204/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated204/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη , η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 204 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 204/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 243/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, ως και στο από 13 Νοεμβρίου 2006 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 652/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι , όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία , εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση , αφού δώσει τον λόγο στον εισαγγελέα και στον πολιτικώς ενάγοντα , δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν το ζητήσει. Η παράβαση της διατάξεως αυτής που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται ρητά από το νόμο , επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που έγινε στο ακροατήριο , κατά το άρθρο 171 παρ.1β, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο διευθύνων τη συζήτηση, έδωσε τον λόγο στην κατηγορουμένη για να απολογηθεί , στον συνήγορο αυτής, αμέσως πριν από την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως για να αναπτύξει την υπεράσπισή της και στο τέλος μετά την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως και αμέσως πριν από την έκδοση της περί της ποινής αποφάσεως, έδωσε επίσης το λόγο στο συνήγορο αυτής , ο οποίος και ζήτησε το ελάχιστον όριο της ποινής. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο , διότι δεν δόθηκε ο λόγος στην κατηγορουμένη και στο συνήγορό της για την ενοχή, καθώς και για την ποινή , είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις του άρθρου 258 ΠΚ, οι οποίες ορίζουν, ότι "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που έλαβε ή κατέχει , λόγω της ιδιότητάς του και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία ,που περιλαμβάνει και την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται:
α)ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένων (ολικά ή μερικά) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, ως τέτοια δε θεωρούνται εκείνα που βρίσκονται σε ξένη , σε σχέση με το δράστη , κυριότητα , με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται από το αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου , κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
στ ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, για την εφαρμογή της διατάξεως του πιο πάνω άρθρου 258 ΠΚ, υπάλληλοι θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα, σε τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι αυτό.
Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη , η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση απαρχής εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες , όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση , μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Η χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Για τη θεμελίωση δε του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, όπως προκύπτει από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις, απαιτείται , αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου , υποκειμενικώς δε, δόλος , που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε η όχι η παραπλάνηση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2721/1999 , που ισχύει από 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.
Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος , αναφορά τους , χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων , η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων , η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά , που δέχθηκε , στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία , ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού , ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου , οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής , υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Εφόσον, δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως , κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα , δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 243/2005 απόφασής του , ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο εργαζόταν ως ταμίας στο Υπ/μα ....
της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. Την 16-9-99, 1-10-99, 15-10-99, 20-10-99 και 27-10-99 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατάρτισε τα υπ΄ αριθμ. 508Ε 157, 508Ε 234, 508Ε 220 και 508Ε 075 πλαστά εντάλματα πληρωμής της άνω Τραπέζης ποσού δρχ. 250.000, 250.000, 100.000, 220.000 και 470.000 αντίστοιχα από τον υπ΄ αριθμ.
Νο ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε στην άνω Τράπεζα η Ζ1, κάτοικος ........, θέτοντας κατ΄ απομίμηση την υπογραφή της τελευταίας χωρίς την έγκριση ή εξουσιοδότηση της κάτω από την ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο" κάνοντας συνάμα χρήση αυτών εγχειρίζοντας αυτά στους αρμόδιους υπαλλήλους συναδέλφους της στην Τράπεζα με σκοπό να παραπλανήσει αυτούς, ήτοι ότι έγιναν οι άνω αναλήψεις από την δικαιούχο Ζ1, ώστε να μην φαίνεται το έλλειμμα των χρημάτων αυτών που ιδιοποιήθηκε παράνομα, με την ανάληψη αυτών κατά τα παρακάτω, κατά το κλείσιμο του ταμείου που τηρούσε αυτή κατ΄ εκείνες τις ημέρες (16-9, 1-10, 15-10, 20-10 και 27-10-99).
Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά τους άνω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος υπάλληλος ούσα υπό την έννοια του άρθρου 263α περ. β΄ Π.Κ. ιδιοποιήθηκε παράνομα τα άνω ποσά, 250.000+250.000+100.000+220.000 και 470.000 ήτοι συνολικά 1.290.000 δρχ., που κατείχε λόγω της ιδιότητας της ως ταμίας, είναι δε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Κατ΄ ακαλουθίαν των παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των αποδιδόμενων σ΄ αυτήν αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση κατ΄ εξακολούθηση, της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ΄ εξακολούθηση, απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών της κατηγορουμένης διότι η κατηγορουμένη πράγματι ιδιοποιήθηκε παράνομα τα άνω ποσά, και δεν διευκολύνθηκε προσωρινά με την χρήση αυτών, αλλά και μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε αυτά, είναι δε το συνολικό ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορουμένη επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεζήτησε να άρει τις συνέπειες της πράξεως της καταβάλλοντας διάφορα χρηματικά ποσά (βλ. καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας .... και .....). Γι΄ αυτό πρέπει να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ΄ ΠΚ". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα για πλαστογραφία μετά χρήσεως , κατ' εξακολούθηση και υπεξαίρεση στην υπηρεσία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ΄ εξακολούθηση, πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 13γ, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 258 περ.
β και 263 α περ β ΠΚ 216 παρ.1 ΠΚ και επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε ( 15) μηνών, για κάθε μία πράξη και συνολικά είκοσι δύο (22) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων , για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στους προσθέτους αυτής λόγους με στοιχεία 1.4 και κατά τους οποίους το Τριμελές Εφετείο απέρριψε αναιτιολόγητα: α) τον αυτοτελή ισχυρισμό περί στοιχειοθετήσεως, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, του κατ' άρθρο 257 πλημμελήματος της εκμεταλλεύσεως διαπιστευμένων και, όχι του κατ' άρθρο 258 , για το οποίο καταδικάστηκε και β) τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι η αναιρεσείουσα " σε καμία περίπτωση δεν απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις της υπεξαιρέσεως (ύψους 250.000,1 00.000, 220.000,470.000 και 250.000 δρχ), που της αποδίδονται, στο συνολικό όφελος ή τη συνολική ζημία των 1.290.000 δρχ., η οποία κρίθηκε ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας..." και ότι αναιτιολόγητα παρέλειψε οποιαδήποτε αναφορά " στη δυνατότητα ή μη της εφαρμογής του άρθρου 258 περ.
α", όπως είχε ζητήσει, δηλαδή, ότι το αντικείμενο της πράξης δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Οι αιτιάσεις αυτές, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμες, διότι δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, αλλά άρνηση της κατηγορίας. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε πρόθεση υπεξαίρεσης και, επομένως, διέπραξε το αδίκημα του άρθρου 257 ΠΚ ( η εφαρμογή του οποίου πράγματι προϋποθέτει ότι ο δράστης υπάλληλος τέλεσε τις πράξεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή "χωρίς πρόθεση υπεξαίρεσης"), αποτελεί σαφή άρνηση του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος της υπεξαιρέσεως ( όπως σωστά παρατηρεί και η αναιρεσείουσα στο υπόμνημά της), και, επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτόν με ειδική αιτιολογία.
Ανεξαρτήτως αυτού, το Δικαστήριο της ουσίας απέκρουσε τον εν λόγω ισχυρισμό με την παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα " ιδιοποιήθηκε παράνομα τα πιο πάνω ποσά και δεν διευκολύνθηκε προσωρινά με την χρήση αυτών". Επίσης, και ο δεύτερος πιο πάνω ισχυρισμός είναι αρνητικός της κατηγορίας και η απόρριψή του δεν χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται αιτιολογημένα, επακριβώς, το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αντικείμενο τη υπεξαιρέσεως ανερχόμενο στο συνολικό 1.290.000 δραχμών , προσδιορισμό ο οποίος αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Το Τριμελές Εφετείο προσδιόρισε το ποσό με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως , όπως αυτό προέκυψε από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος , εφαρμόζοντας τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2721/1999 , δεδομένου ότι οι επί μέρους πράξεις τελέστηκαν μετά την 3-6-1999, ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω νόμου.
Από τις πιο πάνω δε παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, αυτονοήτως, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις της στο προαναφερόμενο συνολικό αποτέλεσμα . Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα θεμελιώνει τον ισχυρισμό της, ότι δεν απέβλεπε στο συνολικό όφελος των 1.290.000 δρχ, στο γεγονός ότι , όπως υποστηρίζει, τα ποσά που ελάμβανε, εκτός του ότι τα περισσότερα από αυτά τα επέστρεφε εντός του αμέσως επόμενου μήνα ή εντός ολίγων ημερών από την ανάληψή τους, τα χρησιμοποιούσε για να καλύψει συγκεκριμένες ανάγκες της που της προέκυπταν και σε καμία περίπτωση δεν είχε πρόθεση να τα ιδιοποιηθεί.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός ειδικώς αποκρούσθηκε από το Τριμελές Εφετείο, με την πιο πάνω παραδοχή ότι, δηλαδή, η αναιρεσείουσα ιδιοποιήθηκε παράνομα τα πιο πάνω ποσά , δεν διευκολύνθηκε προσωρινά με την χρήση αυτών "αλλά και μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε αυτά". Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας , που αναφέρονται στο λόγο της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απαραδέκτως προβάλλονται , καθόσον με την επίφαση του λόγου αυτού προσβάλλεται η περί των πραγμάτων ανέλεγκτος κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε.
Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 243/2005 απόφασης, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή, εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενο κατ΄αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με στοιχείο 1 έγγραφο και προσδιοριζόμενο ως " το υπ' αριθμ......
πληρεξούσιο". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και τη αριθμήσεως του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στην αναιρεσείουσα, όπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτού, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς του.
Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται το πρόσωπο που το συνέταξε, και ο χρόνος της συντάξεώς του. Επίσης δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ( ποίες οι διαδικαστικές πράξεις αναφερόταν το εν λόγω πληρεξούσιο, το πρόσωπο που χορηγούσε την πληρεξουσιότητα κλπ ).
Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του το πιο πάνω με αριθμό 1 αριθμούμενο έγγραφο. Επομένως ο, πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης της αίτησης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του το πιο πάνω αριθμούμενο έγγραφο που αναγνώσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά του και κατά τα πιο πάνω επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί.
ΙV. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ , αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.
Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, " το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α), "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια (περ. β) "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ.
δ) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε) .
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών η αναιρεσείουσα , η οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές , κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτήν των πιο κάτω ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς. "α) Του πρότερου εντίμου βίου, κατ΄ άρθρο 84 παρ. 2 περ.
α΄ ΠΚ, διότι έχω λευκό ποινικό μητρώο, δεν έχω απασχολήσει ποτέ τις διωκτικές ή δικαστικές αρχές για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, είμαι 54 ετών, είμαι παντρεμένη, μητέρα δύο τέκνων, εκ των οποίων ένα είναι ανήλικο αγόρι (ηλικίας 14 ετών) και ένα ενήλικο κορίτσι (ηλικίας 26 ετών), και μέχρι σήμερα έχω διάγει ένα καθ΄ όλα έντιμο και συνετό βίο σ΄ ένα καλό και ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον (ο σύζυγος μου εργάζεται ως μουσικός στη Δημοτική Επιχείρηση ......), ασχολούμενη αποκλειστικά με την εργασία μου και την οικογένεια μου, β)Του ότι στην παραπάνω πράξη μου ωθήθηκα από μη ταπεινά αίτια, κατ΄ άρθρο 84 παρ. 2 περ.
β΄ ΠΚ, διότι σε καμία περίπτωση δεν είχα την πρόθεση να ιδιοποιηθώ τα παραπάνω χρηματικά ποσά, αλλά απλώς να τα χρησιμοποιήσω προκειμένου να καλύψω συγκεκριμένες οικονομικές αδυναμίες που προέκυψαν στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Συγκεκριμένα, ένα μέρος των ευρύτερων χρημάτων που φέρεται ότι υπεξαίρεσα σύμφωνα και με το υπ΄ αριθμ. 119/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βεροίας (περίπου 2.500.000 δρχ.) διέθεσα (χωρίς, βέβαια, αυτή να γνωρίζει την προέλευση τους) στην αδελφική μου φίλη ..... (τηλ. .....), η οποία τα χρειάστηκε επειγόντως για να καλύψει τις εγχειρίσεις αφαιρέσεως όγκων που υπέστη την Άνοιξη του έτους 2000.
Ένα άλλο ποσό χρημάτων (περίπου 2.000.000 δρχ. διέθεσα στην νύφη μου (χωρίς επίσης να γνωρίζει αυτή κάτι σχετικά με την προέλευση τους) ......., προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τοξικομανίας του υιού της και ανηψιού μου (έξοδα παραμονής για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Θεσ/νικη σε κέντρο αποτοξίνωσης).
Τέλος, το μεγαλύτερο μέρος χρημάτων (άνω των 10.000.000 δρχ. τα χρησιμοποίησα προκειμένου να καλύψω τις υποχρεώσεις της επιχειρήσεως που άνοιξαν το Δεκέμβριο του έτους 1999 (και τελικά έκλεισαν περίπου τον Αύγουστο του 2000) ο γαμβρός μου και η εικοσιεξάχρονη κόρη μου. Έτσι, κάθε φορά που προέκυπτε κάποια από τις παραπάνω οικογενειακές ανάγκες ανελάμβανα ένα συγκεκριμένο ποσό, το οποίο, όμως, δεν είχα σκοπό να ιδιοποιηθώ και το επέστρεφα (με εξαίρεση τα τελευταία ποσά, τα οποία δεν μπόρεσα πλέον λόγω της κακής λειτουργίας της επιχειρήσεως της κόρης μου, να καλύψω) αμέσως μετά από ένα μήνα (περίπτωση καταθετών .....
και ...., όπου οι μεν αναλήψεις έγιναν στις 29-12-1999 και 14-01-2000 αντίστοιχα, οι δε επανακαταθέσεις έγιναν αμφότερες στις 17-01-2000) ή ύστερα από λίγους μήνες (περίπτωση ..... και ....., όπου οι μεν αναλήψεις έγιναν στις 17-01-2000, 16-01-2000 και 27-01-2000, 31-03-2000 αντίστοιχα, οι δε επανακαταθέσεις έγιναν τον Ιούλιο του 2000 και στις 29-08-2000 αντίστοιχα).
Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω ότι εργαζόμουν επί δώδεκα ολόκληρα έτη στην παραπάνω Τράπεζα και ουδέποτε είχα δώσει μέχρι σήμερα αφορμή για τέτοιου είδους σχόλια γύρω από το πρόσωπό μου. Αναμφίβολα, έχω μετανιώσει για τις πράξεις μου και αδυνατώ μάλιστα πολλές φορές κι εγώ η ίδια να πιστέψω ότι έκανα τέτοια πράγματα, πλην όμως με ώθησαν σ΄ αυτή την κατάσταση τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν το οικογενειακό και φιλικό μου περιβάλλον, είχα δε πάντοτε την ελπίδα ότι όλα τα ποσά θα καταφέρω να τα καλύψω (όπως πράγματι συνέβη με τα μισά περίπου χρηματικά ποσά).
Συμπερασματικά, δηλώνω και πάλι ότι σε καμία περίπτωση δεν είχα την πρόθεση να ιδιοποιηθώ τα χρήματα, αλλά απλώς προσπάθησα να τα χρησιμοποιήσω για να ανταπεξέλθω στα παραπάνω προβλήματα, ούτε βέβαια απέβλεπα στο συνολικό όφελος ή τη συνολική ζημία των 1.290.000 δραχμών, αφού κάθε φορά προσπαθούσα με τις πράξεις μου να αναλάβω ένα μικρό ποσό, το οποίο τους αμέσως επόμενους μήνες θα επέστρεφα με τους νόμιμους τόκους, δ)Του ότι επέδειξα ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξα να άρω ή έστω, να μειώσω τις συνέπειες της πράξης μου, κατ΄ άρθρο 84 παρ. 2 περ.
δ΄ ΠΚ, αφού έχω κατορθώσει, με απίστευτες οικονομίες και το μισθό μόνο του συζύγου μου (300.000 δρχ), να επιστρέψω ολόκληρο το ποσό για το οποίο κατηγορούμαι ότι υπεξαίρεσα στη υπό κρίση δικογραφία (1.290.000 δρχ.), αλλά και σχεδόν ολόκληρο το συνολικό ποσό για το οποίο κατηγορούμαι με το παραπάνω παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών .....
Ενδεικτικά Σας προσκομίζω την υπ΄ αριθμ. ...... απόδειξη πληρωμής- επιστροφής ποσού 8.553 Ευρώ και την υπ΄ αριθμ....... απόδειξη πληρωμής ποσού 5.000 Ευρώ. ε)του ότι συμπεριφέρθηκα καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη μου, κατ΄ άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε΄ ΠΚ, αφού ουδέποτε έκτοτε, πέραν της συγκεκριμένης υποθέσεως και των συναφών προεκτάσεων της, δεν έχω οδηγηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο, ούτε έχω κατηγορηθεί για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη.
Τέλος, κατά τα τελευταία τρία έτη πάσχω από τη νόσο του Graves με συμπτωματολογία θυροτοξικής οφθαλμοπάθειας και καρδιοπάθειας με σημαντική αύξηση της αρτηριακής μου πίεσης, υφίσταμαι δε εκτεταμένη θεραπευτική αγωγή". Το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη, απορρίπτοντας όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, δεχόμενο μόνο το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας (84 παρ.2δ).
Σε σχέση με τους προβληθέντας ισχυρισμούς περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεως β και ε της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει και να παραθέσει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση των ισχυρισμών αυτών, καθόσον δεν ήταν σαφείς και ορισμένοι ούτε γινόταν επίκληση πραγματικών περιστατικών που να τους θεμελιώνουν.
Ειδικότερα τα περιστατικά που εκτίθενται για την θεμελίωση του ισχυρισμού ότι η αναιρεσείουσα ωθήθηκε στις πιο πάνω πράξεις από μη ταπεινά αίτια, αναφέρονται σε άλλες πράξεις αυτής για τις οποίες δεν καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση .Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός της για τη θεμελίωση της αυτής ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι δεν είχε πρόθεση να ιδιοποιηθεί παράνομα τα ποσά που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση και ότι τα επέστρεφε, αφού έκανε χρήση αυτών, απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επίσης, η αναφορά και μόνο ότι η αναιρεσείουσα, μετά την τέλεση των πιο πάνω πράξεων δεν έχει οδηγηθεί έκτοτε σε οποιοδήποτε Δικαστήριο, ούτε έχει κατηγορηθεί για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, δε αρκεί για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της.
Εν προκειμένω, απαιτείται όχι μόνο η αρνητική αναφορά ότι δεν τέλεσε η αναιρεσείουσα άλλες αξιόποινες πράξεις , αλλά, κυρίως, και η θετική αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η καλή αυτής συμπεριφορά. Ο ισχυρισμός όμως αυτής ότι μέχρι το χρόνο τελέσεως των πιο πάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή, ήταν σαφής και ορισμένος και το Δικαστήριο της ουσίας, έπρεπε να αιτιολογήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την απορριπτική για τον ισχυρισμό αυτό κρίση του. Επομένως, ο συναφής με στοιχεία 4.1Γ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Δ. του ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος κατά το μέρος αυτό και, πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξη που απέρριψε την πιο πάνω ελαφρυντική περίσταση, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, για να κριθεί αν στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης συντρέχει και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.α ΠΚ και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθούν και αυτές κατά την επιμέτρηση των ποινών που, πρέπει, να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 243/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό για τη αναγνώριση της αναφερόμενης στο σκεπτικό ελαφρυντικής περιστάσεως, καθώς και κατά τις περί των ποινών διατάξεις της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 5/3/2005 (με αριθμό πρωτ. 2076/8-3-2005) αίτηση αναιρέσεως και τους από 13/11/2006 προσθέτους αυτής λόγους της ...... κατά της 243/25-1-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ