Supreme Court allows appeal against insurance company, rejecting appeal against insured's claim for damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by an insurance company against a lower court decision, while simultaneously rejecting the appeal filed by the insured. The insured had sued for damages following an accident, and the insurance company argued that the claim was time-barred under a two-year statute of limitations. The court found that the lower courts incorrectly applied the statute of limitations, extending it to twenty years, which violated substantive law provisions. Consequently, the court set aside the final judgment against the insurance company, remanded the case for retrial, and dismissed the insured's appeal on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Articles 261, 268 of the Civil Code; Article 10 of Law 489/1976: In cases of tort, the five-year limitation period for damages begins when the victim learns of the harmful consequences and the obligor; a lower court's decision to extend this period to twenty years violates substantive law and must be set aside.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 204 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 204/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και συνεκδικάστηκε με την από 5-3-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της Γ. Α. Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2012 μη οριστική και 122/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-4-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α' Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής, για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α' Α.Κ., κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ., από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου, (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ.), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή, (εικοσαετής), παραγραφή προϋποθέτει, αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 Α.Κ., την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή, κατ' άρθρο 261 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 24/2003, Ολ.ΑΠ 38/1996).
Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται, όμως, αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει, αφότου, ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 426/2014 ΝοΒ 2014.1666).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του ν. 489/1976, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσόμενων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.
Η ανωτέρω διάταξη, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ., και ισχύουν και για αυτή τα ανωτέρω σχετικώς αναφερόμενα για τη διακοπή, αναστολή και επιμήκυνση της παραγραφής (ΑΠ 1993/2013, ΑΠ 1907/2007). Η αποζημίωση για τις δαπάνες λήψης βελτιωμένης τροφής και πρόσληψης οικιακής βοηθού δεν αποτελεί περιοδική παροχή κατά την έννοια των άρθρων 250 αρ. 17, 254 και 268 εδ.
β' Α.Κ., διότι δεν έχει εκ των προτέρων ορισμένο περιεχόμενο και δεν παράγεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, αλλ' εξαρτάται από την επέλευση συγκεκριμένης ζημίας κατά τον κρίσιμο χρόνο (ΑΠ 1037/2001). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι δικαιούχος της απαιτήσεως κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι όποιος έχει απαίτηση αποζημιώσεως για αποκατάσταση ζημίας από αυτοκινητικό ατύχημα.
Η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου διαμορφώνεται από το νόμο έναντι του ζημιωθέντος προσώπου και όχι έναντι του υποχρέου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστικού εκείνου οργανισμού που υποχρεώνεται, είτε βάσει του νόμου, είτε της ασφαλιστικής συμβάσεως. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ζημιώσαντος δεν ιδρύεται οποιαδήποτε έννομη σχέση.
Εξαίρεση στα ανωτέρω υπάρχει σε περίπτωση πτωχεύσεως του ασφαλιστή ή ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας του, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 24 του παραπάνω νόμου, στη θέση του εν λόγω ασφαλιστή υποκαθίσταται, αυτοδικαίως, εκ του νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος - εναγομένου ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", η οποία στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και κατά της υπ' αριθμ.122/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρα 681Α ΚΠολΔ, 666, 670 - 676 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.
Από την παραδεκτή, κατ'αρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη με την από 16-4-2006 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../81/18-4-2006) αγωγή της που άσκησε κατά του αναιρεσείοντος και της Γ. Π. (μη διαδίκου στην προκείμενη αναιρετική δίκη), υπαίτιας του ενδίκου ατυχήματος, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2006 μέχρι και 31-1-2016, με το νόμιμο τόκο από την ημεροχρονολογία καταβολής του μέχρι την εξόφληση, για δαπάνη διατήρησης πρωινής και απογευματινής οικιακής βοηθού, τις οποίες είχε ανάγκη για την εξυπηρέτησή της, εξαιτίας της μόνιμης κατά ποσοστό 50% αναπηρίας που υπέστη, από τον τραυματισμό της, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που περιγράφεται στην αγωγή και οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, Γ.
Π., οδηγού του ...17 ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το ήδη αναιρεσείον. Ότι το ανωτέρω ποσό αποτελεί απρόβλεπτη μέλλουσα ζημία της, πέραν αυτής που της επιδικάστηκε με τη με αριθμό 965/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε επί της από 4-1-2001 πρώτης αγωγής της.
Η Γ. Π. άσκησε κατά του συνεναγομένου της την από 5-3-2007 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../58/7-3-2007) ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη ότι η άδεια της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα που οδηγούσε ανακλήθηκε οριστικά δυνάμει της αναφερόμενης στην αγωγή αυτή απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, ζητούσε σε περίπτωση ήττας της, να αναγνωριστεί, μετά την νόμιμη μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι το παρεμπιπτόντως εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει κάθε ποσό που τυχόν θα υποχρεωνόταν αυτή να καταβάλει στην αρχικώς ενάγουσα, νομιμοτόκως από το χρόνο πληρωμής μέχρι την εξόφληση.
Επί των αγωγών αυτών, κυρίας και παρεμπίπτουσας, εκδόθηκε η με αριθμ. 39/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία αφού έκρινε νόμιμη την κύρια αγωγή, απέρριψε αυτή, λόγω παραγραφής, ως προς το δεύτερο εναγόμενο (αναιρεσείον), έκανε εν μέρει δεκτή αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη, Γ.
Π. και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, ως παθητικά ανομιμοποίητη. Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Πατρών την από 30-4-2008 έφεση και η Γ. Π. την από 8-9-2008 έφεσή της και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 180/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, ως παθητικά ανομιμοποίητη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της από 8-9-2008 έφεσης της Γ.
Π. και ως ουσιαστικά βάσιμου και κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή της και επίσης απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η ένσταση παραγραφής της αξίωσής της που προβλήθηκε από την Γ. Π. και ως απαράδεκτος ο λόγος έφεσης της πρώτης εναγόμενης με τον οποίο προβάλλεται ο ίδιος ισχυρισμός και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό αυτό και ακολούθως έκανε δεκτή την από 8-9-2008 έφεση και από ουσιαστική άποψη, ως προς το μέρος που αφορά το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της αυτό και αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η κατ' ουσίαν κρίση και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο των εφέσεων, προκειμένου να διενεργηθεί η ιατρική πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε από το Δικαστήριο από τον πραγματογνώμονα που ορίστηκε με την ίδια απόφαση.
Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και την εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Πατρών, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε, ως προς την ένσταση παραγραφής, που πρόβαλε το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, τα εξής: "Στις 22-3-2000 από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης, που οδηγούσε το ...17 ΙΧΕ αυτοκίνητό της, το οποίο κατά το χρόνο αυτό ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε το δεύτερο εναγόμενο ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "...", λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της με την Κ-.../19-6-2001 Υ.Α., προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα (εκτροπή του αυτοκινήτου), κατά το οποίο τραυματίστηκε η ενάγουσα, η οποία επέβαινε στο αυτοκίνητο αυτό. Ειδικότερα, υπέστη συντριπτικό κάταγμα II σπονδύλου, κάταγμα εξάρθρημα ιερολαγονίων αριστερά, κάταγμα αριστερού λαγονίου και κοτύλης και παράλυση ισχιακού νεύρου, κάταγμα ηβοϊσχιακών κλάδων και αιμάτωμα αριστερού γλουτού και ελάσσονος πυέλου, κατάγματα 03, 04 και 05 οσφυϊκών σπονδύλων και κάκωση θώρακος με θλάση πνευμόνων και συλλογή αίματος στον υπεζωκότα.
Από τις κακώσεις αυτές και ιδίως την παράλυση του ισχιακού νεύρου η ενάγουσα κατέστη διά βίου μερικώς ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας 50%, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από την …55/8-2-2002 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ορθοπεδικού ιατρού Τ. Τ. που διατάχθηκε με την 132/2001 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, κατά τη συζήτηση της από 4-1-2001 αγωγής της ενάγουσας κατά των εναγομένων.
Λόγω της αναπηρίας της αυτής, η ενάγουσα κατέστη ανίκανη να ασχοληθεί με τις οικιακές εργασίες της για μία πενταετία από τον τραυματισμό της. Όλα τα παραπάνω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με τις με αριθμούς 2/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και 965/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκαν επί της προαναφερόμενης από 4-1-2001 αγωγής της ενάγουσας κατά των ήδη εναγομένων, το δεδικασμένο δε αυτό εμποδίζει την εκ νέου έρευνά τους (322, 324 Κ.Πολ.Δ), όπως τα παραπάνω έγιναν δεκτά με τη με αριθμό 180/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Με τον πρώτο λόγο της από 30-4-2008 έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε δεκτή, ως ουσία βάσιμη την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσής της κατά του δεύτερου εναγομένου και απέρριψε την αγωγή της ως προς αυτό ως υποκύψασα στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, καθόσον έλαβε γνώση της ύπαρξης μόνιμης αναπηρίας της από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ….
στις 10-1-2007 και όχι από την 26-9-2002, όπως εσφαλμένα κατά τους ισχυρισμούς της δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την οποία προσκομίστηκε η προαναφερόμενη ιατρική πραγματογνωμοσύνη και αποτελεί την ημεροχρονολογία συζήτησης της πρώτης αγωγής της ενάγουσας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι από την 26-9-2002, οπότε η ενάγουσα έλαβε γνώση του πορίσματος του πραγματογνώμονα που προσκομίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της πρώτης αγωγής της και μέχρι το χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αγωγής (18-4-2006) παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της διετίας και ακολούθως έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής του δεύτερου εναγομένου.
Με την κρινόμενη από 16-4-2006 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../81/12-4-2006) αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε την αποκατάσταση της απρόβλεπτης, όπως ισχυρίζεται, κατά την άσκηση της πρότερης αγωγής της μελλοντικής ζημίας της, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και αντιστοιχεί στη δαπάνη την οποία πρέπει να υποβληθεί για την απασχόληση πρωινής και απογευματινής οικιακής βοηθού επί μία δεκαετία, ήτοι από 1-2-2006, οπότε έπαυσε να της καταβάλλεται το, με τις παραπάνω αποφάσεις, επιδικασθέν, για την ίδια αιτία, κονδύλιο, έως και τις 31-1-2016, εφόσον αδυνατεί να κινηθεί και έχει ανάγκη μόνιμα κηδεμόνα και βακτηρίας καθώς και ανθρώπου να την περιποιείται και να τη βοηθάει στις καθημερινές οικιακές εργασίες της.
Επικαλείται δε και προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού την προαναφερόμενη (….55/8-2-2002) ιατρική πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με την οποία "....Η παράλυση του ισχιακού νεύρου έχει ως αποτέλεσμα η ασθενής να έχει μόνιμη ανάγκη από κηδεμόνα και βακτηρία για να μπορεί να βαδίζει. Η παράλυση αυτή θεωρείται μόνιμη και δεν υπάρχει ελπίδα βελτίωσης...
Η ασθενής έχει μόνιμη μερική αναπηρία 50% η οποία δεν επιτρέπει στην ποθούσα να κάνει εργασία που χρειάζεται βάδιση και ορθοστασία...", την από 28-11-2006 βεβαίωση νοσηλείας του Περ. Γεν. Νοσοκομείου Αθηνών "..." σύμφωνα με την οποία "η παράλυση του ισχιακού νεύρου θεωρείται πλέον μόνιμη, χρειάζεται ειδικό κνημοποδικό νάρθηκα για τη βάδιση και βοήθεια από άλλο άτομο", την …18/30-3-2004 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα παρουσιάζει "παράλυση ισχιακού νεύρου αρ.
κάτω άκρου μόνιμη βλάβη ισόβια αναπηρία" και η αναπηρία της ανέρχεται σε ποσοστό 50% και τη με αριθ. 3/10-1-2007 γνωμάτευση της ίδιας ως άνω Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα βαδίζει χωλαίνοντας και η παράλυση του ισχιακού νεύρου θεωρείται πλέον μόνιμη και χρειάζεται ειδικό κνημοποδικό νάρθηκα για τη βάδιση, κρίθηκε δε ανάπηρη σε ποσοστό 50% "κατά ιατρική πρόβλεψη από 10-11-2006 μέχρι και 31-11-2009".
Με την πρότερη αγωγή της (22-1-2001), η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ισχυριζόμενη ότι "...αδυνατώ να κινηθώ και έχω υποστεί συντριπτική αναπηρία από τη μέση και κάτω και ουσιαστικά παραμένω ακινητοποιημένη, γεγονός που θα έχει διαρκή αποτελέσματα...", ζήτησε, επικαλούμενη ότι λόγω του σοβαρού τραυματισμού της και της πλήρους αδυναμίας της να περιποιηθεί τον εαυτό της, και δαπάνη οικιακής βοηθού εκ ποσού 520.000 δραχ., για το χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι την άσκηση της ως άνω αγωγής και επιπλέον για πέντε έτη, επικαλούμενη ότι θα υποχρεωθεί σύμφωνα με τα συνήθη συμβαίνοντα και τα προβλεπόμενα με μαθηματική ακρίβεια και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προβλεπόμενα γεγονότα και σύμφωνα με τις ιατρικές γνωματεύσεις, να καταβάλει το ποσό των 130.000 δρχ.
ανά μήνα και για χρονικό διάστημα στο μέλλον τουλάχιστον πέντε ετών. Με την κρινόμενη δε αγωγή της η ενάγουσα δεν αρνείται ότι γνώριζε από την άσκηση της προηγούμενης αγωγής τη μονιμότητα της αναπηρίας της, αλλά εκθέτει ότι η ένδικη αξίωση ήταν απρόβλεπτη, διότι είχε την ελπίδα ότι θα αποκατασταθεί η υγεία της, ελπίδα που απώλεσε όταν εκδόθηκε η προαναφερόμενη 3/10-1-2007 γνωμάτευση του ΙΚΑ, οπότε από δημόσιο έγγραφο κατόπιν ιατρικού ελέγχου από την αρμόδια επιτροπή επιβεβαιώνεται η μόνιμη αναπηρία της.
Περαιτέρω, η πρώτη αγωγή της ενάγουσας κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 10-1-2001 και επιδόθηκε στις 22-1-2001 και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 132/2001 προδικαστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8-2-2002 και στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 2/2003 οριστική του απόφαση, κατά της οποίας η ενάγουσα και το δεύτερο εναγόμενο άσκησαν τις από 27-2-2003 (αριθ.
κατάθ. …6/28-2-2003) και από 28-2-2003 (αριθ. κατάθ. 17-3-3-2003) εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 965/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δημοσιεύτηκε στις 29-10-2004. Η ένδικη δε αγωγή επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο στις 2-5-2006. Η ανωτέρω αγωγή της ενάγουσας ασκήθηκε πριν την συμπλήρωση της διετούς παραγραφής...
και οι ανωτέρω αποφάσεις εκδόθηκαν χωρίς να έχει μεσολαβήσει διετία μεταξύ των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων. Επομένως, η ένδικη αυτή αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας της πιο πάνω με αριθμό 965/2004 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή των δύο (2) ετών του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 489/1976 και έτσι επιμηκύνθηκε η παραγραφή αυτών, μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 268 εδ.
α' ΑΚ. η οποία, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προπαρατέθηκαν, εφαρμόζεται και στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 2 § 2 του Ν. 489/1976, και τούτο διότι, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την ένσταση αυτή, που προέβαλε το δεύτερο εναγόμενο και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης της ενάγουσας ως βάσιμου και κατ' ουσίαν, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του δεύτερου εναγόμενου ως ουσία αβάσιμων".
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση όλων των παραπάνω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αλλά και των παραδοχών του Εφετείου το ένδικο ατύχημα έγινε στις 22-3-2000 και η υπό κρίση αγωγή που αφορά προβλεπτές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης μεταγενεστέρου της πρώτης αγωγής αυτής χρονικού διαστήματος (περαιτέρω ζημία αυτής για το από 1-2-2006 μέχρι και 31-1-2016 χρονικό διάστημα), επιδόθηκε στο αναιρεσείον "Επικουρικό Κεφάλαιο", στις 2-5-2006 και συνεπώς οι με την αγωγή αυτή ένδικες αξιώσεις της (αναιρεσίβλητης), έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 (όπως η παρ. 2 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 7 του ν. 3557/1976), η οποία παραγραφή, αρχομένη από του ατυχήματος, συμπληρώθηκε πριν την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 965/29-10-2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών, δεδομένου ότι, ούτε η άσκηση της προηγούμενης αγωγής ούτε οι επιχειρηθείσες στα πλαίσια των δικών που διεξήχθησαν (και ήδη αναφέρθηκαν), διαδικαστικές πράξεις διέκοψαν την παραγραφή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, της μη συμπεριλαμβανομένης σε εκείνες της ένδικης αξίωσης για περαιτέρω αποζημίωση, μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή.
Ειδικότερα, το θέμα του προβλεπτού των αξιώσεων της ένδικης αγωγής, που αφορούν δαπάνη για πρόσληψη οικιακής βοηθού για μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής διάστημα, κατά το οποίο εξακολουθεί να είναι ανάπηρη κατά ποσοστό 50%, προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, αφού η ενάγουσα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης από το έτος 2002 οπότε διεξήχθη η ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ορθοπεδικού ιατρού Τ.
Τ., που διατάχθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, γνώριζε οτι διά βίου κατέστη μερικώς ανάπηρη κατά ποσοστό 50%, και ότι δεν υπάρχει ελπίδα βελτίωσής της. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποκύψει στην μέχρι την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 965/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή των δύο ετών του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 και ότι έτσι επιμηκύνθηκε η παραγραφή αυτή, σε εικοσαετή, παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 268 του ΑΚ (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών), καθώς και του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/ 1976 (διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε αυτή) και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου και τρίτου μέρους του ίδιου λόγου αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 19 και 8, αντίστοιχα.
Ακολούθως δε μετά την αναίρεση της απόφασης, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης αναιρετικής δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση, να δικαστεί η από 30-4-2008 έφεση της αναιρεσίβλητης, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία, δεδομένου οτι το πρωτόδικο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (υπ' αριθμ. 39/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας), δέχθηκε την ένσταση διετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης της εκκαλούσας, που παραδεκτά πρότεινε πρωτοδίκως, αρχικά, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και επανέφερε επίσης παραδεκτά, ενώπιον του Εφετείου το δεύτερο εφεσίβλητο (ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" προς απόκρουση του πρώτου λόγου της έφεσης της εκκαλούσας, που υποστηρίζει τα αντίθετα).
Πρέπει να σημειωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, που αν και με άλλη αιτιολογία (ως προς το χρόνο έναρξης της παραγραφής), δέχθηκε την παραπάνω ένσταση διετούς παραγραφής, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε και πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η παραπάνω έφεση.
Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει το αναιρεσείον (άρθρ. 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη και εκκαλούσα, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου "Επικουρικού Κεφαλαίου", που υποβλήθηκε, κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, αλλά και κατά την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 122/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης αναιρετικής δίκης.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει επί της από 30-4-2008 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και κατά της 39/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την άνω έφεση.
Διατάζει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη και εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου, Επικουρικού Κεφαλαίου, τα οποία ορίζει ενιαίως στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ