των (6.375 + 938,08 + 3.7...,62 + 1.779,47 + 3.358,79 + 1.679,39=) 17.854,35 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, δώρα εορτών, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των (4.572 + 7.878,82 + 660,32 + 1.317,06 + 2.590,49 + 1.243,44=) 18.262,13 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, δώρα εορτών και επίδομα αδείας και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα (10.640,28 + 5.216,57 + ...8,08=) 16.094,65 ευρώ για αμοιβή υπερωριών, προσαύξηση εργασίας Κυριακής και τόκους της αποζημίωσης απόλυσης και στη δεύτερη ενάγουσα (3.395,56 + 2.486,89=) 5.882,45 ευρώ, και τα ποσά αυτά, με εξαίρεση το κονδύλιο των τόκων (από ...8,08 ευρώ), νομιμότοκα από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, και δη, για μεν τα επιμέρους ποσά που αφορούν αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης, προσαύξηση νυχτερινής εργασίας και Κυριακών από την πρώτη του επομένου μηνός εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η αντίστοιχη εργασία, για το δώρο Πάσχα από την 1η Μαΐου του αντιστοίχου έτους, για δε το δώρο Χριστουγέννων, την άδεια και το επίδομα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους.
Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων θα συμψηφιστεί εν μέρει, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας, και θα καταδικαστεί η εναγομένη σε ανάλογο προς την ήττα της μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρ. 183, 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. .../2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (διαδικασία εργατικών διαφορών).
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της ουσίας την αγωγή.
Δέχεται αυτή εν μέρει ως προς την επικουρική της βάση.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (17.854,35) και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων διακοσίων εξήντα δύο ευρώ και δέκα τριών λεπτών (18.262,13), νομιμοτόκως, όπως αναλύεται στο σκεπτικό.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (16.094,65) και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (5.882,45), νομιμοτόκως, με εξαίρεση το κονδύλιο των τόκων (ύψους ...8,08 ευρώ) όπως αναλύεται στο σκεπτικό και
Καταδικάζει την εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 06 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ