Legislator Case Law & Legislation
204/2016 AI generated

204/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 204/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 204 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 204/2016

Legislator headnote

AI generated

204/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 204 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 204/2016

Keywords

AI generated
conviction for traffic law violation negligent traffic violation driver negligence driver licensing conviction qualified traffic violation dismissal of traffic violation charge
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 204 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 204/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. Ε., συζ. Ε., 2) Μ. Ο. Ε., 3) Τ. Ν. Ο. Γ., εκτός γάμου ανηλίκου θυγατρός της πρώτης, η οποία και την εκπροσωπεί και 4) Ν. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χελιδώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ι. Ο. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκε με την από 20-10-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-1-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 26-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το ένα μέρος του και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 128/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθ. .../21-4-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Δ. Κ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 14-1-2015 αίτησης αναίρεσης κατά των αναιρεσιβλήτων και της υπ' αριθμ. 128/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (6-11-2015) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με επιμέλειά τους νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ι. Ι. Ο. του Τ.. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε την κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. δήλωση. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία αυτού, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 14-1-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού υπ' αριθμ. 128/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο, απέρριψε στην ουσία της την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως αόριστη την από 8-3-2011 και με αύξ. αρ. κατάθεσης ΕΓα 22/2011 αγωγή τους κατά των αναιρεσιβλήτων, περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο της εκτός γάμου ανήλικης (ηλικίας ενός έτους) θυγατέρας των δύο πρώτων, αδελφής της τρίτης και εγγονής της τετάρτης από τους αναιρεσείοντες, λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος (παράσυρση του ως άνω ανηλίκου από το φερόμενο ως ζημιογόνο αυτοκίνητο), το οποίο οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής αποζημιώσεως για ζημίες που προξενούνται από αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του σε τρίτους που έχει ως βάση την από το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη του οδηγού του φερόμενου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου, μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων που πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή, είναι τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού, η οποία μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α' του Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α' του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ' αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ' όψιν τας κατ' ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ως άνω νόμος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός). Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν. ΓΠΝ/1911, το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω Νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία που προήλθε από το αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας. Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/2011 προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχόμενου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (ΑΚ 300). Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό, την οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 916 ΑΚ, δεν έχει ο ανήλικος που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει λόγος απαλλαγής του εναγομένου από την υποχρέωσή του προς αποζημίωση του θύματος (ΑΠ 1743/2007), συντρέχει, όμως περίπτωση καθορισμού αποζημίωσης ενδεχομένως κατώτερης από την πράγματι προξενηθείσα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ως άνω νόμου (ΑΠ 1446/2009). Τέλος, κατά το άρθρο 932 εδ. γ' ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αδικοπραξία, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών. Το συντρέχον πταίσμα του θύματος λαμβάνεται υπόψη έστω και αν αυτό λόγω ηλικίας (π.χ. κάτω των 10 ετών) δεν έχει ικανότητα για αδικοπραξία. Επίσης λαμβάνεται υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης π.χ. του ενάγοντος πατέρα, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο θανατωθέν ανήλικο τέκνο του. Στην περίπτωση αυτή το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά (ΑΠ 1261/2007). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νόμιμη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αντιστοίχως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 14, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, κατά τη θεμελιούμενη σε αδικοπρακτική, από το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου βάση της, με την αιτιολογία ότι στο δικόγραφο αυτής δεν εκτίθεται απολύτως κανένα περιστατικό αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ, στο οποίο στηρίζεται το αίτημα αυτής, αλλά αντιθέτως ρητά εξιστορείται ότι αυτός, προτού απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο έλαβε όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας που θα λάμβανε κάθε συνετός οδηγός: α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους αναφορικά με τα περιστατικά που συνιστούν την αμελή συμπεριφορά του ως άνω οδηγού, β) παρά το νόμο έκρινε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, λόγω αοριστίας, κατά την ως άνω βάση της, αν και περιείχε με την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ, 914, 932 ΑΚ πληρότητα τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν την αμέλεια του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γ) δεν διέλαβε αιτιολογία αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης κατά την ως άνω βάση και αίτημά της και δ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα της ένδικης αγωγής αναφορικά με τους ως άνω ισχυρισμούς τους. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, καθόσον αφορά στις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες πλημέλειες από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, καθόσον μεν αφορά στην πρώτη απ' αυτές, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, και όχι στην περίπτωση της κηρύξεως απαραδέκτου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που σύμφωνα με όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας κατά τη στηριζόμενη στο άρθρο 914 ΑΚ βάση της, καθόσον δε αφορά στη δεύτερη απ' αυτές, διότι, αντικείμενο της παραμόρφωσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., είναι μόνον αποδεικτικά, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δικ., έγγραφα και όχι διαδικαστικά έγγραφα της αυτής δίκης, όπως στην προκειμένη περίπτωση το δικόγραφο της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, και αναφορικά με τη στηριζόμενη στις διατάξεις του νόμου ΓΠΝ/1911 βάση και αίτημα της αγωγής, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά τη στηριζόμενη στις διατάξεις του νόμου ΓΠΝ/1911 βάση και αίτημά της, με την αιτιολογία ότι το θανατωθέν κατά το ατύχημα ανήλικο τέκνο της πρώτης ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε την ιδιότητα του επιβάτη του οχήματος, η οποία αποκλείει την εφαρμογή του ως άνω νόμου, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 και 12 του ν. ΓΠΝ/1911. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενη από 8-3-2011 ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων 1) Ι. Ι. Ο. του Τ., κατοίκου ... (ιδιοκτήτη του οχήματος) και 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤ/ΤΩΝ", οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι, ότι από αμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού και ιδιοκτήτη του υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκίνητου, ο οποίος δεν είχε καλύψει με ασφάλιση την από την κυκλοφορία του εν λόγω αυτοκινήτου αστική ευθύνη του έναντι τρίτων, όπως είχε υποχρέωση από τον ως άνω νόμο, προκλήθηκε το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο της εκτός γάμου ανήλικης (ηλικίας ενός έτους) θυγατέρας των δύο πρώτων, αδελφής της τρίτης και εγγονής της τετάρτης από τους αναιρεσείοντες, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, και δη, ο μεν πρώτος ως οδηγός και ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος, το δε δεύτερο ως υπόχρεο από νόμο (άρθρο 19 παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/76, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το Νόμ. 1569/1985 (ΦΕΚ Α' 183/85) και τα Π.Δ. 1019/1981 (ΦΕΚ Α' 253/81) και 118/1985 (ΦΕΚ Α' 35/85) και κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986) να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που έχουν υποστεί λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του ως άνω ανηλίκου. Αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου - αναιρεσίβλητου οδηγού, επικαλέστηκαν με την αγωγή τους αυτολεξεί τα εξής: "Στις 31-07-2009 και περί ώρα 22:30, στην Κομοτηνή, όπισθεν του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής και συγκεκριμένα απέναντι από ανώνυμη ασφάλτινη οδό η οποία διασταυρώνεται σε δύο παραπλεύρους οδούς που φέρουν αντίθετη κατεύθυνση η μία από την άλλη και στο σημείο όπου διακλαδίζονται οι ως άνω οδοί, ήταν σταθμευμένο το υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου. Ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε αφήσει το όχημα και κατευθύνθηκε προς το περίπτερο του νοσοκομείου προκειμένου να πάρει ένα μπουκάλι νερό. Στο αυτοκίνητο βρισκόταν η πρώτη ενάγουσα με την ανήλικη κόρη της (θύμα) και δύο ανήλικα ηλικίας 8 και 9 αντίστοιχα τέκνα του πρώτου εναγομένου. Η ενάγουσα και μητέρα του θύματος εκινήθη προς στιγμή εκτός του οχήματος προς ανεύρεση βρύσης προκειμένου να πλύνει τα μπουκαλάκια διατροφής γάλακτος του μωρού (μπιμπερό). Πριν απομακρυνθεί περί τα 30-40 μέτρα από το όχημα, το μωρό της κατήλθε και αυτό του οχήματος και εβρίσκετο πλησίον του δεξιού εμπρόσθιου τροχού του οχήματος. Το όχημα σημειωτέον ήταν σταματημένο με χειρόφρενο και έχοντας μπλοκαρισμένη ταχύτητα στο κιβώτιο ταχυτήτων. Τα ανήλικα τέκνα του πρώτου εναγόμενου τα οποία βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο, απασφάλισαν το χειρόφρενο και απέμπλεξαν το μοχλό ταχυτήτων του αυτοκινήτου και αυτό καθώς κύλησε καταπλάκωσε το ανήλικο θύμα προκαλώντας της πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα τα οποία και το οδήγησαν στο θάνατο.

ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΣ Μόνος και αποκλειστικός υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο πρώτος εναγόμενος, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο άδικος θάνατος της κόρης, αδερφής και εγγονής μας, Ι. Ο. Μ. που βύθισε την οικογένειά μας σε βαθύτατη θλίψη και απόγνωση, διότι ως μη όφειλε παράτησε στην κυριολεξία το αυτοκίνητο χωρίς να το έχει ασφαλίσει κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η καθ' οιονδήποτε τρόπο μετακίνησή του. Δεν έλαβε καθόλου υπ' όψιν του ότι άφηνε στο αυτοκίνητο ανήλικα και ζωηρά παιδιά καθώς επίσης και την ενάγουσα η οποία είχε παντελή άγνοια για το πώς λειτουργεί ένα αυτοκίνητο, τι σημαίνει να βγάλεις το χειρόφρενο ή να απεμπλέξεις τις ταχύτητες κ.λπ.

Επίσης δεν κατέστησε προφανές στην ενάγουσα ότι δεν πρέπει κανείς τους να πειράζει το χειρόφρενο και τις ταχύτητες του αυτοκινήτου". Η προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε απορριπτέα την αγωγή, ως αόριστη, δεχόμενο, αναφορικά με το περιεχόμενο της αγωγής τα ακόλουθα: "Στην από 8.3.11 αγωγή οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι την 31-07-2009 ο πρώτος εναγόμενος Ι. Ι. του Τ. είχε σταθμεύσει το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, όπισθεν του Γ.Ν. Κομοτηνής. Ότι, στο αυτοκίνητο επέβαιναν ως συνεπιβάτες τα δύο ανήλικα τέκνα του πρώτου εναγομένου, ηλικίας 8 και 9 ετών και η πρώτη από αυτούς με το ανήλικο θήλυ βρέφος της, ηλικίας ενός έτους, το οποίο ήταν αδελφή του επίσης ανηλίκου τέκνου της Τ. Ν. Ο., καθώς επίσης και τέκνο του δευτέρου και εγγονή από τη μητρική γραμμή της τρίτης από αυτούς. Ότι, ο πρώτος εναγόμενος απομακρύνθηκε για διάστημα λίγων λεπτών από το αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως το ασφάλισε με χειρόφρενο και είχε μπλοκάρει το κιβώτιο ταχυτήτων, αφήνοντας μέσα σε αυτό τους υπολοίπους επιβάτες. Ότι, ύστερα από λίγο βγήκε από το αυτοκίνητο η πρώτη απ' αυτούς, κατευθυνόμενη προς παρακείμενη βρύση και ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας της, τα ανήλικα τέκνα του πρώτου εναγομένου απασφάλισαν το χειρόφρενο και το κιβώτιο ταχυτήτων, με συνέπεια τη μετακίνηση του αυτοκινήτου και τον θανάσιμο τραυματισμό του βρέφους, το οποίο στο μεταξύ είχε επίσης βγει από το αυτοκίνητο και τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν πλησίον του εμπρόσθιου δεξιού τροχού αυτού. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητούσαν, ύστερα από εξολοκλήρου μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων δηλαδή του πρώτου εναγομένου και του δευτέρου εναγομένου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα κάτωθι ποσά... Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αυτή ως αόριστη, καθώς επίσης απέρριψε και την ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή του δευτέρου εναγομένου κατά του πρώτου εναγομένου, διότι παρείλκε η εξέτασή της. Ήδη κατ' αυτής της απόφασης παραπονούνται οι ενάγοντες με το μοναδικό λόγο, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους ως αόριστη και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή ως ορισμένη, νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη... Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, όπως το περιεχόμενό της κατά τα κρίσιμα και ουσιώδη στοιχεία εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτουν, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου ότι η αγωγή αυτή ήταν προδήλως αόριστη, διότι δεν περιείχε με την, κατ' άρθρο 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 914, 932 ΑΚ, απαιτούμενη πληρότητα τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν την αμέλεια του πρώτου εναγομένου. Πιο συγκεκριμένα ενώ επιχειρείται η στήριξή της, όσον αφορά τον πρώτο των εναγομένων (από τη θεμελίωση της ευθύνης του οποίου συναρτάται και η υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης του δευτέρου εναγομένου), στις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, όχι μόνο δεν εκτίθεται σε αυτήν απολύτως κανένα περιστατικό αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω οδηγού, αλλά αντιθέτως ρητά εξιστορείται ότι αυτός, προτού απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο, έλαβε όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας που θα λάμβανε κάθε συνετός οδηγός, καθόσον το ασφάλισε με χειρόφρενο και μπλόκαρε το κιβώτιο ταχυτήτων και ταυτόχρονα παρέμεινε μέσα στο αυτοκίνητο η πρώτη ενάγουσα, μετά την απομάκρυνση της οποίας έλαβε χώρα ο θανάσιμος τραυματισμός του βρέφους της. Σημειωτέον ότι θεμελίωση της αγωγής στις διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911 δεν είναι δυνατή, καθόσον κατά το άρθρο 12 του νόμου αυτού, οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση βλάβης των επιβατών του ζημιογόνου οχήματος, ως εν προκειμένω, δεδομένου ότι το θανόν βρέφος, με μόνη την αποβίβασή του για διάστημα λίγων λεπτών από το όχημα, στο οποίο ασφαλώς θα επιβιβαζόταν εκ νέου με την επιστροφή της μητέρας του, δεν απώλεσε την ιδιότητα του επιβάτη αυτού. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με παρόμοιες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο (άρθρ. 216 ΚΠολΔ, 914, 932 ΑΚ) και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθόσον αφορά στη θεμελιούμενη σε αδικοπρακτική, από το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου βάση της αγωγής, και δη ότι στην αγωγή δεν εκτίθεται απολύτως κανένα περιστατικό αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω οδηγού, υπέπεσε αφ' ενός μεν στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, αφού στην ως άνω αγωγή και ειδικότερα στο κεφάλαιο αυτής με τον τίτλο "ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΣ" περιγράφονται με επάρκεια τα περιστατικά που στοιχειοθετούν υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, συνιστάμενη στο ότι αυτός, "ως οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου, από υπαιτιότητά του δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που θα λάμβανε κάθε συνετός οδηγός πριν απομακρυνθεί από αυτό, ώστε να μην τεθεί σε κίνηση κατά την απουσία του, και ειδικότερα, αφού απομακρύνθηκε προσωρινά (προκειμένου να αγοράσει ένα μπουκάλι νερό) από το όχημά του, το οποίο είχε σταθμεύσει στο αναφερόμενο σ' αυτή σημείο, αφήνοντας μέσα σ' αυτό τα δύο ανήλικα ηλικίας 8 και 9 αντίστοιχα, τέκνα του, καθώς και την πρώτη ενάγουσα με την ανήλικη κόρη της (θύμα) παρέλειψε πριν από την απομάκρυνσή του απ' αυτό να το ασφαλίσει κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η καθ' οιονδήποτε τρόπο μετακίνησή του, λαμβάνοντας υπόψη ότι άφηνε μέσα στο αυτοκίνητο τα παραπάνω ανήλικα και ζωηρά παιδιά, καθώς επίσης και την ενάγουσα η οποία είχε παντελή άγνοια για το πώς λειτουργεί ένα αυτοκίνητο, τι σημαίνει να βγάλεις το χειρόφρενο ή να απεμπλέξεις τις ταχύτητες κ.λπ., ακόμη δε να επιστήσει την προσοχή στην πρώτη ενάγουσα ότι δεν πρέπει κανείς τους να πειράξει το χειρόφρενο και τις ταχύτητες του αυτοκινήτου", με συνέπεια τη θέση σε κίνηση του αυτοκινήτου από τα ευρισκόμενα μέσα σ' αυτό ανήλικα τέκνα του, τα οποία απασφάλισαν το χειρόφρενο και απέμπλεξαν το μοχλό ταχυτήτων του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα αυτό να κυλήσει και να καταπλακώσει, τραυματίζοντας θανάσιμα, το ανήλικο τέκνο της πρώτης ενάγουσας - αναιρεσείουσας το οποίο, μετά και την απομάκρυνση της μητέρας του από το αυτοκίνητο, είχε, επίσης, βγει από το αυτοκίνητο και τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν πλησίον του εμπρόσθιου δεξιού τροχού αυτού, αφ' ετέρου δε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτή αναφορά, ότι "δεν εκτίθεται σε αυτήν (αγωγή) απολύτως κανένα περιστατικό αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω οδηγού" προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από τους αναιρεσείοντες παραπάνω αγωγικούς ισχυρισμούς που προσδιορίζουν την αμέλεια του πρώτου εναγομένου - αναιρεσίβλητου οδηγού για τη θεμελίωση ευθύνης αυτού από αδικοπραξία (άρθρ. 914 ΑΚ). Επίσης, το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, και ειδικότερα με το να κρίνει την αγωγή ως αόριστη και στην πραγματικότητα ως μη νόμιμη, κατά τη θεμελίωσή της στο ν. ΓΠΝ/1911, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού παραβίασε ευθέως το νόμο, αφ' ενός μεν, με το να μην εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 του Ν. ΓΠΝ/1911, αφ' ετέρου δε με το να αποκλείσει, "κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, με την οποία ορίζεται ότι ο παρών Νόμος (Ν. ΓΠΝ/1911) δεν έχει εφαρμογή υπέρ των επιβαινόντων του ζημιώσαντος αυτοκινήτου..." τη θεμελίωση της αγωγής στις διατάξεις του εν λόγω Νόμου (Ν. ΓΠΝ/1911), καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή, σύμφωνα με τα οποία, το ατύχημα συνέβη μετά τη θέση σε κίνηση του ως άνω αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου, από τα ευρισκόμενα εντός αυτού ανήλικα τέκνα του και καθ' ον χρόνο το θανατωθέν ανήλικο τέκνο της πρώτης ενάγουσας είχε ήδη κατέλθει από το αυτοκίνητο και βρισκόταν πλησίον του εμπρόσθιου δεξιού τροχού αυτού και συνεπώς δεν είχε την ιδιότητα του επιβάτη στο αυτοκίνητο του εν λόγω αναιρεσίβλητου, κατά το χρόνο του ατυχήματος, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω Νόμου, για τη θεμελίωση αντικειμενικής ευθύνης του τελευταίου ως ιδιοκτήτη και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο, αναφορικά με τη στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις βάση της αγωγής, προβάλλονται οι πλημμέλειες από τους αριθμό 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με τη στηριζόμενη στο Ν. ΓΠΝ/1911 βάση της, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 14, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, κατά τη στηριζόμενη στις περί προστήσεως διατάξεις βάση και αίτημά της α) παραβίασε ευθέως, με το να μην εφαρμόσει, τις περί προστήσεως διατάξεις του άρθρου 922 ΑΚ, β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων αναφορικά με τα περιστατικά που θεμελιώνουν σχέση προστήσεως μεταξύ του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ως προστήσαντος και της πρώτης ενάγουσας - πρώτης αναιρεσείουσας ως προστηθείσας, γ) παρά το νόμο έκρινε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, λόγω αοριστίας, κατά την ως άνω βάση της, αν και περιείχε με την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ, 922, 932 ΑΚ πληρότητα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την επικαλούμενη απ' αυτούς σχέση προστήσεως, δ) δεν διέλαβε αιτιολογία αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης κατά την ως άνω βάση και αίτημά της και ε) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα της ένδικης αγωγής, αναφορικά με τους ως άνω ισχυρισμούς τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, καθόσον αφορά στις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, για τους ίδιους ως άνω λόγους, για τους οποίους κρίθηκε απορριπτέος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, καθόσον αφορά στις λοιπές, προβαλλόμενες, με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλημμέλειες, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν με αυτή ύπαρξη σχέσης προστήσεως μεταξύ του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου ως προστήσαντος και της πρώτης ενάγουσας - πρώτης αναιρεσείουσας ως προστηθείσας, αφού ουδόλως αναφέρεται σ' αυτήν, όπως, αντιθέτως, ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες, το πρώτον, με το σχετικό λόγο της έφεσής τους, ότι ο πρώτος εναγόμενος - πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου "ευθύνεται κατά τις περί προστήσεως διατάξεις για την αμέλεια της Ν. Γ. (πρώτης ενάγουσας - πρώτης αναιρεσείουσας), την οποία έθεσε στην υπηρεσία του, εφόσον σ' αυτήν ανέθεσε την επίβλεψη του οχήματος". Η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά στην επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες θεμελίωση της ένδικης αγωγής στις περί προστήσεως διατάξεις, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, τα ακόλουθα: "Εξάλλου, η επιχειρούμενη, το πρώτον με το εφετήριο ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, θεμελίωση της αγωγής στην περί πρόστησης διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", ότι δηλαδή, κατά τα εκτιθέμενα το πρώτον στο εφετήριο, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου δεν υφίσταται πρωτογενής αμέλεια, είναι βέβαιο ότι αυτός ευθύνεται, κατά την περί πρόστησης ως άνω διάταξη, για την αμέλεια της Ν. Γ., πρώτης ενάγουσας και μόνης ενήλικης των επιβαινόντων στο όχημα, την οποία έθεσε στην υπηρεσία του, εφόσον σ' αυτή ανέθεσε την επίβλεψη του οχήματός του, (ήτοι το εγκατέλειψε χωρίς καμία απολύτως οδηγία και συμβουλή στα χέρια της, η οποία δεν κατείχε άδεια οδήγησης), είναι απαράδεκτη, διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε καθόλου πρωτοδίκως και, επομένως, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 526 και 527 ΚΠολΔ, αυτός ο ισχυρισμός, το πρώτον προβαλλόμενος ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, διότι έτσι μεταβάλλεται η βάση της αγωγής και δεν υπάγεται (ο ισχυρισμός αυτός) σε καμία από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, και ειδικότερα ότι δεν προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες με το δικόγραφο της αγωγής, οι πιο πάνω ισχυρισμοί και ότι είναι απαράδεκτη "η επιχειρούμενη το πρώτον με το εφετήριο ενώπιον αυτού, θεμελίωση της αγωγής στην περί πρόστησης διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ" δεν υπέπεσε στις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, και της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των κριθέντων βάσιμων λόγων αναίρεσης και κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή, ως προς τις στηριζόμενες στις περί αδικοπραξιών, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, διατάξεις και στις διατάξεις του ν. ΓΠΝ/ 1911 βάσεις της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 128/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ .