204/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated204/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 29/1992, Α.Π.366/2010, 178/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Full text
Απόφαση 204 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 204/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντων: 1. Χ. Κ. του Ε. κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου του Γ. Α., και 2. Α. Γ. του Δ. κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Τ. του Β. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2012 του Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-6-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 23-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή , από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως .
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως , ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ιδίου Κώδικος , αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεώς του κατ' αυτήν (Α.Π.314/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 8-6-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι τη συζήτηση αυτής επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, δια του υπογράφοντος το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα (βλ. υπ' αριθμ. .../8-6-2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Χαντζοπούλου) πληρεξουσίου των δικηγόρου Σπυρίδωνος Μεταξά, κατά παραγγελίαν του οποίου η αρμοδία δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Αγρινίου … επέδωσε στην αναιρεσίβλητο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση να παραστεί κατά την δικάσιμο της 20-5-2013. Κατά την δικάσιμο αυτή οι διάδικοι παρέστησαν δια πληρεξουσίων δικηγόρων, με κοινό αίτημα των οποίων η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (23-9-2013) και ενεγράφη στο πινάκιο. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο όμως οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 1, 151, 152 παρ. 1 και 155 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παρέλευση απράκτου της νομίμου προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως συνεπάγεται έκπτωση από του δικαιώματος ασκήσεως αυτής, η οποία τυχόν ασκουμένη απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ωστόσο ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως έφεση δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, με την έννοια της προσδόσεως με δικαστική απόφαση στην εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου της εννόμου ενεργείας που θα είχε σε περίπτωση εμπροθέσμου ασκήσεώς του.
Η αίτηση επαναφοράς, απευθυνομένη στο κατά νόμον αρμόδιο δικαστήριο, ασκείται είτε με το δικόγραφο της εφέσεως είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο και πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία, το χρόνο της άρσεως του εμποδίου που συνιστούσε την ανωτέρα βία ή της γνώσεως του δόλου του αντιδίκου και τα προς απόδειξη αυτών αποδεικτικά στοιχεία.
Κατά την εξειδίκευση της αορίστου νομικής εννοίας της ανωτέρας βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου και ειδικότερα στην προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. , αυτή (ανωτέρα βία) εκλαμβάνεται όπως στο ουσιαστικό δίκαιο. Έτσι στην έννοιά της περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο εξαιρετικής φύσεως γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από το διάδικο που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση ούτε με την επίδειξη άκρας επιμελείας και συνέσεως (Ολ.
Α.Π. 29/1992, Α.Π.366/2010, 178/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ` αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (Ολ.
Α.Π.43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/1987). Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Α.Π.647/2011, 884/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.Α.Π. 12/2000, 862/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της δευτέρας εκκαλούσης και ήδη δευτέρας αναιρεσειούσης, η οποία είχε σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο με την κριθείσα παραδεκτή έφεση του πρώτου εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, για το λόγο ότι η έφεση αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι μετά την παρέλευση της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
προθεσμίας των τριάντα ημερών, καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση επεδόθη νομίμως στην ως άνω εκκαλούσα την 29-12-2008 και η έφεσή της ασκήθηκε την 6-2-2009. Η εν λόγω αναιρεσείουσα συνομολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, μέμφεται ωστόσο την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη ως απαραδέκτου της εφέσεώς της, προσάπτοντας σ' αυτήν με τον πέμπτο λόγο, της κρινομένης, κοινής μετά του πρώτου εκκαλούντος, αναιρέσεώς της, την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια, διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, κατά τον χρόνο της προς αυτήν επιδόσεως της εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως η ιδία δεν διέμενε στη διεύθυνση στην οποία έγινε η εν λόγω επίδοση και συνεπώς αυτή δεν ήταν νόμιμη και ως τοιαύτη δεν έθεσε σε κίνηση την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως , η οποία κατόπιν αυτού έπρεπε να θεωρηθεί από το Εφετείο ως εμπροθέσμως ασκηθείσα.
Τέτοιος ισχυρισμός όμως δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου από την αναιρεσείουσα, η οποία με το δικόγραφο της εφέσεώς της δεν επικαλέσθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία για την εκπρόθεσμη άσκηση αυτής και δεν υπέβαλε , όπως εβαρύνετο, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με την έννοια της προσδόσεως, δια δικαστικής αποφάσεως στην έφεσή της εννόμου ενεργείας εμπροθέσμου ασκήσεώς της.
Επομένως ο ως άνω ισχυρισμός και αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, προβαλλόμενος το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου προβάλλεται απαραδέκτως. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 2 του ν.δ. 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν. ΓλΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων αυτών δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ.6 του Κ.Πολ.Δ.
και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλίαν (Α.Π. 936/2011, 2365/2009, 219/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 223 του Κ.Πολ.Δ. όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής.
Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής . Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής (και τέτοιο περιορισμό αποτελεί και η μετατρoπή του από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό), θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 εδ. β` του Κ.Πολ.Δ., μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 αυτού , αλλά κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 αυτού και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ( Α.Π. 315/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική αιτίαση, συνισταμένη στο ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, για το λόγο ότι δεν κατεβλήθη το ανάλογο προς το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου, αφού ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής κατά την συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε με δήλωση της εναγούσης , καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδριάσεως, χωρίς όμως η δήλωση αυτή να περιληφθεί και στις προτάσεις της τελευταίας, όπως επιτάσσει το άρθρο 223 Κ.
Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, τυγχάνει πολλαπλώς απαράδεκτος και δη κυρίως μεν και προεχόντως, διότι η παράβαση των περί δικαστικού ενσήμου διατάξεων δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής και δεν δημιουργεί άλλο λόγο αναιρέσεως, παρά μόνο τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.6 του Κ.Πολ.Δ.
και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλίαν, όπως εν προκειμένω. Ανεξαρτήτως όμως αυτού ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής στα όρια του καταβληθέντος δικαστικού έγινε νομοτύπως, ως μερική παραίτηση, με δήλωση της εναγούσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και σε κάθε περίπτωση τέτοια αιτίαση δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 1047 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ,, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες, ενώ κατά το άρθρο 1048 περ. γ' του ιδίου Κώδικος, προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους.
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 του Κ.Πολ.Δ. που ορίζουν αντιστοίχως, ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν , κατά νόμον και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων που δικαιολογούν , κατά νόμον την αξιουμένη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση για απαίτηση από αδικοπραξία δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της η ηλικία του εναγομένου, αλλά απόκειται στον τελευταίο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι έχει συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του και δεν μπορεί να απαγγελθεί εις βάρος του προσωπική κράτηση (Α.Π. 538/2012 1508/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση ότι παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 1048 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. και υπέπεσε έτσι στην, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ιδίου Κώδικος, αναιρετική πλημμέλεια, διότι απήγγειλε εις βάρος του, ως μέσον εκτελέσεως της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης διατάξεώς της, προσωπική κράτηση, μολονότι είχε συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, αφού έχει γεννηθεί την 19-2-1944, όπως αναγράφεται και στην από 11-4-2005 ένορκη εξέταση του ιδίου ενώπιον του Πταισματοδίκου Αγρινίου, η οποία ελήφθη υπόψη ως αποδεικτικό στοιχείο από το Εφετείο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, τυγχάνει αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων αλλά και εξ αυτού του περιεχομένου της κρινομένης αιτήσεώς του, ο αναιρεσείων, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του δεν είχε επικαλεσθεί κατ' ένσταση , όπως εβαρύνετο, ότι είχε συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και δεν μπορούσε ως εκ τούτου να διαταχθεί εις βάρος του προσωπική κράτηση.
Συνεπώς, το Εφετείο, ελλείψει σχετικής ενστάσεως, νομίμως εχώρησε στην απαγγελία προσωπικής κρατήσεως και δεν υπέπεσε με την παραδοχή του αυτή στην παράβαση του άρθρου 1048 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. και συνακολούθως στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.. Περαιτέρω , για αναιρετική πλημμέλεια εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με τον τρίτο, κατά σειράν λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος κατά το πραγματικό μέρος του έχει ως εξής: " Όπως δέχθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση στις 16-5-2006 απεβίωσε ο Γ. Α. , οπότε διεκόπη η δίκη και συνεχίσθηκε από τον πρώτο από εμάς ως μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο. Η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη καθόσον η δίκη προσωπικής κρατήσεως δεν αφορά την κληρονομιαία περιουσία, αλλά ανάγεται στην προσωπική ελευθερία και δεν νομιμοποιείται ο κληρονόμος να την διεξαγάγει ως εναγόμενος.
Συνεπώς έσφαλε το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δεν κήρυξε ακυρότητα και πρέπει για το λόγο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζει τις έννομες σε βάρος του αναιρεσείοντος συνέπειες εκ της προσαπτομένης στις ανωτέρω αποφάσεις νομικής πλημμελείας και δεν αναφέρει επί πλέον ότι η πλημμέλεια της πρωτοδίκου αποφάσεως προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου.
Ανεξαρτήτως όμως τούτου, ο λόγος αυτός και κατ' ουσίαν εξεταζόμενος ελέγχεται αβάσιμος, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπουμένη απόφασή του, δέχθηκε και ορθώς ότι μετά τον θάνατο του αρχικώς πρώτου των εναγομένων Γ. Α., η βιαίως, εκ του λόγου τούτου, διακοπείσα δίκη συνεχίσθηκε από τον μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο αυτού δεύτερο εναγόμενο, ως προς το κύριο αντικείμενο αυτής, που ήταν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως και όχι ως προς το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως.
Τούτο βεβαίως δεν αναφέρεται ρητώς συνάγεται όμως εμμέσως εκ της εν λόγω αποφάσεως, αλλά και εκ του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων δεν διετύπωσε με την ασκηθείσα έφεσή του οποιαδήποτε σχετική αιτίαση κατά της αποφάσεως αυτής. Εξάλλου από τις αιτιολογίες και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει σαφής παραδοχή του Εφετείου περί συνεχίσεως της βιαίως διακοπείσης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και κατά το περί προσωπικής κρατήσεως κεφάλαιό της.
Και ναι μεν στη σχετική διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προσδιορίζεται ειδικότερα για ποία από τις επιδικασθείσες σε βάρος του αναιρεσείοντος απαιτήσεις απαγγέλλεται, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως, η διαρκείας πέντε μηνών προσωπική κράτηση τούτου, από την αντίστοιχη όμως αιτιολογία της ιδίας αποφάσεως συνάγεται ότι το συγκεκριμένο αναγκαστικό μέσο εκτελέσεως αφορά το ποσό των 40.000 ευρώ που επιδικάσθηκε ατομικώς εις βάρος του αναιρεσείοντος , λόγω της τελεσθείσης από την ίδιο αδικοπραξίας, και όχι το ποσό των 17.000 ευρώ που επιδικάσθηκε εις βάρος του ως καθολικού διαδόχου του αρχικώς ενάγοντος, το οποίο για τον ίδιο αποτελεί οφειλή εκ κληρονομίας και όχι εξ αδικοπραξίας τοιαύτη.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην λήψη υπόψη μη προταθέντων θεμελιωτικών της αγωγικής αξιώσεως πραγματικών ισχυρισμών. Ειδικότερα με τον λόγο αυτό ο πρώτος αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις από 19-7-2005 ένορκες εξετάσεις ενώπιον του Πταισματοδίκου Αγρινίου του ιδίου και του ήδη αποβιώσαντος πρώτου αρχικώς εναγομένου θείου του, Γ.
Α., στη θέση του οποίου και υπεισήλθε στην παρούσα δίκη ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του. Το περιεχόμενο δε των ενόρκων αυτών εξετάσεων, που δεν περιλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή, άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον βάσει αυτού διεμορφώθη η κρίση του δικαστηρίου περί των συνθηκών τελέσεως της εις βάρος της αναιρεσιβλήτου τελεσθείσης αδικοπραξίας, περί του είδους της προσβολής αυτής και περί του βαθμού πταίσματος του ιδίου και του δικαιοπαρόχου του αρχικώς ενάγοντος, στοιχεία που απετέλεσαν και τα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσης στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποιήσεως.
Οι ισχυρισμοί αυτοί του πρώτου αναιρεσείοντος τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι όπως σαφώς προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ανωτέρω ένορκες καταθέσεις και τα εξ αυτών προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά, δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο ως αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί της εναγούσης για την θεμελίωση της επιδίκου αξιώσεώς της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αλλά ως αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής, που θεμελιώνεται στους ισχυρισμούς της εναγούσης ότι οι εναγόμενοι ετέλεσαν εις βάρος της αδικοπραξία και της προξένησαν ηθική βλάβη, με την διάπραξη των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς εναντίον της καταμηνύσεως για την τέλεση των κακουργηματικών πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, της απάτης και της υπεξαιρέσεως, όπως ειδικότερα οι πράξεις αυτές περιγράφονται στην αγωγή και στην προσβαλλομένη απόφαση.
Επομένως ο τέταρτος ως άνω λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2012 αίτηση των Χ. Ε. Κ. και Α. Δ. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.10/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 15η Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 28η Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ