Legislator Case Law & Legislation
204/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on interpretation of donation contract terms regarding land usage.

Case Number 204/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Nea Smyrni's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The lower court correctly interpreted the donation contract to require the recipient to maintain the educational facility's functionality, rejecting the municipality's claim that the land's usage could change after construction. The court ruled that the appeal was baseless because the Court of Appeal properly applied the principles of good faith and the true intent of the parties to resolve ambiguities in the agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; When a contract contains ambiguity regarding the parties' declarations, the court must interpret the true intent based on good faith and commercial customs, and such interpretation is binding unless clearly erroneous.

Keywords

AI generated
donation contract interpretation true intent of parties good faith principle land usage restriction appeal dismissal Civil Code provisions contractual ambiguity

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(2), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 202 of the Civil Code
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 204 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 204/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Νέας Σμύρνης", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής, Λεωφ. Ελ. Βενιζέλου, αριθμ. 14, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κρεμμύδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς Σωματείου με την επωνυμία "….", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής, οδός ….. αριθμ. 1 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5432/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3120/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17.10.2018 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 3120/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 07.01.2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 5432/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 21.10.2011 αναγνωριστική αγωγή ματαιώσεως διαλυτικής αιρέσεως και κυριότητας του αναιρεσίβλητου.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τις δηλώσεις των βουλήσεων των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά την μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τις δηλώσεις των βουλήσεων των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καταλήγει (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και η μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως βουλήσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και την φύση της συμβάσεως.

Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 776/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 1/2016, Α.Π. 2/2013, Α.Π. 7/2006, Α.Π. 20/2005).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Περαιτέρω, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, επί λέξει, τα εξής: "Το έτος 1939 η τότε Κοινότητα Νέας Σμύρνης με την απόφαση 64/17.4.1939 του Κοινοτικού Συμβουλίου της, που εγκρίθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 21.4.1939 (ΦΕΚ 162/22.4.1939), αποφάσισε να μεταβιβάσει στο ενάγον, κοινωφελές σωματείο με την επωνυμία "….", με δωρεά κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, τον χώρο που βρίσκεται ανατολικά της Πλατείας Χρυσοστόμου Σμύρνης, ο οποίος περιελάμβανε το γήπεδο που προοριζόταν για την ανέγερση αστυνομικού καταστήματος μετά των πέριξ αυτού πρασιών, το γήπεδο που προοριζόταν για την ανέγερση κοινοτικών λουτρών και τα απαλλοτριωθέντα από αυτήν υπ' αριθμούς 1 και 2 ιδιωτικά οικόπεδα του ...

τετραγώνου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, πλην του χώρου που ήταν αναγκαίος για την ανέγερση κοινοτικού καταστήματος, ο οποίος εξαιρέθηκε από την δωρεά, με σκοπό την ανέγερση του μεγάρου του. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής η τότε Κοινότητα Νέας Σμύρνης και το ενάγον συνήψαν το δωρητήριο συμβόλαιο ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Γρηγοροπούλου, που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο 1285 και υπ' αύξοντα αριθμό 395, με το οποίο, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η Κοινότητα Νέας Σμύρνης προέβη στην ως άνω δωρεά και το ενάγον αντιστοίχως την απεδέχθη, όπως το αντικείμενό της, δηλαδή το δωρηθέν γήπεδο περιγραφόταν στην προαναφερθείσα απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, χωρίς πάντως να αναγραφεί στο συμβόλαιο και ο σκοπός για τον οποίον έγινε η δωρεά.

Το έτος 1951, μετά τη μετατροπή της Κοινότητας Νέας Σμύρνης σε Δήμο, o τελευταίος, δηλαδή o εναγόμενος που την διεδέχθη, με την απόφαση 36/1951 του Δημοτικού Συμβουλίου του, η οποία εγκρίθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 31.1.1952 (ΦΕΚ A' 23/2-2-1952), αποφάσισε να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του τα οποία με την προηγούμενη 64/1939 απόφαση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του και να τα μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στο ενάγον με αποκλειστικό σκοπό να ανεγείρει αυτό στο δωρηθέν γήπεδο το μέγαρό του και το κτιριακό συγκρότημα των επαγγελματικών σχολών του.

Σε εκτέλεση της παραπάνω απόφασης οι διάδικοι συνήψαν το 7487/16.4.1952 συμβόλαιο "παραιτήσεως δια δωρεάς διαφυλαχθέντων δικαιωμάτων υπό του Δήμου Νέας Σμύρνης υπέρ της Εστίας Νέας Σμύρνης επί παραχωρηθέντος αυτή οικοπέδου", όπως αυτό επιγράφεται, του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο 1525 και υπ' αύξοντα αριθμό 413, με το οποίο ο εναγόμενος, με νέα δωρεά, παραιτήθηκε των δικαιωμάτων που είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του με την προγενέστερη 64/1939 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου (σε εκτέλεση της οποίας είχε συνταχθεί το προαναφερόμενο υπ' αριθ. 5529/1943 δωρητήριο συμβόλαιο) στον χώρο που απέκτησε το ενάγον και συγκεκριμένα στον χώρο ο οποίος βρίσκεται στο 105ο οικοδομικό τετράγωνο του σχεδίου πόλεως του εναγομένου, εμφαίνεται περιμετρικά υπό τα αλφαβητικά στοιχεία α β γ δ ε ζ η θ κ λ α στο από Ιανουαρίου 1951 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., που επισυνάπτεται στο συμβόλαιο, έχει έκταση 3.719,75 τ.μ.

και, κατά νεώτερη καταμέτρηση, 3.915,81 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με την Πλατεία Χρυσοστόμου Σμύρνης, την οδό ……. (πρώην ……) και με ακίνητο αγνώστων, δυτικά με ακίνητα αγνώστων ιδιοκτητών, βόρεια με την οδό Αγίας Φωτεινής και με ακίνητα αγνώστων ιδιοκτητών και νότια με την οδό …. και με ακίνητα αγνώστων ιδιοκτητών.

Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό η δωρεά γίνεται ". . . επί τω αποκλειστικώ σκοπώ της ανεγέρσεως επί του δωρηθέντος γηπέδου του Μεγάρου του ως άνω Ιδρύματος και του κτιριακού συγκροτήματος των Επαγγελματικών Σχολών τούτου. Μεταβαλλομένης της χρήσεως του δωρηθέντος γηπέδου, επανέρχεται τούτο αυτοδικαίως εις τον δωρητήν Δήμον.

Ούτω η μεν Εστία Νέας Σμύρνης δικαιούται και δύναται να διακατέχη, νέμηται και διαθέτη τον δωρηθέντα ως άνω χώρον και ως ούτος λεπτομερώς περιγράφεται καθ' όρια και έκτασιν εν τω άνω μνησθέντι σχεδιαγράμματι εν πλήρει δικαιώματι ιδιοκτησίας άνευ ετέρου όρου ή περιορισμού τινός πλην της επ' αυτού ανεγέρσεως του Μεγάρου αυτής και του Κτιριακού Συγκροτήματος των Επαγγελματικών Σχολών αυτής.

O δε Δήμος Νέας Σμύρνης απεκδύεται και αποξενούται παντός δικαιώματός του επί του δωρηθέντος ως άνω γηπέδου". Με τον όρο αυτό οι διάδικοι εξάρτησαν τη διατήρηση της ισχύος της δωρεάς από την, εκ μέρους του ενάγοντος - δωρεοδόχου, ανοικοδόμηση του δωρηθέντος οικοπέδου με την κατασκευή δύο κτιρίων, του επονομαζόμενου "Μεγάρου του", που θα στέγαζε τα γραφεία του και όλες τις άλλες καταστατικές - πλην των εκπαιδευτικών - δραστηριότητές του και ενός εκπαιδευτηρίου που θα στέγαζε τις επαγγελματικές του σχολές, τάσσοντας διαλυτική αίρεση αυτοδίκαιης επαναφοράς του δωρηθέντος οικοπέδου στην περιουσία του εναγομένου δωρητή αν το ενάγον δεν ήθελε εντός ευλόγου χρόνου προβεί στην συμφωνημένη ανοικοδόμησή του.

Αυτό προκύπτει σαφώς όχι μόνο από τη θετική διατύπωση του σκοπού της δωρεάς στην αρχή της πιο πάνω παραγράφου του δωρητηρίου συμβολαίου ( .. επί τω αποκλειστικώ σκοπώ της ανεγέρσεως επί του δωρηθέντος γηπέδου.. ...) αλλά και από την αρνητική διατύπωση στο τέλος της, όπου η ανέγερση των δύο κτιρίων τίθεται ως ο μοναδικός όρος ή περιορισμός των εξουσιών που αποτελούν περιεχόμενο του δικαιώματος κυριότητας που μεταβιβάζεται στο ενάγον (....άνευ ετέρου όρου ή περιορισμού τινός πλην της επ' αυτού ανεγέρσεως....).

Με την ενδιάμεση φράση "Μεταβαλλομένης της χρήσεως του δωρηθέντος γηπέδου, επανέρχεται τούτο αυτοδικαίως εις τον δωρητήν Δήμον" και ιδίως από τον χαρακτηρισμό του δωρηθέντος ως "γηπέδου" οι διάδικοι δεν διεύρυναν το περιεχόμενο της αιρέσεως προσθέτοντας στην ανοικοδόμησή του και την μετέπειτα και δη στο διηνεκές χρησιμοποίηση των κτιρίων για την στέγαση του μεγάρου και των επαγγελματικών σχολών του ενάγοντος, έτσι ώστε τυχών επιγενόμενη διαφορετική χρήση τους να επιφέρει την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως και την αυτοδίκαιη επάνοδο του δωρηθέντος στην περιουσία του εναγομένου, όπως αβάσιμα o εναγόμενος ισχυρίζεται, αλλά περιορίστηκαν στη χρήση του ως "γηπέδου".

Αν οι διάδικοι ήθελαν να συμπεριλάβουν στην διαλυτική αίρεση και τη μελλοντική, μετά την ανέγερσή τους, χρήση των κτιρίων που θα κατασκευάζονταν σε αυτό, θα το όριζαν ρητά, επιλέγοντας άλλο όρο από τον όρο "γήπεδο" που να περιλαμβάνει και τα κτίρια, τοσούτον μάλλον καθ' όσον η κατασκευή τους θα γινόταν με δαπάνες του ενάγοντος δωρεοδόχου.

Το ότι η μεταβολή της χρήσεως, που επιφέρει την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως, αναφέρεται στο γήπεδο και όχι και στα κτίρια που θα ανεγείρονταν σε αυτό είναι σύμφωνο με το σκοπό της δωρεάς, όπως αυτός καθορίζεται στο δωρητήριο συμβόλαιο, που είναι η ανοικοδόμηση του γηπέδου και μόνον, διαφορετικά θα υπήρχε αναντιστοιχία μεταξύ του σκοπού της δωρεάς και του περιεχομένου της διαλυτικής αιρέσεως.

Η τελευταία συνομολογήθηκε ακριβώς για να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού αυτού, να ανακτά δηλαδή o εναγόμενος δωρητής την κυριότητα του δωρηθέντος γηπέδου, αν το ενάγον αδυνατούσε ή αδικαιολογήτως καθυστερούσε να ανεγείρει σε αυτό τα συμφωνημένα κτίρια ή το διέθετε για άλλο σκοπό από αυτόν που συμφώνησαν, ώστε να μπορεί αυτός πλέον κατά την κρίση του να το αξιοποιήσει.

Συνεπώς η συμφωνηθείσα διαλυτική αίρεση, συνιστάμενη στην παράλειψη ανέγερσης στο δωρηθέν γήπεδο των συμφωνημένων κτιρίων, θα επληρούτο αν το ενάγον αδυνατούσε ή βράδυνε αδικαιολογήτως να τα ανεγείρει ή διέθετε το δωρηθέν γήπεδο για άλλο σκοπό από εκείνον που συμφωνήθηκε και θα ματαιωνόταν οριστικά μόλις τα κατασκεύαζε, αφότου πλέον η λόγω δωρεάς μεταβίβαση της κυριότητας του δωρηθέντος γηπέδου από τον εναγόμενο στο ενάγον θα καθίστατο οριστική.

Το ενάγον μετά την κατάρτιση του δωρητηρίου συμβολαίου και έως το έτος 1958, σε εκτέλεση των όρων αυτού, με δικές του δαπάνες που καλύφθησαν κυρίως από δωρεές τρίτων, ανήγειρε επί του δωρηθέντος οικοπέδου: α) το επονομαζόμενο "…..", ήτοι ένα κτίριο συνολικής επιφανείας 3.000 τ.μ., στο οποίο στέγασε τα γραφεία του και όλες τις λοιπές, πλην των εκπαιδευτικών, καταστατικές δραστηριότητές του, και β) το εκπαιδευτήριό του, ήτοι ένα τετραώροφο κτίριο συνολικής επιφανείας 3.000 τ.μ.

στο οποίο στέγασε τις επαγγελματικές σχολές του. Από τα παραπάνω κτίρια το "….." εξακολουθεί και σήμερα το ενάγον να το χρησιμοποιεί όπως και κατά την έναρξη της λειτουργίας του. Το εκπαιδευτήριο, όμως, από το έτος 1973 έως και το έτος 2002, το χρησιμοποιούσε εν μέρει για τη στέγαση των επαγγελματικών του σχολών, μεταξύ των οποίων η ………, η Σχολή ……, η τεχνική σχολή "…." και το εξατάξιο ημερήσιο και νυκτερινό Γυμνάσιο υπό την επωνυμία "Γυμνάσιο της ….", και εν μέρει το εξεμίσθωνε στο Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση διαφόρων σχολικών μονάδων αυτού.

Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι με τη βαθμιαία ανάπτυξη της δημόσιας τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης συρρικνώθηκε αντίστοιχα η λειτουργία των επαγγελματικών σχολών του ενάγοντος, με συνέπεια τα τμήματα του εκπαιδευτηρίου του που ετίθεντο εκτός της ιδίας αυτού χρήσεως να τα εκμισθώνει στο Ελληνικό Δημόσιο.

Το έτος 2002 έκλεισε και η τελευταία εν λειτουργία επαγγελματική σχολή του ενάγοντος, η Σχολή Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού, έκτοτε δε το ενάγον εκμισθώνει το κτίριο του εκπαιδευτηρίου του εξ ολοκλήρου για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων της περιφερείας του εναγομένου, τελευταία δε του …..Γυμνασίου Νέας Σμύρνης.

Από 1.1.2011, με το άρθρο 94 παρ. 4 του v. 3852/2010 η μίσθωση κτιρίων για τη στέγαση σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μεταφέρθηκε από το δημόσιο στην αρμοδιότητα των δήμων, με συνέπεια έκτοτε ο εναγόμενος να επιβαρύνεται με τα μισθώματα του εκπαιδευτηρίου του ενάγοντος που, ως μόνος αρμόδιος πλέον, μίσθωνε για τη στέγαση των προαναφερόμενων σχολικών μονάδων της περιφερείας του.

Για να εξοικονομήσει δε τη δαπάνη αυτή, με την από 12.7.2011 εξώδικη δήλωσή του που επέδωσε στο ενάγον την 25.7.2011 με δικαστικό επιμελητή, ισχυρίστηκε ότι περιεχόμενο της διαλυτικής αίρεσης που τέθηκε στα δωρητήρια συμβόλαια ήταν, εκτός από την εκ μέρους του ενάγοντος ανέγερση των παραπάνω κτιρίων στο δωρηθέν οικόπεδο, και η χρησιμοποίηση αυτών για τον συμφωνημένο σκοπό, ήτοι για την στέγαση του μεγάρου του και τη λειτουργία των επαγγελματικών του σχολών και δη στο διηνεκές, και ότι από το έτος 2002 που έκλεισε και την τελευταία επαγγελματική του σχολή που λειτουργούσε στο κτίριο του εκπαιδευτηρίου του, τη Σχολή Μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση της χρήσεως αυτού για τη στέγαση των επαγγελματικών του σχολών και το δωρηθέν ακίνητο επανήλθε έκτοτε αυτοδικαίως στην πλήρη κυριότητά του, κάλεσε δε το ενάγον να του το αποδώσει μέχρι την 1.9.2011.

O ισχυρισμός όμως αυτός του εναγομένου, τον οποίον και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό με τις προτάσεις του προέβαλε, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, περιεχόμενο της διαλυτικής αιρέσεως από την οποίαν εξαρτήθηκε η διατήρηση της ισχύος της επίδικης δωρεάς ήταν η παράλειψη ανοικοδόμησης του οικοπέδου κατά τον τρόπο που συμφωνήθηκε και όχι και η μετά την ανοικοδόμησή του μεταβολή της χρήσεως των κτιρίων που θα κατασκευάζονταν σε αυτό.

Αντιθέτως βάσιμος και κατ' ουσίαν, με βάση τα παραπάνω, είναι ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι με την ανοικοδόμηση του δωρηθέντος οικοπέδου κατά τον συμφωνημένο τρόπο, η παράλειψη της οποίας θα επέφερε την πλήρωση της τεθείσης στη δωρεά διαλυτικής αιρέσεως, η διαλυτική αίρεση ματαιώθηκε και η δωρεά κατέστη οριστική...".

Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 07.01.2014 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α. κατά της υπ' αριθμ. 5432/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει στο σύνολό της δεκτή η από 21.10.2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου σωματείου και είχε αναγνώρισε αφενός μεν ότι η διαλυτική αίρεση που συμφωνήθηκε από τους διαδίκους και τέθηκε στο, νομίμως μεταγραφέν, υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτιου Γρηγορόπουλου ματαιώθηκε το έτος 1958, αφετέρου δε ότι το ενάγον σωματείο είναι κύριο του επίδικου ακινήτου και των επ' αυτού ανεγερθέντων κτιρίων, ήτοι του "……" αυτού και του συγκροτήματος των επαγγελματικών σχολών αυτού. Το Εφετείο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αλλά αντίθετα τις ερμήνευσε και εφήρμοσε ορθά, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο, διαπιστώνοντας κατά τα ως άνω εμμέσως την ύπαρξη ασάφειας στην προαναφερόμενη δικαιοπραξία προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, ήτοι σε ερμηνεία τόσο του σκοπού της δωρεάς του αναιρεσείοντος προς το αναιρεσίβλητο όσο και του όρου περί μεταβολής της χρήσεως του δωρούμενου ακινήτου και της συνέπειας αυτής.

Για την ερμηνεία δε αυτή το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο το περιεχόμενο της δηλώσεως του αναιρεσείοντος περί του σκοπού της δωρεάς γηπέδου προς τον σκοπό ανεγέρσεως κτιρίων ("….." και "κτιριακού συγκροτήματος των Επαγγελματικών Σχολών"), όσο και την έννοια της μεταβολής χρήσεως του εν λόγω γηπέδου, προσδιορίζοντας το περιεχόμενο της δηλώσεως και την έννοια της μεταβολής χρήσεως με τα κριτήρια των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ..

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι σκοπός της δωρεάς ήταν η ανέγερση των ως άνω κτιριακών εγκαταστάσεων εντός ευλόγου χρόνου από την κατάρτιση της συμβάσεως με μελέτη, επίβλεψη και δαπάνη του αναιρεσίβλητου και η χρήση αυτών ως τέτοιων για χρονικό διάστημα που θα δικαιολογούνταν από τις υφιστάμενες στην Χώρα οικονομικές και εκπαιδευτικές συνθήκες, αλλ'όχι για χρονικό διάστημα εξικνούμενο στο άπειρο, επιπλέον δε δέχτηκε ότι μεταβολή της χρήσεως του δωρούμενου γηπέδου θα συνιστούμε η παράλειψη ανεγέρσεως των ως άνω κτιριακών εγκαταστάσεων και όχι η προσαρμογή της χρήσεως αυτών στην πραγματικότητα (κοινωνική, οικονομική, εκπαιδευτική) του μέλλοντος χρόνου.

Με την δοθείσα από το Εφετείο ως άνω ερμηνεία εξασφαλίστηκε και ο σεβασμός της δηλώσεως βουλήσεως του αναιρεσείοντος στην διαχρονική προβολή της, αλλά και η προστασία του δωρούμενου περιουσιακού στοιχείου από αθέμιτες επιλογές. Παραλλήλως, με την ως άνω ερμηνεία αποδόθηκε στην συνομολογηθείσα διαλυτική αίρεση το κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, περιεχόμενό της, εφόσον λήφθηκαν υπόψη τόσο η ερμηνευτική προσέγγιση έμφρονος και κοινωνικού τρίτου προσώπου, όσο και η συνδρομή των συνιστωσών (κοινωνικών, οικονομικών, εκπαιδευτικών, τοπικών, που κατηύθηναν τον αναιρεσείοντα στην πραγματοποίηση της δωρεάς, αλλά και η ανάγκη παραμονής του κτιρίου που στέγασε τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες του αναιρεσίβλητου σε κατάσταση λειτουργικότητας, αποφευγομένης της εγκαταλείψεώς του, ενόψει της διαμορφώσεως του σύγχρονου τοπίου των εκπαιδευτικών προτεραιοτήτων.

Επομένως, το Εφετείο προέβη κατά τα ως άνω σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων με βάση την καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζοντας ορθά τις πιο πάνω διατάξεις και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 202 του Α.Κ., καθόσον η πραγματική βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών ως προς την έννοια του όρου "χρήση του δωρηθέντος γηπέδου", την οποία όφειλε το Εφετείο να συναγάγει χρησιμοποιώντας τα προβλεπόμενα κατ' άρθρ. 173 και 200 ΑΚ κριτήρια, ήταν η εκτεινόμενη στο χρόνο χρησιμοποίηση και λειτουργική αξιοποίηση του δωρηθέντος ακινήτου προς εξυπηρέτηση του δωρηθέντος από τα μέρη πολύ συγκεκριμένου σκοπού, ήτοι της στεγάσεως του …..

και των ……. της "……". Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 202, καθώς και εκείνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το πιο πάνω ζήτημα του περιεχομένου και της έννοιας της συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων διαλυτικής αιρέσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο μετά την κατά τα ως άνω διαπίστωση των αναφερόμενων ασαφειών, με προσφυγή στα κριτήρια των εν λόγω διατάξεων, ήτοι αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, δέχθηκε ότι περιεχόμενο της διαλυτικής αιρέσεως, από την οποία εξαρτήθηκε η διατήρηση της ισχύος της επίδικης δωρεάς ήταν η παράλειψη ανοικοδομήσεως του οικοπέδου κατά τον τρόπο που συμφωνήθηκε και όχι και η μετά την ανοικοδόμησή του μεταβολή της χρήσεως των κτιρίων που θα κατασκευάζονταν σε αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων (εκκαλών-εναγόμενος) Δήμος.

Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητoυ, κατά τα άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ., μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281§2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.10.2018 αναίρεση του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Νέας Σμύρνης" κατά της υπ' αριθμ. 3120/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ορίζει δε το ποσό αυτών σε εξακόσια ευρώ (600,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ