204/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του Χ1, που δεν μετέχει στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Ιουνίου 2004 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated204/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2γ΄ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως και αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας αλλ' αφορά τη δημόσια τάξη, με την προϋπόθεση , όμως, πάντοτε, ότι τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή είχαν υποβληθεί κατά τη συζήτηση επί της οποίας αυτή εκδόθηκε.
Full text
Απόφαση 204 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 204/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φωτόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του Χ1, που δεν μετέχει στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Ιουνίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανάγνωσε την από 15 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 ΚΠολΔ , με την οποία δικάζονται οι διαφορές μεταξύ ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, είναι δεκαπέντε ημερών αν εκείνος που δικαιούται να την ασκήσει διαμένει στην Ελλάδα, αρχίζει δε η προθεσμία από την επόμενη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 532 ίδιου Κώδικα, αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2γ΄ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως και αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας αλλ' αφορά τη δημόσια τάξη, με την προϋπόθεση , όμως, πάντοτε, ότι τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή είχαν υποβληθεί κατά τη συζήτηση επί της οποίας αυτή εκδόθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο πρώτους από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλει ο αναιρεσείων, ότι, ενώ, η προσβαλλόμενη . 313/5220/343/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε επί διαφοράς ανάμεσα στους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, είχε επιδοθεί και στην αναιρεσίβλητη ..... , όπως και στον συνεκκαλούντα σύζυγό της Χ1 στις 12-6-2003, όπως προέκυπτε από την έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή .... , η από 11.7.2003 έφεση της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και του συζύγου της, ασκήθηκε με κατάθεση της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 14-7-2003 και έλαβε τον αριθμό 628/2003,πολύ μετά την πάροδο των 15 ημερών.
Παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεση, μόνο ως προς τον συνεκκαλούντα σύζυγό της αναιρεσίβλητης Χ1 , παρότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει το απαράδεκτο με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ζητήθηκε πράγματι από τον αναιρεσείοντα ( στίχ. 4οςτων προτάσεων) η απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, χωρίς , όπως θα έπρεπε, να προσδιορίζεται ο λόγος του απαράδεκτου και να προσδιορίζεται, έστω και καθ΄ υποφορά, ο χρόνος της παρ΄ αυτού επίδοσης προς την αναιρεσίβλητη της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, ούτε και να προσκομίζεται με επίκληση για την απόδειξη του χρόνου αυτής της επίδοσης, αποδεικτικό επίδοσης.
΄Ετσι η ένσταση αυτή που, εξ άλλου, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έγινε δεκτή, μόνο, αναφορικά με τον συνεκκαλούντα Χ1. σύζυγό της, για τον οποίο και μόνο προέκυπτε επίδοση. Αντίθετα για την αναιρεσίβλητη η έφεση κρίθηκε , ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την αιτιολογία ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προέκυπτε ότι έγινε επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην ίδια.
Με τα δεδομένα αυτά το δικαστήριο δεν είχε δυνατότητα , στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης ενέργειάς του, ελλείψει στοιχείων, να απορρίψει την έφεση ως εκπρόθεσμη, ούτε και να ζητήσει να προσκομιστεί στα πλαίσια του άρθρ. 227 ΚΠολΔ το αποδεικτικό επίδοσης, αφού δεν είχε γίνει προσδιορισμός στις προτάσεις του αναιρεσείοντος, του λόγου του εκπροθέσμου.
΄Ετσι που έκρινε το εφετείο, ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους δύο πρώτους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως , με τους οποίους αποδίδεται αιτίαση από το άρθρ. 559 αρίθ. 14 είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
ΙΙ.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 11 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα (ΑΠ 643/2001 ΕλλΔνη 43.1357).
Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι το εφετείο για να καταλήξει στην δικανική του κρίση και να διατάξει την αφαίρεση της μεταλλικής ντουλάπας, έλαβε υπόψη εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.
Από τη διαβεβαίωση αυτή αλλά και από το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο μπορεί να καταλειφθεί αμφιβολία για το ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη και την από Απριλίου 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε από την πραγματογνώμονα Μηχανικό ..... .
Συνεπώς ο τρίτος από τους λόγους της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων, προβάλλει την πλημμέλεια από το πιό πάνω άρθρο, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την ανάλυση, δηλαδή, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Θέμα ,επομένως, έλλειψης νόμιμης βάσης δεν υπάρχει και δεν θεμελιώνεται ως εκ τούτου ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις στην αιτιολόγηση της απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές , εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι: Ο αναιρεσείων , σε πολυώροφη οικοδομή στη διασταύρωση των οδών .... της πόλης του ..... , διεπόμενης από τις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, τοποθέτησε στον εξώστη του διαμερίσματός του μια συναρμολογούμενη κινητή ντουλάπα από αλουμίνιο ύψους 2,40μ, βάθους 0,75 μ.
και πλάτους 1.00 μέτρου, την οποία στερέωσε στον εξωτερικό τοίχο του διαμερίσματος του με κύλινδρο. ΄Ότι η ντουλάπα εξέχει από το διαχωριστικό τοίχο των μπαλκονιών περίπου 0,65 εκατ. στο ψηλότερο σημείο (1,85) και περίπου ένα μέτρο και δέκα εκατοστά στο χαμηλότερο σημείο (1,30). Λόγω του όγκου της και του συγκεκριμένου σημείου που τοποθετήθηκε, εμποδίζει σημαντικά τη θέα ενός υπνοδωματίου του διαμερίσματος της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της και βλάπτει, επίσης, την εξωτερική εμφάνιση της πολυκατοικίας αφού διακρίνεται από μεγάλη απόσταση, ως πρόσθετη κατασκευή στον εξώστη με τρόπο που δεν εναρμονίζεται με την όψη των λοιπών διαμερισμάτων, μεταβάλλοντας, σε χειρότερη κατάσταση, την ενιαία εξωτερική αρχιτεκτονική και αισθητική του όλου οικοδομήματος εμφάνιση.
΄Ότι η επαναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα, για την απόκρουση της αγωγής, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ του ότι η τοποθέτηση της μεταλλικής ντουλάπας δεν απαγορεύεται από τις πολεοδομικές διατάξεις και είχε σκοπό να προστατεύσει τα δύο ανήλικα τέκνα του, επειδή δεν υπήρχε προστατευτικό κάγκελο, και επί πλέον ότι δεν επηρεάζει την στατικότητα της οικοδομής και ότι σε αρκετούς εξώστες της ίδιας οικοδομής έχουν τοποθετηθεί ίδιες ή παρόμοιες ντουλάπες χωρίς να διαμαρτυρηθούν η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της, πρέπει, να απορριφθεί στην ουσία, γιατί, ανεξάρτητα αν η τοποθέτηση της επίμαχης ντουλάπας επιτρέπεται ή όχι από τις πολεοδομικές διατάξεις, στην συγκεκριμένη περίπτωση η τοποθέτηση της στο συγκεκριμένο σημείο παρεμποδίζει, ως έχει σήμερα, σημαντικά, τη θέα ενός δωματίου των εναγόντων και παραβλάπτει, όπως δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίσης της, η προσβαλλόμενη απόφαση, την αισθητική και εμφάνιση της πολυκατοικίας.
Με αυτά που δέχτηκε το εφετείο και κατέληξε, ότι η ενέργεια του αναιρεσείοντος είναι αντίθετη στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και του κανονισμού της πολυκατοικίας, και ότι εκ του ότι και άλλοι ένοικοι έχουν τοποθετήσει ίδιες ή παρόμοιες ντουλάπες στους εξώστες, χωρίς να εναντιωθούν οι ενάγοντες, δεν καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, αφού κάθε μεταβολή ή προσθήκη κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας και τις επιμέρους ανάγκες διαιρετών ιδιοκτησιών, περιέλαβε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία.
Επομένως, ο τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι στερείται νόμιμης αιτιολογίας, όταν δέχεται ότι βλάπτεται η αισθητική της πολυκατοικίας ενώ υπάρχουν ντουλάπες και σε άλλους εξώστες και ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως , αφού η πλάτη της ντουλάπας εφάπτεται με σταθερό κτίσμα από οπτοπλινθοδομή και κατά δικαία κρίση, έπρεπε, να αποφανθεί τον περιορισμό του ύψους της ντουλάπας κατά το σημείο που υπερέχει καθ΄ ύψος του σταθερού διαχωριστικού τοιχίου των δύο εξωστών, είναι απορριπτέος , κατά το πρώτο μέρος του ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμος και κατά το δεύτερο ως απαράδεκτος, αφού βάλλει κατά της ανέλεγκτης περί πραγμάτων κρίσης του εφετείου.
Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.6.2004 αίτηση για αναίρεση της 224 /2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770 ) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ