204/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/1/2009 αγωγή του δεύτερου ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6098/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1242/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/3/2017 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated204/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλαν ο αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 204 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 204/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Π., συζύγου Γ. Κ., 2) Γ. Κ. του Θ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αναγνώστου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Νοχού Γρίβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/1/2009 αγωγή του δεύτερου ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6098/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1242/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/3/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1242/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί των από 5-4-2013 και 10-5-2013 εφέσεων, τις οποίες άσκησαν τα διάδικα μέρη και με τις οποίες ζήτησαν την εξαφάνιση της με αυτές εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 6068/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού συνεκδίκασε, επίσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, τις από 15-5-2008 και 12-1-2009 αγωγές τους, απέρριψε αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.
Με την ως άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφού τις συνεκδίκασε, το Εφετείο, το μεν απέρριψε ως απαραδέκτως ασκηθείσα την απευθυνομένη κατά των Θ. Α. του Ε. και του Ε. Α. του Θ., από 26-3-2013 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1380/15-4-2013) έφεση του Γ. Κ., το δε, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την απευθυνομένη κατά των ήδη αναιρεσειόντων, από 5-4-2013 (υπ' αριθμ.
εκθ. καταθ. 1348/11-4-2013) έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που είχε απορριφθεί η από 15-5-2008 αγωγή του τελευταίου (αναιρεσιβλήτου) κατά των αναιρεσειόντων και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κατά το αντίστοιχο μέρος, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή, υποχρεώνοντας τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες Δ.
συζ. Γ. Κ. το γένος Π. Κ. και Γ. Κ. του Θ., να καταβάλουν νομιμοτόκως από της υπερημερίας τους και εις ολόκληρον στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Θ. Α., το ποσό των 2.000 ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που του προξένησαν με την τέλεση σε βάρος του των αδίκων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως από την πρώτη των αναιρεσειόντων και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή από τον δεύτερο αυτών.
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Τέλος, εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με τους λόγους αναιρέσεως, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση ή μη του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, ή αν ανάγονται σε μη προταθέντα ισχυρισμό, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναιρέσεως αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται ως αβάσιμοι. (ΑΠ 1043/2015, ΑΠ 255/2010).
Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να την πλήττει κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1418/2017, ΑΠ 560/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο πρώτο λόγο της αιτήσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το από 20-6-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό ...21-6-2000, συστάθηκε η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", με έδρα τη Θεσσαλονίκη και σκοπό την εισαγωγή και εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, Ομόρρυθμοι εταίροι αυτής ήταν ο ενάγων, Θ. Α., ο οποίος μετείχε στις κερδοζημίες της εταιρίας με ποσοστό 9/15 και επιπλέον ορίσθηκε διαχειριστής αυτής, ο πατέρας του και μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ε.
Α., ο οποίος συμμετείχε στις κερδοζημίες της εταιρίας με ποσοστό 1/15 και η πρώτη εναγομένη, Δ. συζ. Γ. Κ., η οποία συμμετείχε στις κερδοζημίες της εταιρίας με ποσοστό 5/15. Ακολούθως, με το από 15-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που ομοίως καταχωρήθηκε στα προαναφερόμενα βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό .../24-03-2004, αποχώρησε από την ανωτέρω εταιρία ο Ε.
Α. (λόγω συνταξιοδότησής του) και μεταβίβασε το ποσοστό του στον ενάγοντα, ο οποίος πλέον μετείχε στις κερδοζημίες της εταιρίας με ποσοστό 10/15. Η εν λόγω εταιρία λειτούργησε έως το έτος 2005, οπότε και, με το από 15-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό ...18-3-2005, λύθηκε.
Την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εταιρίας είχε, δυνάμει του καταστατικού αυτής, ο ενάγων, ο οποίος ωστόσο, με την υπ' αριθμ. 5271/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) αντικαταστάθηκε από τον μη συμμετέχοντα στην ομόρρυθμη εταιρία, Α. Σ. Ο δεύτερος εναγόμενος, Γ.
Κ., ο οποίος ήταν υπάλληλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας (συνταξιοδοτήθηκε την 26-2-2006), ασχολούνταν παράλληλα και αυτός με την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων προερχόμενων από τη Γερμανία, και αναλάμβανε την εύρεση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για φίλους, γνωστούς και συναδέλφους του, λαμβάνοντας ως προμήθεια, για κάθε επιτευχθείσα πώληση, ένα χρηματικό ποσό, που καθοριζόταν κάθε φορά μεταξύ αυτού και του πωλητή, ανάλογα με την αξία του μεταβιβασθέντος οχήματος.
Ο δεύτερος εναγόμενος στην ως άνω δραστηριότητά του συνεργαζόταν με τον έμπορο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Δ. Κ., ο οποίος ασκούσε την ίδια ανωτέρω επαγγελματική δραστηριότητά του στην πόλη Schwabisch Gmund της Γερμανίας, ενώ επιπλέον, υπό την αυτή επαγγελματική δραστηριότητά του συνεργαζόταν και με την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία.
Στο πλαίσιο των παραπάνω συναλλαγών τους, ο Δ. Κ., όταν επιτυγχανόταν η αγοραπωλησία κάποιου αυτοκινήτου με τη μεσολάβηση του δευτέρου εναγομένου (Γ. Κ.), κατέθετε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που ο τελευταίος διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος από κοινού με τη σύζυγό του (πρώτη εναγομένη), τη συμφωνηθείσα προμήθεια.
Σημειώνεται, ότι ο δεύτερος εναγόμενος συχνά (προφανώς σε ώρες που δεν βρισκόταν στην υπηρεσία του), βοηθούσε τη σύζυγό του στη λειτουργία της επιχείρησής της, ευρισκόμενος αντ' αυτής, στο κατάστημα της εταιρίας, για την πορεία των εργασιών της οποίας ως εκ τούτου ήταν απόλυτα ενήμερος. Στις 21-12-2005 και ενώ η εκκαθάριση της ομόρρυθμης εταιρίας βρισκόταν σε εξέλιξη, ο ενάγων, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή αυτής, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έγκληση σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου.
Στην ως άνω έγκλησή του ισχυρίσθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος έπεισε τον προαναφερόμενο Δ. Κ., υπό την απειλή διακοπής της συνεργασίας του με την ομόρρυθμη εταιρία, να εμφανίζει ότι το τίμημα για τα πωληθέντα προς την εταιρία, αυτοκίνητα, που έπρεπε να του καταβάλει η τελευταία, ήταν μεγαλύτερο, από αυτό που πραγματικά αξίωνε ο ίδιος για τη μεταβίβασή τους.
Ακόμη ότι μετά την καταβολή του μεγαλύτερου αυτού τιμήματος εκ μέρους της εταιρίας, ο εν λόγω έμπορος κατέβαλε τη σχετική διαφορά (ήτοι αυτή που ανέκυπτε μεταξύ της αξίας που στην πραγματικότητα αυτός κοστολογούσε το πωληθέν όχημα και ανέμενε να εισπράξει και του ποσού που εντέλει εισέπραττε) στον δεύτερο εναγόμενο.
Κατά τα αναφερόμενα δε στην παραπάνω έγκληση, ο ίδιος ο Δ. Κ., αποκάλυψε στον ενάγοντα την προπεριγραφείσα μεθόδευση του δεύτερου εναγομένου και ειδικότερα του γνωστοποίησε, προφορικά, ότι κατέβαλε στον δεύτερο εναγόμενο, την 10-5-2004, το ποσό των 1.000,00 ευρώ, την 26-5-2004 το ποσό των 1.140,00 ευρώ, την 4-6-2004 το ποσό των 1.000,00 ευρώ, την 9-6-2004 το ποσό των 3.000,00 ευρώ, την 1-7- 2004 το ποσό των 2.000,00 ευρώ, την 12-7-2004 το ποσό των 1.780,00 ευρώ, την 9-8-2004 το ποσό των 26.450,00 ευρώ και την 14-9-2004 το ποσό των 6.530,00 ευρώ.
Το περιεχόμενο της ως άνω έγκλησης επιβεβαίωσε τόσο ο ενάγων (Θ. Α.), εξετασθείς ενόρκως ενώπιον της Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης (ΙΔ' Τμήματος), στις 14-3-2006, όσο και ο Ε. Α., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε τυγχάνει πατέρας του ενάγοντος, εξετασθείς ομοίως ενόρκως ενώπιον της αυτής Πταισματοδίκου. Η υποβολή της ως άνω έγκλησης είχε ως αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος του δεύτερου εναγομένου (Γ.
Κ.) ποινική δίωξη, η οποία επεκτάθηκε και σε βάρος του προαναφερόμενου Δ. Κ., ως συναυτουργού, για την πράξη της απάτης τελεσθείσας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000,00 ευρώ (άρθρα 13 στ.', 98, 386 παρ.1 και 3 ΠΚ.) Για την ως άνω δίωξη διενεργήθηκε κύρια ανάκριση, η οποία περατώθηκε με την έκδοση του υπ' αριθμ 966/2008, ήδη αμετάκλητου, βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των παραπάνω κατηγορουμένων.
Ειδικότερα με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτό ότι ο δεύτερος εναγόμενος εισέπραξε μεν ως προμήθεια τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά (πλην του ποσού των 26.450,00 ευρώ, το οποίο συνιστούσε τίμημα που συμφωνήθηκε για την πώληση αυτοκινήτου και εισπράχθηκε προκαταβολικά από το Δ. Κ., επιστράφηκε όμως εντέλει από αυτόν στον υποψήφιο αγοραστή, μέσω του δεύτερου εναγομένου, μετά τη ματαίωση της συμφωνηθείσας πώλησης), ωστόσο αυτά δεν συνιστούσαν προμήθειες, εισπραχθείσες με αφορμή την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων" εκ μέρους του Δ.
Κ. προς την ομόρρυθμη εταιρία, αλλά προμήθειες που εισπράχθηκαν από τον δεύτερο εναγόμενο, ενόψει της διαμεσολάβησής του για την πώληση μεταχειρισμένων οχημάτων σε φίλους και γνωστούς του, οι οποίοι προέβησαν, κατόπιν δικής του συστάσεως, σε αγορά οχήματος απευθείας από τον προαναφερόμενο έμπορο Δ. Κ., χωρίς καμία ανάμειξη στις σχετικές συμφωνίες, της ομόρρυθμης εταιρίας.
Ο δεύτερος εναγόμενος, λόγω της ως άνω ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης, υπέβαλε στις 28-1-2009, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, έγκληση σε βάρος του ενάγοντος και του πατέρα αυτού, Ε. Α., εκθέτοντας ότι ο μεν πρώτος τον κατεμήνυσε ψευδώς για απάτη και προκάλεσε στον δεύτερο την απόφαση να καταθέσει ψευδώς ως μάρτυρας.
Ύστερα από την άσκηση σχετικής δίωξης σε βάρος των ανωτέρω, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13378/2010, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αθωώθηκαν οι ανωτέρω για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και ψευδορκίας μάρτυρα, αντίστοιχα, διότι δέχθηκε ότι δεν υπήρξε δόλια προαίρεση εκ μέρους τους, διότι όσα αυτοί ισχυρίσθηκαν τα πληροφορήθηκαν από τον Δ.
Κ.. Περαιτέρω η πρώτη εναγομένη, στο πλαίσιο της σφοδρής δικαστικής διαμάχης που ανέκυψε μεταξύ της ιδίας και του ως άνω ενάγοντος-αντιδίκου της, μετά τη λύση της μεταξύ τους εταιρίας, και δη κατά το στάδιο της εκκαθάρισης των εταιρικών σχέσεών τους, άσκησε κατά του τελευταίου (Θ. Α.) και κατά του Δ. Κ., τη με αριθμό κατάθεσης 16147/21-4-2008 και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) απευθυνόμενη αίτηση επίδειξης εγγράφων, κατ' άρθρο 902 ΑΚ, δυνάμει της οποίας αξίωσε να υποχρεωθούν οι τότε αντίδικοί της να της χορηγήσουν αντίγραφα των αναφερόμενων σε αυτήν (αίτηση) οκτώ (8) τιμολογίων που αφορούσαν πωλήσεις αυτοκινήτων από το Δ.
Κ. προς την ομόρρυθμη εταιρία, καθώς επίσης και των βιβλιαρίων καταθέσεων συγκεκριμένων τραπεζικών λογαριασμών τους. Με το δικόγραφο της ως άνω αίτησής της η πρώτη εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι το τίμημα που ανέγραφαν τα τιμολόγια που εξέδιδε ο Κ. ήταν το πραγματικό, ενώ το τίμημα που κατέβαλε η ΟΕ στον Κ.
για την αγορά του οχήματος δια του διαχειριστή της, ενάγοντα, ήταν μεγαλύτερο από το πραγματικό τίμημα και ότι με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων και ο Κ. καρπώνονταν, σε βάρος της ΟΕ, τη διαφορά μεταξύ του αναγραφόμενου στα τιμολόγια και του καταβληθέντος τιμήματος. Όμως δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι ο ενάγων σύνηψε ιδιαίτερες συμφωνίες με τον Κ., αντίθετα προέκυψε ότι τα τιμολόγια, τόσο αυτά που εξέδωσε ο Κ.
όσο και τα αντίστοιχα που εξέδωσε η ΟΕ, ήταν υποτιμολογημένα, κατόπιν απαίτησης του αγοραστή-πελάτη της ΟΕ, το πραγματικό δε τίμημα καταβαλλόταν στον Κ., παρά την αναγραφή εικονικού-μικρότερου τιμήματος στο τιμολόγιο. Επίσης αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η μοναδική παράλληλη συνεργασία που είχε ο Κ.
ήταν με τον δεύτερο εναγόμενο και όχι με τον ενάγοντα. Εξάλλου, το ότι τα παραπάνω ήταν αναληθή προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της αίτησης επίδειξης εγγράφων όπου, επί λέξει σημειώνεται: "Ενώ ο πρώτος και ο δεύτερος αντίδικος (δηλαδή ο ενάγων και ο Κ.) συμφωνούσαν σε ένα συγκεκριμένο ύψος τιμήματος για κάθε αυτοκίνητο, το οποίο και κατέβαλε ο πρώτος αντίδικος στον δεύτερο αντίδικο, στον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό που τηρεί ο δεύτερος στην Αγροτική Τράπεζα, ωστόσο στο τιμολόγιο που εξέδιδε ο δεύτερος αντίδικος και συνόδευε κάθε αυτοκίνητο, δεν ανέγραφε το πραγματικό τίμημα, αλλά κατά πολύ μικρότερο. Φυσικά στα βιβλία της εταιρίας εγγράφονταν τα ποσά των (εικονικών) τιμολογίων πώλησης, παρά το γεγονός ότι στην πραγματικότητα αφαιρούνταν από το ταμείο της μεγαλύτερα ποσά που κατατίθεντο στην Αγροτική Τράπεζα".
Δηλαδή αναγνωρίζει ότι το πραγματικό τίμημα ήταν μεγαλύτερο από το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο και επομένως δεν εκταμιεύτηκαν περισσότερα χρήματα από όσα έπρεπε. Η πρώτη εναγομένη είχε ενεργή παρουσία στην εταιρία και παρακολουθούσε όλες τις δραστηριότητές της και γνώριζε για τις υποτιμολογήσεις και για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν, ώστε και λογιστικά να είναι εντάξει και το ταμείο της ΟΕ στην πραγματικότητα να μην έχει έλλειμμα.
Την ίδια δε γνώση είχε και ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος είχε, μέσω της συζύγου του, ουσιαστική συμμετοχή στη δραστηριότητα της ΟΕ, την οποία παρακολουθούσε στενά, ενώ παράλληλα συνέχισε να πωλεί αυτοκίνητα μέσω του Κ., χωρίς την ανάμειξη της ΟΕ και να εισπράττει προμήθεια από τον Κ.. Ο ενάγων, για όσα δυσφημιστικά για το πρόσωπό του εξέθεσε η πρώτη εναγομένη στην προαναφερόμενη αίτησή της περί επίδειξης εγγράφων, υπέβαλε στις 15-5-2008, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, έγκληση σε βάρος των εναγομένων.
Ύστερα από την άσκηση σχετικής δίωξης σε βάρος των ανωτέρω, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 21001/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και, ύστερα από την άσκηση σχετικής έφεσης, η υπ' αριθ.6941/2013, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκαν οι (νυν) εναγόμενοι, η πρώτη για συκοφαντική δυσφήμηση και ο δεύτερος για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη, σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών έκαστος.
Μάλιστα στο τελευταίο Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης) ο δεύτερος εναγόμενος, απολογούμενος, ομολογεί την ενασχόλησή του με την εμπορία αυτοκινήτων από παλιότερα έτη, την γνωριμία και συνεργασία του με τον Κ., τον οποίο ο ίδιος έφερε σε επαφή με τον ενάγοντα και τον οποίο ο ενάγων δεν γνώριζε μέχρι την έναρξη της λειτουργίας της εταιρίας.
Ενόψει των ανωτέρω κατατεθέντων από τον δεύτερο εναγόμενο, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός της συζύγου του, πρώτης εναγομένης, ότι ο ενάγων ήταν το άτομο που κατήρτιζε ιδιαίτερες συμφωνίες για το τίμημα των πωληθέντων οχημάτων με τον Κ., ο οποίος όμως ήταν παλιός γνώριμος και συνεργάτης του συζύγου της.
Ακόμη, απ' όσα εξέθεσε απολογούμενος ο (νυν) δεύτερος εναγόμενος στο ως άνω Δικαστήριο ενισχύεται η άποψη του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είχε την ουσιαστική διαχείριση της εταιρίας, καθώς ο ίδιος ήταν το άτομο που ερχόταν σε επαφή με τον Κ. και συμφωνούσε τις τιμές αγοράς των μεταχειρισμένων οχημάτων εκ μέρους της εταιρίας, ύστερα δε από την υποβολή εκ μέρους του ενάγοντος της προαναφερόμενης έγκλησης για απάτη σε βάρος του, ήταν αυτός που με φορτικότητα και πειθώ, εκμεταλλευόμενος και τη συζυγική σχέση που τον συνδέει με την πρώτη εναγομένη, προκάλεσε στην τελευταία την απόφαση να προβεί στην κατάθεση της προαναφερόμενης αίτησης επίδειξης εγγράφων.
Από όλα τα προαναφερόμενα καταδεικνύεται ότι το περιεχόμενο της με αριθ. κατάθεσης 16147/21-4-2008 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της πρώτης εναγόμενης, Δ. Κ., κατά του ενάγοντος Θ. Α., σύμφωνα με το οποίο υπήρχε δήθεν κρυφή συμφωνία του ενάγοντος με τον Δ. Κ. περί εικονικού τιμήματος αγοράς των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για λογαριασμό της εταιρίας, προκειμένου να καρπωθεί ο ενάγων μαζί με τον Κ.
την διαφορά μεταξύ πραγματικού και εικονικού τιμήματος, είναι ψευδές και κατασκευασμένο από τον ηθικό αυτουργό της πράξης της, δεύτερο εναγόμενο, Γ. Κ.. Η πρώτη δε εναγομένη γνώριζε περί της ανυπαρξίας οιασδήποτε συμφωνίας περί εικονικών τιμημάτων αγοράς των μεταχειρισμένων οχημάτων, σε βάρος της εταιρίας, μεταξύ του ενάγοντος και του ως άνω έμπορου Δ.
Κ., Ταυτόχρονα δε γνώριζε ότι οι ψευδείς ισχυρισμοί της σε βάρος του ενάγοντος, δύνανται να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, καθόσον δι' αυτών αποδίδονται στον ενάγοντα ανήθικες, απαξιωτικές και ποινικά κολάσιμες πράξεις. Οι ως άνω δε ισχυρισμοί της έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, καθόσον-αυτοί έγιναν γνωστοί σε τρίτα πρόσωπα, ήτοι στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε την παραπάνω αίτησή της, στους συνηγόρους των διαδίκων, στους Γραμματείς των Δικαστηρίων και λοιπά πρόσωπα.
Ο δεύτερος εναγόμενος, που εμπλέκονταν στη" δραστηριότητα της ΟΕ" είναι το άτομο που προκάλεσε στην πρώτη εναγομένη την απόφαση να προβεί στην ως άνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης του πρώην συνεταίρου της. Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, συνιστάμενη, με βάση τα προαναφερθέντα, στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, που έλαβε χώρα με τον ως άνω τρόπο, ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη, το ύψος της οποίας το Δικαστήριο, εκτιμώντας το είδος της προσβολής, την έκταση της ζημίας και την οικονομική κατάσταση των μερών, καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, το οποίο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 Α.Κ.).".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμου του μόνου, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, λόγου εφέσεως του ενάγοντος της από 15-5-2008 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 12936/2010) αγωγής, και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, που είχε κρίνει αντιθέτως, και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω αγωγή του τελευταίου (ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου) και υπεχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος και νομιμοτόκως από της υπερημερίας τους, στον αντίδικό τους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε και από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα από τις προαναφερόμενες στο αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης παραδοχές: α) ότι απεδείχθη, ότι ήταν αναληθής ο επίδικος ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης, ότι το τίμημα που ανέγραφαν τα τιμολόγια που εξέδιδε ο Κ. ήταν το πραγματικό, ενώ το τίμημα που κατέβαλε η ΟΕ στον Κ.
για την αγορά του οχήματος δια του διαχειριστή της, ενάγοντα, ήταν, με βάση ιδιαίτερη μεταξύ τους συμφωνία για το τίμημα των πωληθέντων οχημάτων, μεγαλύτερο από το πραγματικό τίμημα και ότι με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) και ο Κ. καρπώνονταν, σε βάρος της ΟΕ, την διαφορά μεταξύ του αναγραφόμενου στα τιμολόγια και του καταβληθέντος τιμήματος, β) ότι, αντιθέτως, απεδείχθη ότι αληθές ήταν, ότι τα τιμολόγια, τόσο αυτά που εξέδωσε ο Κ., όσο και τα αντίστοιχα που εξέδωσε η ΟΕ, ήταν υποτιμολογημένα, κατόπιν απαιτήσεως του αγοραστή-πελάτη της ΟΕ και το πραγματικό τίμημα καταβαλλόταν στον Κ., παρά την αναγραφή εικονικού-μικρότερου τιμήματος στο τιμολόγιο, γ) ότι, επίσης αληθές ήταν, ότι η μοναδική παράλληλη συνεργασία που είχε ο Κ.
ήταν με τον δεύτερο εναγόμενο και όχι με τον ενάγοντα, δ) ότι απεδείχθη, ότι πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα είχε ενεργό παρουσία στην εταιρία και παρακολουθούσε όλες τις δραστηριότητές της και γνώριζε για τις υποτιμολογήσεις και για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν, ώστε και λογιστικά να είναι εντάξει και το ταμείο της ΟΕ στην πραγματικότητα να μην έχει έλλειμμα, ε) ότι απεδείχθη, ότι την ίδια γνώση για τις εταιρικές δραστηριότητες, τις ως άνω υποτιμολογήσεις και για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν, είχε και ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε, μέσω της συζύγου του (πρώτης εναγομένης - πρώτης αναιρεσειούσης), ουσιαστική συμμετοχή στη δραστηριότητα της ΟΕ και την ουσιαστική διαχείριση αυτής, την οποία παρακολουθούσε στενά, δεδομένου ότι συχνά, σε ώρες που δεν βρισκόταν στην υπηρεσία του, βοηθούσε τη σύζυγό του στη λειτουργία της επιχείρησής της, ευρισκόμενος αντ' αυτής, στο κατάστημα της εταιρίας, και ήταν ως εκ τούτου απόλυτα ενήμερος για την πορεία των εργασιών της, όντας εκείνος που ερχόταν σε επαφή με τον Κ.
και συμφωνούσε τις τιμές αγοράς των μεταχειρισμένων οχημάτων εκ μέρους της εταιρίας, ενώ παράλληλα συνέχισε να πωλεί αυτοκίνητα μέσω του Κ., χωρίς την ανάμειξη της ΟΕ και να εισπράττει προμήθεια από τον Κ., στ) ότι, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, το περιεχόμενο της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 16147/21-4-2008 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της πρώτης εναγόμενης (ήδη πρώτης αναιρεσειούσης), Δ.ς Κ., κατά του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) Θ.
Α., σύμφωνα με το οποίο υπήρχε δήθεν κρυφή συμφωνία του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) με τον Δ. Κ. περί εικονικού τιμήματος αγοράς των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για λογαριασμό της εταιρίας, προκειμένου να καρπωθεί ο ενάγων μαζί με τον Κ. την διαφορά μεταξύ πραγματικού και εικονικού τιμήματος, είναι ψευδές και κατασκευασμένο από τον ηθικό αυτουργό της πράξης της, δεύτερο εναγόμενο, Γ.
Κ., ζ) ότι η πρώτη εναγομένη γνώριζε περί της ανυπαρξίας οιασδήποτε συμφωνίας περί εικονικών τιμημάτων αγοράς των μεταχειρισμένων οχημάτων, σε βάρος της εταιρίας, μεταξύ του ενάγοντος και του ως άνω έμπορου Δ. Κ., επίσης δε γνώριζε ότι οι ψευδείς αυτοί ισχυρισμοί της σε βάρος του ενάγοντος, γενόμενοι γνωστοί σε τρίτα πρόσωπα, ήτοι στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε την παραπάνω αίτησή της, στους συνηγόρους των διαδίκων, στους Γραμματείς των Δικαστηρίων και λοιπά πρόσωπα, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, καθ' όσον δι' αυτών αποδίδονται στον ενάγοντα ανήθικες, απαξιωτικές και ποινικά κολάσιμες πράξεις και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου, η) ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων ήταν αυτός, που με φορτικότητα και πειθώ, εκμεταλλευόμενος και τη συζυγική σχέση που τον συνδέει με την πρώτη εναγομένη - πρώτη των αναιρεσιβλήτων σύζυγό του, προκάλεσε σ' αυτήν την απόφαση να προβεί στην κατάθεση της προαναφερόμενης αιτήσεως επιδείξεως εγγράφων με τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν ως άνω συκοφαντικά περιστατικά, που αφορούσαν τον πρώην συνεταίρο της αναιρεσίβλητο και θ) ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, συνιστάμενη, με βάση τα προαναφερθέντα, στην προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, που έλαβε χώρα με τον ως άνω τρόπο, ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη, προκύπτει, ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εν προκειμένω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, 361, 362, 363 και 367 ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το σχετικό μέρος του, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη τις αιτιάσεις: α) ότι ενώ δέχεται ότι ο δεύτερος αυτών δεν είχε σχέση με τις αγοραπωλησίες της ομόρρυθμης εταιρείας, στην οποίαν μέλη ήσαν η πρώτη αυτών και ο αναιρεσίβλητος και οι συγκεκριμένες, που αναφέρει ο τελευταίος στην ένδικη αγωγή του, αφορούν διαμεσολάβησή του σε πωλήσεις μεταχειρισμένων οχημάτων σε φίλους και γνωστούς του, χωρίς την ανάμειξη της ομόρρυθμης εταιρείας, όπως έγινε δεκτό και από το υπ' αριθμ. 966/2008 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο τούτο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά τούτου (δευτέρου αναιρεσείοντος) για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, στην συνέχεια αντιφατικώς δέχεται, ότι η μοναδική παράλληλη συνεργασία, που είχε ο Κ.
ήταν με τον ίδιο (δεύτερο αναιρεσείοντα) και όχι με τον αναιρεσίβλητο, β) ότι ενώ το ως άνω υπ' αριθμ. 966/2008 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δέχεται και η αναιρεσιβαλλομένη υιοθετεί, ότι ουδέποτε ο δεύτερος αυτών (αναιρεσειόντων) μεσολάβησε μέσω του Κ. στις πωλήσεις αυτοκίνητων από την ομόρρυθμη εταιρεία της συζύγου του - πρώτης αναιρεσειούσης - και του αναιρεσιβλήτου, ακολούθως αντιφατικώς δέχεται αφ' ενός μεν ότι ο Κ.
είχε σχέσεις και συνεργασία μόνον με αυτόν (δεύτερο αναιρεσείοντα), αφ' ετέρου ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε ενεργή παρουσία και παρακολουθούσε τις δραστηριότητες και γνώριζε τις υποτιμολογήσεις των πωλουμένων από την εταιρεία αυτοκινήτων και τον τρόπο που λειτουργούσαν και ότι την ίδια γνώση είχε και ο δεύτερος αναιρεσείων, ο οποίος μέσω της συζύγου του (πρώτης αναιρεσειούσης) είχε ουσιαστική συμμετοχή στην δραστηριότητα της ομόρρυθμης εταιρείας την οποία παρακολουθούσε στενά, ενώ συνέχιζε να πωλεί αυτοκίνητα μέσω του Κ.
και να εισπράττει από αυτόν την προμήθεια χωρίς την ανάμειξη της εταιρείας. Κατ' αμφότερα τα ως άνω μέρη του αυτά ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι οι ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαίες για την θεμελίωση ή μη του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και την στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων.
Και τούτο, ειδικότερα, διότι στον αναιρεσείοντα αυτόν αποδίδεται, με την ένδικη αγωγή, η άδικη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην συντιθέμενη από τα προαναφερόμενα περιστατικά και αποδιδομένη στην πρώτη αναιρεσείουσα άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, περιεχόμενο της οποίας, όπως από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, δεν αποτελούν οι συγκεκριμένες οκτώ αγοραπωλησίες αυτοκινήτων, αλλά η ύπαρξη δήθεν κρυφής συμφωνίας του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και του Δ.
Κ. περί εικονικού τιμήματος αγοράς των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για λογαριασμό της εταιρίας, προκειμένου να καρπωθεί ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) μαζί με τον Κ. την διαφορά μεταξύ πραγματικού και εικονικού τιμήματος. Περαιτέρω, και σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη, όπως από το σύνολο των παραδοχών της προκύπτει, απλώς και μόνον παραθέτει τις παραδοχές του ανωτέρω, απαλλακτικού, όπως προαναφέρεται, του δευτέρου αναιρεσείοντος, βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, όπως επίσης και της υπ' αριθμ. 21.001/2012 αποφάσεως του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να τις "υιοθετεί", όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά συνεκτιμώντας και το βούλευμα και την απόφαση αυτή, ως αποδεικτικά μέσα, με τις λοιπές αποδείξεις, όπως τούτο προκύπτει από τις περαιτέρω, ως άνω, παραδοχές της, καταλήγει στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, ότι αμφότεροι αυτοί γνώριζαν τις υποτιμολογήσεις των πωλουμένων από την εταιρεία αυτοκινήτων, ότι ο δεύτερος αυτών ήταν στην ουσία ο διαχειριστής της εταιρείας και ότι συνέχιζε να πωλεί μέσω του Κ.
αυτοκίνητα, χωρίς την ανάμειξη της εταιρείας και να λαμβάνει από αυτόν προμήθεια και όχι από την εταιρεία, όπως, επίσης αβασίμως, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη. Επομένως, κατά τούτο, οι αιτιάσεις αυτές, ως αναγόμενες στην ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων τυγχάνουν απαράδεκτες και απορριπτέες.
γ) ότι, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες περαιτέρω την προσβαλλομένη, με τις παραδοχές των ανωτέρω υπ' αριθμ. 966/2008 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμ. 21.001/2012 αποφάσεως του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αντιστοίχως, ότι ουδέποτε ο δεύτερος αυτών (αναιρεσειόντων) μεσολάβησε μέσω του Κ.
στις πωλήσεις αυτοκίνητων από την ομόρρυθμη εταιρεία της συζύγου του και ότι την ίδια γνώση είχε και είχε και ο δεύτερος ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είχε πραγματική συμμετοχή στην δραστηριότητα της ΟΕ την οποία παρακολουθούσε στενά, ενώ παράλληλα συνέχισε να πωλεί αυτοκίνητα μέσω του Κ. χωρίς την ανάμειξη της ΟΕ και να εισπράττει προμήθεια από τον Κ.
για τις αγορές που πραγματοποιούσε η ΟΕ, είναι αντιφατική η παραδοχή της προσβαλλομένης, ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα είχε ενεργό παρουσία στην εταιρία και παρακολουθούσε όλες τις δραστηριότητές της και γνώριζε για τις υποτιμολογήσεις και για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν, ώστε και λογιστικά να είναι εντάξει και το ταμείο της ΟΕ στην πραγματικότητα να μην έχει έλλειμμα, και ότι την ίδια γνώση για τις εταιρικές δραστηριότητες, τις ως άνω υποτιμολογήσεις και για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν, είχε και ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε, μέσω της συζύγου του (πρώτης εναγομένης - πρώτης αναιρεσειούσης), ουσιαστική συμμετοχή στη δραστηριότητα της ΟΕ και την ουσιαστική διαχείριση αυτής, την οποία παρακολουθούσε στενά, δεδομένου ότι συχνά, σε ώρες που δεν βρισκόταν στην υπηρεσία του, βοηθούσε τη σύζυγό του στη λειτουργία της επιχείρησής της, ευρισκόμενος αντ' αυτής, στο κατάστημα της εταιρίας, και ήταν ως εκ τούτου απόλυτα ενήμερος για την πορεία των εργασιών της, όντας εκείνος που ερχόταν σε επαφή με τον Κ.
και συμφωνούσε τις τιμές αγοράς των μεταχειρισμένων οχημάτων εκ μέρους της εταιρίας, ενώ παράλληλα συνέχισε να πωλεί αυτοκίνητα μέσω του Κ., χωρίς την ανάμειξη της ΟΕ και να εισπράττει προμήθεια από τον Κ., άλλως ότι η παραδοχή αυτή της αναιρεσιβαλλομένης. Η αιτίαση αυτή, υπό το ανωτέρω περιεχόμενό της, ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των ανωτέρω βουλεύματος και ποινικής αποφάσεως ως αποδεικτικών μέσων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και συνεπώς, τυγχάνει απαράδεκτη και απορριπτέα, σε κάθε δε περίπτωση και οι ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης διατυπώθηκαν ως εκ περισσού, ως παραδοχές της αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαίες για την θεμελίωση ή μη του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και την στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, δ) ότι, αιτιώνται εισέτι οι αναιρεσείοντες, είναι αντιφατική η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο δεύτερος αυτών (αναιρεσειόντων) είχε την ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας, καθώς ήταν το άτομο που ερχόταν σε επαφή με τον Κ.
και συμφωνούσε τις τιμές αγοράς των μεταχειρισμένων οχημάτων εκ μέρους της εταιρείας, προς την παραδοχή του αμετακλήτου υπ' αριθμ. 966/2008 απαλλακτικού του αναιρεσείοντος αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά ανάμειξη στις αγοραπωλησίες αυτοκινήτων από την εταιρεία και ότι οι συγκεκριμένες αγοραπωλησίες που ανέφερε ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη αγωγή του αφορούν διαμεσολάβηση αυτού στην πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων σε φίλους και γνωστούς του χωρίς την ανάμειξη της εταιρείας.
Και η αιτίαση αυτή, υπό το ανωτέρω περιεχόμενό της, όπως και οι λοιπές, που αναφέρονται στον πρώτο αυτό λόγο αναιρέσεως, ανάγονται στην ανέλεγκτη εκτίμηση του ανωτέρω βουλεύματος ως αποδεικτικού μέσου και στην συνεκτίμησή του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεπώς, τυγχάνουν απαράδεκτες και απορριπτέες, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου, μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου, ότι η πρώτη εναγομένη είχε ενεργή παρουσία στην εταιρεία και παρακολουθούσε όλες τις δραστηριότητές της και γνώριζε για τις υποτιμολογήσεις και για τον τρόπο με τον οποίον λειτουργούσαν, ώστε και λογιστικά να είναι εντάξει και το ταμείο της ΟΕ να μη έχει έλλειμα και εκείνης (παραδοχής) ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων προκάλεσε στην πρώτη αυτών την απόφαση να προβεί στην κατάθεση της προαναφερομένης αιτήσεως επιδείξεως εγγράφων, περιεχόμενο της οποίας αποτελούν τα ως άνω δυσφημιστικά του αναιρεσιβλήτου περιστατικά, ουδεμία αντίφαση υφίσταται, αφού ανάγονται σε περιστατικά που συγκροτούν τις διαφορετικές ως άνω ενέργειες των αναιρεσειόντων και η μία παραδοχή ως προς την ενέργεια του ενός κατ' ουδένα τρόπο αποκλείει ή αναιρεί ή έρχεται σε αντίθεση με την πράξη του άλλου.
Περαιτέρω, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος εκείνο, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας και συγκεκριμένα της παραβιάσεως των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).
Σε κάθε, όμως, περίπτωση με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Και τούτο διότι τα ανελέγκτως, ως άνω, δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση αυτού από την πρώτη των αναιρεσειόντων και ηθική αυτουργία σε αυτήν από τον δεύτερο αυτών και δικαιολογούν την παραδοχή της εναντίον τους αγωγής αυτού (αναιρεσιβλήτου).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τί προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιόν ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990, 451/2014). Εφ' όσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, ούτε βέβαια ελέγχεται με τον λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικώς, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της αποφάσεως, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1723/2014).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ως αποδειχθέντες τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσιβλήτου), ότι οι επίδικοι ισχυρισμοί της της πρώτης των αναιρεσειόντων αυτών στην ως άνω αίτηση επιδείξεως εγγράφων για τον αναιρεσίβλητο ήσαν ψευδείς και η ίδια τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους, ως και ότι την απόφαση να τελέσει αυτή (πρώτη αναιρεσείουσα) την άδικη αυτή πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως του αναιρεσιβλήτου, την προκάλεσε ο δεύτερος αναιρεσείων, ενώ απεδείχθη το αντίθετο από τα αποδεικτικά μέσα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο την κρίση του για τα ουσιώδη αυτά ζήτημα, την σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα δημόσια έγγραφα των μεταξύ των διαδίκων λαβουσών χώρα ποινικών διαδικασιών και επομένως, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια.
Ο ίδιος αυτός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338-341 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τ' άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 14/2005).
Αντιθέτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 115/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11(γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρός του Μ.
Μ., που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, ενώ όφειλε να διαγνώσει ότι ο μάρτυρας του αντιδίκου του Γ. Α. ήταν μειωμένης αξιοπιστίας. Από τη ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της βεβαιώσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθησαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το αποδεικτικό αυτό μέσο και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί αφορά σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.
Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλαν ο αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 3-3-2017 αίτηση των Δ. Κ. του Π., συζ. Γ. Κ., και Γ. Κ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1242/2016 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ