204/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated204/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επειδή κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνα που " αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις μέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 204 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 204/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αλαβάνο.
Του αναιρεσίβλητου: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κόλλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 995/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1105/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-9-2006 αίτησή τους και με τους από 31-10-2007 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 26-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-9-2006 αιτήσεως και την από 31-10-2007 προσθέτων λόγων αναιρέσεως της 1105/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνα που " αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις μέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων απαιτείται κατά νόμο η στην προδικασία, ελλείψει της οποίας πάσα εισαχθείσα αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αναγόμενη επίδοση του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, ήτοι των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, που έχει αρχικώς ορισθεί σε κάθε περίπτωση (Ολ ΑΠ 143/1984).
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει από το φάκελο " της δικογραφίας ότι το δικόγραφο των από 31-10-2007 προσθέτων λόγων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο (δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι το ως άνω δικόγραφο επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ούτε προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως αυτού), πρέπει οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
II. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, που είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί αγωγής αποβολής από τη νομή ακινήτου, απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 987 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια με τρόπο σαφή, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης από 10-9-2001 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αυτήν ο πρώτος ζήτησε την απόδοση σ' αυτόν, ως παρανόμως και χωρίς τη θέληση του αποβληθέντος, της νομής τμήματος ενός αγρού, κειμένου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Μαρκόπουλου Αττικής στη θέση "......", επιφανείας (του τμήματος) 240 τετρ.
μέτρων, που συνορεύει βόρεια με τη λεωφόρο ......-........ επί προσόψεως 16,50 μ. και νότια, ανατολικά και δυτικά με τον υπόλοιπο αγρό του ενάγοντος σε πλευρές 19, 16 και 11 μέτρων, αντίστοιχα. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, γ' αυτό και το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του την έκρινε ορισμένη και ως εκ τούτου παραδεκτή, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας του δικογράφου της ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αφενός μεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, τον οποίο απέρριψε, αφετέρου δε νομίμως δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο πρώτος με στοιχ. 1Α από τους αριθ. 8 και 14 (και όχι 1 και 19 όπως από παραδρομή αναγράφονται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
III. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο δεύτερο λόγο αναίρεσης έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, οι επικαλούμενοι με τον δεύτερο λόγο έτεροι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι εκτός από την αναγραφή και επίκληση των ως άνω αριθμών δεν αναφέρουν κανένα στοιχείο των νομικών πλημμελειών που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους παραπάνω λόγους. IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 και 987 ΑΚ συνάγεται ότι α) νομή υπάρχει όταν συντρέξουν δύο στοιχεία, ήτοι βούληση εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου και φυσική εξουσίαση επί του πράγματος και β) ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από την νομή του προστατεύεται με αγωγή, εφόσον ήταν νομέας κατά το χρόνο της αποβολής. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ενός αγροτεμαχίου, επιφανείας 19. 877 τ.μ. , η οποία βρίσκεται στην ειδικότερη θέση ".........", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαρκοπούλου Αττικής. Αυτό (επίδικο) είχε πρόσοψη στη Λεωφόρο .......-........., επιφάνεια 240 τ.
μ. συνορεύει βόρεια, επί πλευράς "Β-Γ", μήκους 18,50 μ. με την πιο πάνω Λεωφόρο, Νότια επί πλευράς "Α-Δ", μήκους 19,00 μ., Ανατολικά, επί πλευράς "Γ-Δ", μήκους 16,00 μ. και Δυτικά επί πλευράς "Α-Β" μήκους 11,00 μ, με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και φαίνεται στο από ..... τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ......... .Ο ενάγων ήταν νομέας του επίδικου ακινήτου, αφού απέκτησε τη νομή αυτού το Δεκέμβριο του 1971, με άτυπη διανομή που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού και των αδελφών του ....., ......
και ......., οι οποίοι κατείχαν τα υπόλοιπα 12/16 ποσοστά εξ αδιαιρέτου, δηλαδή 4/16 ο καθένας από αυτούς. Μετά τη διανομή ο ενάγων νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο και μάλιστα προέβαινε στην εκμίσθωση αυτού προς τρίτους, όπως έγινε τα έτη 1996-1998, προς την εταιρεία ".......", τα δε έτη 1998-2000 καλλιέργησαν αυτό τα παιδιά του .......
και ......., ενώ στη συνέχεια το επίδικο παρέμεινε χέρσο μέχρι και την 19-4-2001, οπότε οι εναγόμενοι παράνομα προέβησαν στην περίφραξη αυτού και τον απέβαλαν από τη νομή του". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την περί αποβολής του αναιρεσίβλητου από τη νομή του επίδικου ακινήτου ένδικη αγωγή του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αφενός μεν ορθά εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης με ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο, με στοιχ. 1Β, λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα, ενώ τα υπόλοιπα αναφερόμενα στoν ίδιο λόγο αφορούν ελλείψεις και αντιφάσεις σχετικές με την αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ιδρύουν τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2006 αίτηση και τους από 31-10-2007 προσθέτους λόγους αναίρεσης της 1105/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ