204/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated204/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 19-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο 13ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και ν’ απορριφθούν οι λοιποί.
Full text
Απόφαση 204 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 204/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Π. του Β., 2) Δ. Π. του Μ., 3) Β. Π. του Μ., 4) Ι. Γ. του Κ. και 5) Β. Γ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Γ. του Δ. και 3) Γ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 2ος και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Αργυρόπουλο, ενώ για την 1η παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Κ. Μ. του Π., με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Αργυρόπουλο.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στο: Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και από α) τον Προϊστάμενο της ..., β) τον Προϊστάμενο της .... Εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2010 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11310/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 425/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 19-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο 13ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και ν’ απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014).
Θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει προσκομιστεί εμπρόθεσμα, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (ΑΠ Ολομ. 2/2008). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 12/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδάφ. δ’ ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρ. 654 παρ. 2 εδάφ. α’ του ίδιου Κώδικα), όπως ίσχυαν και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση πριν καταργηθούν, έμμεσα, με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, από 1-1-2016 (άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 4 ίδιου νόμου), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Από τη διάταξη αυτή και την ένταξή της στο άρθρο 650 ΚΠολΔ που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 - 661 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, συνάγεται ότι η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.
Γι’ αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007).
Περαιτέρω, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/ 2013) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 17/2015).
Τέλος, από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 650 παρ. 1 εδάφ. δ’ και 654 παρ. 2 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ή προξένου), που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο και πριν από τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 1686/2011, ΑΠ 1450/2011, ΑΠ 1590/ 2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 13ο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 425/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τις ..., από 26-9-2013, ένορκες βεβαιώσεις των Ε.
Σ. και Ά. Α., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Χρουσαλά, που λήφθηκαν νόμιμα, από τις οποίες προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, που θεμελίωναν τους αντίστοιχους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 28-6-2012 έφεσής τους κατά της πρωτόδικης 11310/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [που δέχθηκε την από 11-10-2010 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 632 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ακύρωσε την 27374/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για οφειλόμενα μισθώματα], αναφορικά, αφενός μεν, με το είδος της χρήσης, για την οποία προοριζόταν η επίδικη μίσθωση των διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου του μίσθιου ακινήτου, αφετέρου δε, με την ανυπαρξία πραγματικού ελαττώματος και τη μη έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του μισθίου.
Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 3-11-2014 προτάσεων των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι, πράγματι, αυτοί, ρητά και με σαφήνεια, επικαλέστηκαν (σελίδα, ιδίως, 17η) και προσκόμισαν νομότυπα, πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις δύο πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις των Ε.
Σ. και Ε. Α. (από προφανή παραδρομή στο αναιρετήριο το μικρό του όνομα αναγράφεται ως Ά.) που λήφθηκαν μετά την πρωτοβάθμια δίκη, ύστερα από τη μνημονευόμενη νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων, καθώς και του Ελληνικού Δημοσίου, με την παράθεση των οικείων εκθέσεων επίδοσης, ενώ, στη συνέχεια, ανέφεραν και το περιεχόμενό τους.
Ήδη οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν και στην παρούσα δίκη, όπως απαιτείται, τις επίμαχες αυτές ένορκες βεβαιώσεις με τις εκθέσεις επίδοσης (με αριθμούς ..., από 23-9-2013, αντίστοιχα, των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Α.-οι τρεις πρώτες και Ά. Π.-η τέταρτη) των σχετικών κλήσεων γνωστοποίησης για την εξέταση των μαρτύρων προς τους αντιδίκους τους, αλλά και προς το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο κοινοποιήθηκε η έφεση (και τώρα η αναίρεση), ως εκδοχέα της απαίτησης των τέταρτου και της πέμπτης των αναιρεσειόντων για την είσπραξη των μισθωμάτων που δεν εισέπραξαν κατά την αναλογία τους.
Ούτε, όμως, από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι το Εφετείο συνεκτίμησε "...τη .../10-10-2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά τους που λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης" και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι", ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής, προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, αφού οι τελευταίες, σε αντίθεση, μάλιστα, με την πρώτη (.../2011), δεν μνημονεύονται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό τους, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή τους κατ’ άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη τις παραπάνω δύο ένορκες βεβαιώσεις, που θεωρούνται ότι προσκομίστηκαν, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, 13ος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.
Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 1840/2007), ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθμούς 1, 8, 9, 11γ’ - 12, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της απόφασης για την απόρριψη των θεμελιωτικών των λόγων έφεσής τους ισχυρισμών των αναιρεσειόντων-εκμισθωτών για το είδος της συμφωνημένης χρήσης του όλου μίσθιου ακινήτου και την ανυπαρξία πραγματικού ελαττώματος ή τη μη έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας τούτου, που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση του).
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της προκείμενης δίκης και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 425/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ