2049/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κυριάκο Οικονόμου και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2049/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και β) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Full text
Απόφαση 2049 / 2018 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2049/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κυριάκο Οικονόμου και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 4 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ψ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7193/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στον από 21 Ιουνίου 2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 880/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό πρωτ. 6646/2018 από 22-6-2018 δήλωση-αίτηση του Γ. Ψ. του Ι., κατοίκου ...), για αναίρεση της 7193/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων)Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α' ΚΠοινΔ βιβλίο την 11-6-2018, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 473 παρ. 1,2 και 3 ΚΠοινΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Νόμου 3943/2011, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990 "ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους", όπως τούτο ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του Νόμου 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως:
α) έως ενός έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παρ. 5, υπερβαίνει το ποσό των 5.000 ευρώ, β) έξη τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Χρόνος τελέσεως του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι την συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπομένης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως σε οποιονδήποτε βαθμό". Η ανωτέρω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του Νόμου 4321/2015 ως εξής: "1 Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα, στην Φορολογική Αρχή, χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και β) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται, εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως σε οποιονδήποτε βαθμό".
Συνεπώς, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.λ.π. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κ.λ.π. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με τις ανωτέρω ποινές φυλακίσεως, με την ρύθμιση δε αυτή: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ.
και στα Τελωνεία, αντιμετωπίζονται ενιαίως, ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον χρόνο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποίαν ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής, κατά οφειλέτη, ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για την μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Περαιτέρω, κατά την σαφή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως την συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών.
Με την ρύθμιση αυτή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά την μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πλέον να θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο (ήδη των 50.000 ευρώ), ή, μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών, συνολικού ποσού ανωτέρου των 50.000 ευρώ, χωρίς όμως την συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τελέσεως στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος, περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος (Α.Π. 480/2015).
Ήδη το ανωτέρω άρθρο 25 παρ. 1 του Νόμου 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 71 παρ. 2 του Νόμου 4337/2015 περί "Μέτρων Εφαρμογής ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ 3: Συνταξιοδοτικά/Εγκλήματα Φοροδιαφυγής/Δημοσιονομικά κ.λ.π." (Φ.Ε.Κ. Α 129/17-10-2015) που ορίζει ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α και β, αντίστοιχα, της παρ. 1 του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίσταται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ αντίστοιχα".
Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και δεν έχουν εκτελεσθεί, κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις προϊσταμένων Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων για χρέη κατώτερα αυτού του ποσού, δεν εισάγονται για συζήτηση.
Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατωτέρων του ποσού των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής διώξεως, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από την λήξη της αναστολής". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 9 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως δεν αφορά μόνον την κυρία απόφαση, δηλαδή την περί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται ανεξαιρέτως σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στην διακριτική ευχέρεια ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Εκ τούτου έπεται ότι και η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποίαν απορρίπτεται αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, η εν λόγω δε αιτιολογία συνίσταται στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση (Ολ.
Α.Π. 7/2005, Α.Π. 1879/2016, Α.Π. 184/2014, Α.Π. 1014/2012). Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Άλλωστε, ο άμεσος δόλος πρέπει να προσδιορίζεται με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσεως, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της αξιόποινης πράξεως, ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.
Υπάρχει όμως αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση αυτή, περιστατικών (Α.Π. 241/2015, Α.Π. 278/2014). Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.
Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1879/2016, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014). Η, κατά τα άνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και ότι έχουν αναπτυχθεί προφορικά, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (Ολ.
Α.Π. 2/2005). Η προβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών (άρθρ. 141 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ.), παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Ποιν.Δ. Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρ. 31 παρ. 2 Π.Κ.), αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο.
Ειδικότερα, από το άρθρο 31 παρ. 2 Π.Κ., σύμφωνα με το οποίο η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή, προκύπτει, ότι, για να μην καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να διαγνώσει κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις, που βρίσκεται ο ίδιος, οποιαδήποτε και αν κατέβαλλε προσοχή και επιμέλεια, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε, για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες (Ολ.
Α.Π. 1179/1986). Δηλαδή, για να είναι ορισμένος ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προσδιορίζεται η προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, που καθορίζεται από την ηλικία, τη μόρφωση, το επάγγελμα και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με τη στάθμιση αυτών των στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθινός ή προσχηματικός.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμέσως μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και τη νομιμοποίηση του συνηγόρου υπερασπίσεως, ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε και γραπτώς αυτοτελείς ισχυρισμούς και δη της συγγνωστής νομικής πλάνης, ότι δηλαδή δεν γνώριζε ότι υφίστατο υποχρέωση καταβολής των τελών χαρτοσήμου, αλλά και ότι ο νομικός του σύμβουλος Λ.
Α. και ο φοροτεχνικός του Γ. Χ., τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν υποχρεούτο να καταβάλει τέλη χαρτοσήμου, εφόσον η από 28-11-2002 δανειακή σύμβαση μεταξύ του ίδιου και της εταιρίας " ... S.A", για την αγορά των μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" από τις εταιρίες "... SA", η οποία εδρεύει Π. και "... ΑΕ", η οποία εδρεύει στο ...
είχε συναφθεί στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα, καθώς επίσης ανέφερε ότι έχουν ασκηθεί αιτήσεις αναίρεσης κατά των δύο απορριπτικών αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί προσφυγών του, που εκκρεμούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι την 28-3-2018 προσδιορίσθηκε η συζήτηση των αναιρέσεων ενώπιον του Β' Τμήματος του, και ζήτησε την αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως κατά το άρθρο 61 του Κ.Π.Δ.
Στην συνέχεια, ο Εισαγγελέας και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκαν επί του εν λόγω αιτήματος, αφού δε ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία ο εν λόγω εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί νομικής πλάνης και στην συνέχεια πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου, αφού δε τοποθετήθηκε επ' αυτών ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου το Δικαστήριο απέρριψε όσον αφορά το εν λόγω αίτημα περί αναβολής με την εξής αιτιολογία: " Ως προς το υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 61 Κ.Π.Δ., ενόψει εκδίκασης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας των προσκομιζομένων και αναγνωσθεισών δύο (2) αιτήσεων αναίρεσης των υπ' αριθ. 4656 και 4657/2014 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες προσφυγές του, με τις οποίες ζητούσε την ακύρωση της υπ'αριθ. 1/21-12-2009 πράξεως καταλογισμού τελών χαρτοσήμου διαχειριστικής περιόδου 2002 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου και του υπ' αριθ. 27/21-12-2009 φύλλου ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων οικονομικού έτους 2003 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου, των οποίων η συζήτηση έχει οριστεί, κατόπιν αναβολής, για τη δικάσιμο της 28ης-3-2018, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι η άσκηση των ανωτέρω προσφυγών του κατηγορουμένου ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, οι οποίες απορρίφθηκαν σε πρώτο βαθμό, όπως προαναφέρθηκε, δεν επηρεάζει την προκειμένη ποινική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 παρ. 3 εδ.
α του νόμου 4337/2015. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο τούτο, ενόψει της κείμενης παραγραφής της εκδικαζομένης υπόθεσης, που φέρει χρόνο τέλεσης 30-7-2010(ήτοι συμπλήρωση οκταετίας στις 30-7-2018), δεν μπορεί να αναβάλλει την εκδίκασή της μέχρις εκδόσεως απόφασης επί των ως άνω ασκηθεισών αιτήσεων αναίρεσης του κατηγορουμένου, αφού η συζήτησή τους εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο δεν αναμένεται να εκδώσει επ'αυτής απόφαση σε εύθετο χρονικό διάστημα, όπως τούτο επιβάλλει η επικείμενη παραγραφή της προκείμενης ποινικής υπόθεσης του κατηγορουμένου".
Ακολούθως κατήρτισε και δημοσίευσε την προσβαλλομένη απόφασή του σύμφωνα με την οποία δέχθηκε ότι:
"Από το άρθρο 31 παρ 2 Π Κ , σύμφωνα με το οποίο η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε, λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή, προκύπτει ότι, για να μην καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της.
τον οποίο δεν μπορούσε να διαγνώσει κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρίσκεται ο ίδιος, οποιαδήποτε και αν κατέβαλλε προσοχή και επιμέλεια ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες {ΟλΑΠ 1179/1986) Δηλαδή, για να είναι ορισμένος ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προσδιορίζεται η προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου που καθορίζεται από την ηλικία τη μόρφωση, το επάγγελμα και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε, με τη στάθμιση αυτών των στοιχείων και των δυνατοτήτων του.
να μπορέσει το δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθινός ή προσχηματικός (ΑΠ 611/2017 Τ.Ν Π. ΝΟΜΟΣ) Στην προκειμένη περίπτωση από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης που εξετάστηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:
Ο κατηγορούμενος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό ποσό υπερβαίνει τις 100 000,00 ευρώ Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, με πρόθεση καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, να καταβάλλει προς το Δημόσιο το αναφερόμενο ειδικότερα στον πίνακα χρεών της Δ Ο Υ Παλλήνης, ο οποίος συνοδεύει την αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ως αναττόσπαστο μέρος της και ενσωματώνεται στο διατακτικό της απόφασης, χρέος που αφορά τέλη χαρτοσήμου, που βεβαιώθηκε 30-6-2010 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30-7- 2010, ποσού 194.822,49 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει έως σήμερα, ούτε έχει προβεί σε ρύθμισή του.
Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι, όχι μόνο δεν γνώριζε ότι υφίστατο υποχρέωση καταβολής των ως άνω τελών χαρτοσήμου, αλλά και ότι ο νομικός του σύμβουλος Λ. Α. και ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας Γ. Χ., φοροτεχνικός, τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν υποχρεούτο να καταβάλει τέλη χαρτοσήμου, εφόσον η από 28-11-2002 δανειακή σύμβαση μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας "...
S.A.", για την αγορά των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." από τις εταιρείες "... S.A", η οποία εδρεύει Π. και "... (...) Α.Ε.", η οποία εδρεύει ..., είχε συναφθεί στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα Πλην όμως, ο κατηγορούμενος μπορούσε, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, με βάση τις in concrete συνθήκες και περιστάσεις, ενόψει και της ηλικίας του και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων (απόφοιτος της ..., διοικητικό στέλεχος μεγάλων εταιρειών), να ενημερωθεί σχετικώς και να μην τελέσει την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη.
Κατά συνέπεια, πρέπει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και, εφόσον στοιχειοθετείται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο του πίνακα χρεών της Δ Ο Υ Παλλήνης, που συνοδεύει την αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της, καθόσον γνώριζε την ως άνω οφειλή του προς το Δημόσιο και από πρόθεση παρέβη την υποχρέωση εξόφλησής της, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής.
Μετά από αυτά το Δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές αφού απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ και ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συγγνωστής νομικής πλάνης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά του ότι:
Στην Παλλήνη - Αττικής, στις 1.8.2010, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη το κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρηση την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 100.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΠΑΛΛΗΝΗΣ όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. Ειδ. Βιβλίου 581/2014) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 25.08.2014 μηνητήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., όπως κατωτέρω επισυνάπτεται, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 194.822.49, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
Με αυτές τις, κατά τον συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού, παραδοχές το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, τόσο ως προς την απορριπτική του αιτήματος της αναβολής κρίση του καθώς και την απόρριψη του ισχυρισμού του περί συγγνωστής πλάνης, αλλά και ως προς την περί της ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος δικαιοδοτική του κρίση, την απαιτουμένη από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τις αποδείξεις (πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο Δικαστήριο) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά.
Ειδικότερα παρατίθενται: α) το είδος των χρεών αναλυτικά (φόρος εισοδήματος), β) ο χρόνος της βεβαιώσεώς τους για το καθένα, γ) ο χρόνος της πληρωμής τους και τέλος, δ) η αρχή που τα βεβαίωσε, που ήταν η Δ.Ο.Υ Παλλήνης. Περαιτέρω όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί νομικής πλάνης ομοίως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού και του διατακτικού της, ορθά απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχθέν ανελέγκτως συναφώς ότι:
Ο κατηγορούμενος μπορούσε επιδεικνύοντας την δέουσα επιμέλεια, με βάση τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις, ενόψει της ηλικίας του και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων(απόφοιτος της ..., διοικητικό στέλεχος μεγάλων εταιριών) να ενημερωθεί σχετικώς και να μην τελέσει την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη.
Επομένως, οι σχετικοί αληθώς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 'Δ' και 171 παρ. 1 και στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως αναγόμενες σε τοιαύτες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 και 112 του ΠΚ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδήλωσης της ενέργειας του υπαιτίου που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτελεί πραγματικό περιστατικό και υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να καθορίσει χρόνο τέλεσης της πράξης διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξης ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιόποινου αυτής(ΑΠ 70/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την ειδικότερη αιτίαση του πρώτου λόγου της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθόσον αυτή μετέβαλε ανεπιτρέπτως τον χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορείται από την 1-8-2011 για τον οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί με το Ε/2014/5407 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και για τον οποίο καταδικάστηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση, στον εσφαλμένο χρόνο 1-8-2010, ήτοι τον μετέβαλε κατά ένα έτος πριν.
Η ειδικότερη αυτή αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη αναιτιολόγητα δέχθηκε ότι χρόνος τέλεσης του εγκλήματος είναι η 1-8-2010, ενώ η εκκαλουμένη(πρωτοβάθμια απόφαση) είχε δεχθεί ως χρόνο τέλεσης την 1-8-2011, δηλαδή τον χρόνο που αναγραφόταν και στο άνω αναφερθέν κλητήριο θέσπισμα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται για την πληρότητά του ποιο υπερασπιστικό του δικαίωμα προσβλήθηκε με την πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τον πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ Παλλήνης, που συνοδεύει την αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της, το χρέος θα έπρεπε να καταβληθεί κατά την άνω ημερομηνία, ο δε ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης της πράξης του δεν αποτελεί σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, έστω και αν είναι διαφορετικός από τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο, εφόσον η μεταβολή αυτή δεν ασκεί επιρροή στην παραγραφή του αδικήματός του, εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση την ευνοεί προς όφελος του κατηγορουμένου.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω ο χρόνος της εκδήλωσης της ενεργείας αυτής, που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, μπορούσε ως πραγματικό περιστατικό, υποκείμενο στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να καθορισθεί, με εκτίμηση των αποδείξεων, διαφορετικά από τον αναφερόμενο στον κατηγορητήριο, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εφόσον αυτός στο χρόνο που έγινε δεν ασκούσε επιρροή στην παραγραφή του αξιόποινου της υπό κρίση πράξης, προσβάλλοντας τελικώς έτσι και τα υπερασπιστικά του δικαιώματα (άρθρο 4 του Σ, 171 παρ. 1 β' και δ' ΚΠοινΔ, 6 παρ.3 στ.
α και β ΕΣΔΑ). Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Α ΚΠΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και απορριπτέος Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών μη υπάρχοντος έτερου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2018 και επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-6-2018 με αρ. πρωτ. 6646/2018 αίτηση δήλωση του Γ. Ψ. του Ι., κατ. ...) για αναίρεση της με αριθμό 7193/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ