Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of a criminal acquittal as evidence rather than a legal argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision, ruling that the lower court correctly ignored the appellant's claim. The appellants argued the appellate court failed to consider a prior criminal acquittal as a substantive fact under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure. The court held that the criminal judgment was merely evidentiary material, not a legal argument, and its evaluation falls within the appellate court's discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; Evidence and legal arguments are distinct, and the failure to consider evidentiary material does not constitute a procedural error under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2049 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2049/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ... με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Γ., το γένος ..., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Τσιράκη - Γιαβή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Βολιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2021 του Μονομελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/3/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17.03.2021 και με αριθ. κατάθ.11/19.03.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 14/14.01.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ….. που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 197 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά δε την ΑΚ 198 παρ. 1, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει, είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας σύμβασης) και φυσικά εφόσον η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο νόμιμο ή δικαιοπρακτικό τύπο κατά τις ΑΚ 158 και 159 παρ. 2.
Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, που διαφέρει από την ευθύνη από την αδικοπραξία, έχει εφαρμογή και επί ματαίωσης κατάρτισης της σύμβασης σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βέβαιη.
Ως πταίσμα δε, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, νοείται η μη τήρηση της συμπεριφοράς που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Το πταίσμα κρίνεται κατά το άρθρο 330 του ΑΚ και έτσι αρκεί και αμέλεια. Η ζημία πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Η αποζημίωση περιλαμβάνει το αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, δηλαδή τη ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα απέφευγε αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση. Το αρνητικό αυτό διαφέρον, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει την περιουσιακή μείωση, όπως τις δαπάνες για τη σύναψη της σύμβασης και την προκαταβολή, εφόσον αυτή είναι επακόλουθο του προσυμβατικού πταίσματος (ΑΠ 920/2021, ΑΠ 741/2018, ΑΠ 347/2018, ΑΠ 1302/2010, ΑΠ 1231/2008).
Εξάλλου, αν κάποιος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται κατ' αυτού και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 επ. ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/91, ΑΠ 223/2016, ΑΠ 1435/ 2015,ΑΠ 1302/2010).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Επίσης, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της απόφασης επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ δεν ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1 (ΑΠ1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1140/2005).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Τέλος, για να είναι ορισμένος, και, άρα, παραδεκτός ο ανωτέρω από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών( ΑΠ 68/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), καθώς, επίσης, και να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, χωρίς να αρκούν οι περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος "αποσπασματικές" και όχι "πλήρεις" παραδοχές(ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 739/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες επικαλούμενες παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αρ. 1ΚΠολΔ), προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι, αφενός, δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με την αθωωτική παραδοχή της 1825/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …., ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα Σ.
Γ., που κατηγορήθηκε για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, δεχόμενο το δικαστήριο της ουσίας ότι η τελευταία υποχρεούται σε αστική αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με αυτά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και το υπέρ αυτού τεκμήριο της αθωότητας, που βάσει αυτών των διατάξεων τίθεται.
Και, αφετέρου, επειδή θεμελίωσε την αξίωση της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης για αποζημίωση από πταίσμα αυτών(αναιρεσειουσών), κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης, μολονότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων είχε λήξει, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 παρ.1 του ΑΚ. Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες, αφού παραθέτουν στους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, χωρίς να μνημονεύουν τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, παρά ελάχιστες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή των αναιρεσειουσών αποσπασματικές, παραδοχές, περιορίζονται στο να διαλάβουν στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, αποσπασματικά, μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο αιτιώνται ως εσφαλμένο.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι ουδόλως αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τους λόγους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλ' αναφέρονται, κατ' επιλογή των αναιρεσειουσών και αποσπασματικά στο συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο αιτιώνται ως εσφαλμένο, επικαλούμενοι, όμως, ότι υποχρεώθηκαν σε αστική αποζημίωση λόγω δήθεν αδικοπραξίας που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με αυτά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε η δεύτερη εξ αυτών(αναιρεσειουσών), χωρίς μάλιστα να διαλαμβάνουν αυτά τα περιστατικά, και επικαλούμενες, περαιτέρω, προς υποστήριξη του δεύτερου λόγου της αναίρεσής τους, τον δικό τους ισχυρισμό ότι μεταξύ αυτών και της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης είχε καταρτισθεί σύμβαση πώλησης του 30% των εταιρικών μεριδίων, είχε συμφωνηθεί το τίμημα και το ποσοστό των προς μεταβίβαση μετοχών και ως εκ τούτου το στάδιο των διαπραγματεύσεων είχε λήξει, και, επομένως, το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπήρξε εσφαλμένο, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 197 και 198 παρ.1 ΑΚ.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη των εφεσιβλήτων (και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) κατά το έτος 2011 ήταν νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της πρώτης των εφεσιβλήτων(και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας)...
με αντικείμενο μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, την παροχή υπηρεσιών εστίασης και την πρακτόρευση ταμείων Κ.Τ.Ε.Λ... ότι δυνάμει του από 22-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήφθη μεταξύ της εκκαλούσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) και της δεύτερης των εφεσιβλήτων ως νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης εταιρείας, συμφωνήθηκε ότι η τελευταία θα μεταβίβαζε στην εκκαλούσα σε ποσοστό 30% τις μετοχές της ως άνω εταιρείας εντός προθεσμίας εξήντα(60)ημερών ενώ η αξία τους (των μετοχών) ορίστηκε στο ποσό των 70.000 ευρώ το οποίο η εκκαλούσα κατέβαλε αυθημερόν.
Από το κείμενο της παραπάνω σύμβασης δεν προκύπτει η ιδιότητα του παραπάνω εγγράφου ως προσυμφώνου ώστε να απαιτείται η τήρηση του τύπου που απαιτεί το άρθρο 28 του Ν.3190/1955... Ακόμη αποδεικνύεται πριν την παρέλευση της προαναφερόμενης προθεσμίας και συγκεκριμένα στις 23-3-2012, η εκκαλούσα κατέβαλε στην δεύτερη των εφεσιβλήτων, επιπλέον το ποσό των 50.000 ευρώ προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες μίσθωσης και εξοπλισμού του καταστήματος που θα λειτουργούσε στην πόλη του …...
Στη συνέχεια, στις 23-4-2012 η πρώτη εφεσίβλητη μετατράπηκε σε .... με μοναδική εταίρο την δεύτερη εφεσίβλητη... Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά... αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούσες δεν προέβησαν στην συμφωνηθείσα μεταβίβαση των μετοχών εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας ήτοι στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης μεταβίβασής τους με τη σύνταξη του αντίστοιχου συμβολαιογραφικού εγγράφου και την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας.
Αντίθετα, κατά παράβαση των αρχικώς συμφωνηθέντων, η δεύτερη των εφεσιβλήτων... ανάλωσε τα παραπάνω ποσά στην εκμίσθωση και στον εξοπλισμό καταστήματος και δεν μεταβίβασε από υπαιτιότητά της, το αντίστοιχο ποσοστό των μετοχών, αλλά προέβη σε μετατροπή της αρχικής εταιρείας σε ... με μόνη τη μέτοχο την ίδια.
Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται η αντίστοιχη πρόσκληση της εκκαλούσας για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης και μετά την παρέλευση της αρχικά ορισθείσας προθεσμίας και αντίστοιχα δεν αποδεικνύεται οποιοδήποτε πταίσμα της εκκαλούσας στη ματαίωση της σύναψης της οριστικής σύμβασης...
Συνεπώς... η μη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης οφείλεται αποκλειστικά στις εφεσίβλητες και πρέπει οι τελευταίες να ανορθώσουν την ζημία(αρνητικό διαφέρον) που προκλήθηκε στην εκκαλούσα και η οποία ανέρχεται κατά τα προαναφερόμενα στο συνολικό ποσό των …. ευρώ. Έτσι πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι οι εφεσίβλητες οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρο εκάστη το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση...".
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 206/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …., που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία, κυρίως μεν εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης τους, το συνολικό ποσό των ….
ευρώ, επικουρικά δε εκ της ευθύνης τους από τις διαπραγματεύσεις και της συρρέουσας αδικοπρακτικής ευθύνης το παραπάνω ποσό, πλέον του ποσού των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά των αντιδίκων της, άλλως, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κράτησε τη υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής και αφού δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη κατά τη νομική της βάση για την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, την έκρινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι αμφότερες οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των ….
ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ως ανόρθωση της ζημίας (αρνητικό διαφέρον), που εκείνες προκάλεσαν στην τελευταία. Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο θεμελιώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, στο ότι η αναιρεσίβλητη ήταν δικαιούχος αποζημίωσης, ευθυνομένων των αναιρεσειουσών, λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς τους, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και τη ματαίωση της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων για την είσοδο της αναιρεσίβλητης στην υπό σύσταση εταιρεία και τη μεταβίβαση προς αυτή του εκ ποσοστού 30% μετοχών της, για την οποία τους προκατέβαλε το συνολικό ποσό των …..ευρώ, και όχι ευθυνομένων εξ αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της δεύτερης αναιρεσείουσας, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους αιτιώνται, θεμελιώνοντας αυτόν επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197 και 198 παρ.1 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες και τις εφάρμοσε, ενώ τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο δεν δικαιολογούν την υπαγωγή τους στους επικαλούμενους από τις αναιρεσείουσες κανόνες δικαίου των περί αδικοπραξιών διατάξεων των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε εν προκειμένω το Εφετείο, ενώ με το αποδεικτικό του πόρισμα, μη θεμελιούμενο σε ευθύνη από ποινικό αδίκημα της δεύτερης αναιρεσείουσας, για το οποίο υπήρχε αθωωτική απόφαση ποινικού Δικαστηρίου, αλλά στην εκ των διαπραγματεύσεων προς σύναψη σύμβασης ευθύνης των αναιρεσειουσών, δεν παραβίασε και τις επικαλούμενες από τις τελευταίες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.
Συνακόλουθα οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προαναφερόμενοι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφενός, και των άρθρων 197 και 198 παρ.1 ΑΚ αφετέρου, αντίστοιχα, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι αυτή διαλαμβάνει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκαλεί δε σύγχυση ως προς τα πρόσωπα των διαδίκων και την ευθύνη αυτών λόγω μη μεταβίβασης των μετοχών.
Ειδικότερα ότι, στη σελίδα 15 εν τέλει της αναιρεσιβαλλόμενης, αναγράφονται επί λέξει τα εξής: " Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνομολογούνται από τις εφεσίβλητες, αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούσες δεν προέβησαν στην συμφωνηθείσα μεταβίβαση των μετοχών εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, ήτοι στην κατάρτιση της οριστικής μεταβίβασής τους με τη σύνταξη του αντιστοίχου συμβολαιογραφικού εγγράφου...", ενώ στη σελίδα 6 στην αρχή ότι "Αντίθετα, κατά παράβαση των αρχικώς συμφωνηθέντων, η δεύτερη των εφεσιβλήτων, όπως η ίδια εκθέτει, ανάλωσε τα παραπάνω ποσά...
και δεν μεταβίβασε από υπαιτιότητά της, το αντίστοιχο ποσοστό των μετοχών...", και ότι εκ των ανωτέρω προκύπτει σύγχυση ως το ποια διάδικος ευθύνεται κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι αόριστος και, συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ουδόλως αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, και κατ' επιλογή των αναιρεσειουσών, σε σχέση με το λόγο από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από το ιστορικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, καθίσταται αδιστάκτως και πέραν πάσης αμφιβολίας βέβαιο ποιος ήταν ο υπεύθυνος για τη μεταβίβαση των μετοχών, ποιος ζημιώθηκε και ποιος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα. Είναι δε σαφές και ουδεμία σύγχυση υπάρχει ότι αποκλειστικά υπεύθυνες για τη μεταβίβαση των μετοχών ήταν οι εφεσίβλητες στη δευτεροβάθμια δίκη και ήδη αναιρεσείουσες, αφού αυτές είχαν τις μετοχές της εταιρείας και αυτές είχαν συμφωνήσει να τις μεταβιβάσουν στην εκκαλούσα στη δευτεροβάθμια δίκη και ήδη αναιρεσίβλητη.
Τα ανωτέρω προκύπτουν και από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης και ειδικότερα στη σελίδα 11 αυτής, όπου αναγράφονται επί λέξει τα εξής: "... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι δυνάμει του από 22-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήφθη μεταξύ της εκκαλούσας και της δεύτερης των εφεσιβλήτων ως νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης εταιρείας, συμφωνήθηκε ότι η τελευταία θα μεταβίβαζε στην εκκαλούσα σε ποσοστό 30% τις μετοχές της ως άνω εταιρείας εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών ενώ η αξία τους(των μετοχών)ορίστηκε στο ποσό των 70.000 ευρώ το οποίο η εκκαλούσα κατέβαλε αυθημερόν.
Από το κείμενο της παραπάνω σύμβασης δεν προκύπτει η ιδιότητα του παραπάνω εγγράφου ως προσυμφώνου... Ακόμη αποδεικνύεται πριν την παρέλευση της προαναφερόμενης προθεσμίας και συγκεκριμένα στις 23-3-2012, η εκκαλούσα κατέβαλε στην δεύτερη των εφεσιβλήτων, επιπλέον το ποσό των 50.000 ευρώ προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες μίσθωσης και εξοπλισμού του καταστήματος που θα λειτουργούσε στην πόλη του …...
Στη συνέχεια, στις 23-4-2012 η πρώτη εφεσίβλητη μετατράπηκε σε .... με μοναδική εταίρο την δεύτερη εφεσίβλητη... Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνομολογούνται από τις εφεσίβλητες...". Το γεγονός δε ότι εκ παραδρομής στο επόμενο χωρίο αναφέρεται το εσφαλμένο "εκκαλούσες" αντί "εφεσίβλητες", ουδεμία σύγχυση δημιουργεί, αφού ναι μεν αναφέρεται ότι "...οι εκκαλούσες(αντί του ορθού εφεσίβλητες) δεν προέβησαν στην συμφωνηθείσα μεταβίβαση των μετοχών εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, ήτοι στην κατάρτιση της οριστικής μεταβίβασής τους με τη σύνταξη του αντιστοίχου συμβολαιογραφικού εγγράφου...", ωστόσο, είναι πρόδηλο ότι μετοχές για να μεταβιβάσουν, όπως συνομολογούν και οι εφεσίβλητες, είχαν οι ίδιες και όχι η εκκαλούσα.
Εξάλλου, στη συνέχεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνεχίζοντας κατά λογικό τρόπο τη σκέψη της, αναφέρει ότι "Αντίθετα, κατά παράβαση των αρχικώς συμφωνηθέντων, η δεύτερη των εφεσιβλήτων, όπως η ίδια εκθέτει, ανάλωσε τα παραπάνω ποσά στην εκμίσθωση και στον εξοπλισμό καταστήματος και δεν μεταβίβασε από υπαιτιότητά της, το αντίστοιχο ποσοστό των μετοχών, αλλά προέβη σε μετατροπή της αρχικής εταιρείας σε ...
με μόνη τη μέτοχο την ίδια. Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται η αντίστοιχη πρόσκληση της εκκαλούσας για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης και μετά την παρέλευση της αρχικά ορισθείσας προθεσμίας και αντίστοιχα δεν αποδεικνύεται οποιοδήποτε πταίσμα της εκκαλούσας στη ματαίωση της σύναψη της οριστικής σύμβασης...
Συνεπώς... η μη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης οφείλεται αποκλειστικά στις εφεσίβλητες και πρέπει οι τελευταίες να ανορθώσουν την ζημία (αρνητικό διαφέρον) που προκλήθηκε στην εκκαλούσα και η οποία ανέρχεται κατά τα προαναφερόμενα στο συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ...".
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει(ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων(ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (OλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τις εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσείουσες και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 1825/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ….., με την οποία η δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα αθωώθηκε για την αποδοθείσα σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον η επικαλούμενη ως άνω ποινική απόφαση δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αποδεικτικό μέσο, που εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, και της οποίας το περιεχόμενο αποδεικνύει μεν ισχυρισμούς, πλην όμως η ίδια δεν αποτελεί ισχυρισμό, και, όπως προεκτέθηκε, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αφού τα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν μεν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ενιαίως, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.03.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …..
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ