2049/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2049/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 18-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2049 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2049/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. χήρας Κ. Μ., το γένος Κ. Μ., 2) Σ. Μ. του Κ. και 3) Ι. - Μ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κρανιδιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φαλαγκαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-1-2010 και 2-3-2010 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5999/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7155/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 18-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αναιρεσείοντες με την από 19.1.2010 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή τους, την οποία απηύθυναν κατά της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενοι πταίσμα περί τις διαπραγματεύσεις και αδικοπραξία, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους πληρώσει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 2.3.2010 (αντίθετη) αγωγή και, επικαλούμενη τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και επί πλέον αδικοπραξία, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν τον πλουτισμό και να της πληρώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 5999/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η μεν αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε, η δε αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε εν μέρει δεκτή. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 7155/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ανωτέρω απόφασης. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τους ενάγοντες-εναγομένους η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 59 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δίνεται μόνο όπου προβλέπει τούτο ειδική διάταξη. Τέτοιες διατάξεις που προβλέπουν χρηματική ικανοποίηση υπάρχουν δύο στον Αστικό Κώδικα: Τα άρθρα 59 επί προσβολής προσωπικότητας και 932 επί αδικοπραξίας.
Από δε την τελευταία προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως είναι η τέλεση αδικοπραξίας κατά τους όρους του άρθρου 914, δηλαδή υπαίτια παράνομη πράξη που συνεπάγεται βλάβη (προσβολή) κάποιου έννομου αγαθού, περιουσιακού ή μη όπως η ζωή, η υγεία, η ελευθερία, η τιμή του παθόντος, που είναι και ο φορέας του αγαθού αυτού.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, εάν η παράνομη και υπαίτια πράξη δεν επέφερε καμία βλάβη στα έννομα αγαθά του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται, δεν ιδρύεται αξίωση του τελευταίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι, σε περίπτωση απάτης ή απόπειρας απάτης κατά τις διαπραγματεύσεις, αν εν τέλει δεν επήλθε βλάβη στο έννομο αγαθό της ξένης περιουσίας διότι το παθητικό υποκείμενο της πράξης αντιλήφθηκε την επιδιωκόμενη εξαπάτησή του και απέτρεψε τη βλάβη της περιουσίας του, δεν γεννάται αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 30/1998).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αγωγή τους, προκειμένου να θεμελιώσουν την αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης λόγω αδικοπραξίας, επικαλέσθηκαν ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δια των οργάνων της, στα πλαίσια των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων, τους απέκρυψε δολίως, γνωστά σ’ αυτήν, κρίσιμα για την οικοδομική εκμετάλλευση του ακινήτου τους στοιχεία σχετικά με επικείμενη νομοθετική αλλαγή για τους όρους δομήσεως, και ότι επί πλέον υπέβαλε εν αγνοία τους προς την Πολεοδομία δύο αιτήσεις για έκδοση οικοδομικών αδειών, αναφέροντας ψευδώς ότι είναι κυρία του οικοπέδου, επιδιώκοντας έτσι αφενός να εξασφαλίσει υπέρ αυτής το προηγούμενο ευνοϊκό οικοδομικό καθεστώς και αφετέρου να τους εξαπατήσει στη συνέχεια ότι λόγω της δυσμενέστερης νέας νομοθεσίας βλάπτεται και γι’ αυτό πρέπει να μειωθεί το τίμημα κατά 200.000 ευρώ, σκοπό στον οποίο κατέτεινε που -αν επιτυγχάνονταν- θα είχε ως αποτέλεσμα την ισόποση ζημία τους.
Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, αν και η εναγομένη επιχείρησε να υλοποιήσει το ανωτέρω σκοπό της ζητώντας τη μείωση του τιμήματος, εν τέλει δεν τα κατάφερε διότι αυτοί πληροφορήθηκαν την αλήθεια από τον τεχνικό σύμβουλό τους και απέκρουσαν την πρότασή της. Ότι εξ αιτίας των ενεργειών αυτών των οργάνων της εναγομένης, που συνιστούν το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης (τετελεσμένη ως προς τους υπαλλήλους της Πολεοδομίας και σε απόπειρα ως προς αυτούς), υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσό 300.000 ευρώ.
Εφόσον όμως η εξιστορούμενη υπαίτια και παράνομη πράξη των οργάνων της εναγομένης δεν προκάλεσε βλάβη στο έννομο αγαθό της περιουσίας των εναγόντων, διότι αυτοί αντιλήφθηκαν την επιχειρούμενη εξαπάτησή τους και απέτρεψαν τη βλάβη της περιουσίας τους, ούτε γίνεται επίκληση προσβολής άλλου (μη περιουσιακού) έννομου αγαθού αυτών, δεν γεννάται - σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες- αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έπρεπε λοιπόν το ανωτέρω αγωγικό αίτημα να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, το απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας με την αιτιολογία ότι, πέραν της ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις, δεν εξιστορείται αδικοπραξία των οργάνων της εναγομένης. Επομένως, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη του ελεγχόμενου αιτήματος της αγωγής των αναιρεσειόντων κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό.
Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, αντίστοιχα από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 367 του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις ..., β) ..., γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή... Επίσης στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η προηγούμενη διάταξη (της παρ. l) δεν εφαρμόζεται:
α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ (συκοφαντικής δυσφήμησης) και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται, και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο ή από τις περιστάσεις που αυτή έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή της τιμής άλλου και ενέχει αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή περιφρόνηση αυτού.
Τέτοιος ειδικός σκοπός εξύβρισης εμφαίνεται στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί για την άσκηση νομίμου δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος ωστόσο χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Επειδή δε η ύπαρξη του ειδικού σκοπού εξύβρισης συνιστά νομική έννοια που ελέγχεται αναιρετικά, το δικαστήριο της ουσίας, όταν δέχεται ότι προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης από τον τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς ή από τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης, πρέπει να διαλάβει, σαφώς και επαρκώς, στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν τις παραδοχές, ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του υπαιτίου δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για την αντικειμενική απόδοση της σκέψης του, ότι ο υπαίτιος γνώριζε τον ηπιότερο και αναγκαίο τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του και ότι χρησιμοποίησε συνειδητά τον συγκεκριμένο μη αντικειμενικά αναγκαίο, με τον ειδικό σκοπό να προσβάλει την τιμή άλλου.
Σε αντίθετη περίπτωση, παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ, οι οποίες έχουν αναλογική εφαρμογή και στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, η δε παραβίαση αυτή στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1085/2014, ΑΠ 159/2008, ΑΠ 1395/2005, ΑΠ 1499/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αφορούν στο κεφάλαιο της αντίθετης από 2.3.2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και ειδικότερα στο αίτημά της περί καταψηφίσεως υπέρ αυτής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας της δυσφημιστικών διαδόσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων: "...στο πλαίσιο της άνω συναλλαγής μεταξύ των διαδίκων και λόγω της ματαίωσης και της μη υπογραφής του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του ακινήτου των εναγόμενων - πωλητών, οι τελευταίοι άσκησαν την υπό στοιχείο Α αγωγή, στην οποία, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκαν ότι η εναγομένη - αγοράστρια εταιρεία αποπειράθηκε να τους εξαπατήσει, όπως επίσης ότι εξαπάτησε την αρμόδια Πολεοδομία.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν τα όσα προαναφέρθηκαν στο κεφάλαιο της παρούσας που αφορά την απόρριψη, ως αόριστης, της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης των πωλητών - εναγόντων λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της αδικοπρακτικής ευθύνης της αγοράστριας - εναγομένης, ήτοι της "δόλιας, κακόπιστης, αντίθετης στα χρηστά ήθη και παράνομης (197 ΑΚ) συμπεριφοράς της κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων", που συνίσταται, κατά τα εκτιθέμενα, "στην παράβαση της υποχρέωσης διαφώτισης που είχε αυτή προς τους ενάγοντες - πωλητές του ακινήτου κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων με την απόκρυψη από αυτούς της ψήφισης του ν. 3775/2009 και του περιεχομένου του, καθώς και, κυρίως, της απόκρυψης από αυτούς της υποβολής προς την αρμόδια Πολεοδομία των σχετικών δύο αιτήσεων και των φακέλων για έκδοση οικοδομικών αδειών, στο όνομα της ίδιας (αγοράστριας), ως κυρίας του ακινήτου, που, με εξαπάτηση της Πολεοδομίας, αναληθώς ισχυρίστηκε και με σκοπό, με βάση τα παραπάνω, την εξαπάτησή τους περί δήθεν ζημιάς της από τη νομοθετική μεταβολή και την πρότασή της για μείωση του τιμήματος κατά το ποσοστών, 200.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη τους και προς όφελος της, που τελικά δεν πέτυχε, τελώντας, έτσι η εναγομένη-αγοράστρια "απόπειρα κακουργηματικής απάτης".
Όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη και δεν υπάρχει παράπονο (με έφεση) εκ μέρους της ενάγουσας - αγοράστριας εταιρείας, οι παραπάνω ισχυρισμοί των εναγόντων - πωλητών που περιήλθαν σε γνώση τρίτων (γραμματέων του Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαστικών επιμελητών, δικηγόρων κλπ) και μπορούσαν να βλάψουν την υπόληψη της πρώτης, κατά το μέρος που αναφέρονται στην απόπειρα εξαπάτησής τους από την εναγομένη - αγοράστρια, "αποτελούσαν αναγκαίο και ελάχιστο περιεχόμενο θεμελίωσης της αγωγής από τις διαπραγματεύσεις και της απόπειρας θεμελίωσής της στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της αγοράστριας εταιρείας" και, κατά συνέπεια, δεν υφίσταται παρανομία (άρση του άδικου).
Όμως, ο ισχυρισμός των εναγόντων - πωλητών κατά το μέρος που αναφέρεται στην εξαπάτηση των αρμόδιων υπαλλήλων της Πολεοδομίας από την εναγόμενη αγοράστρια εταιρεία - την υποβολή των αιτήσεων και φακέλων για την έκδοση των οικοδομικών αδειών ως "κυρίας" του ακινήτου - είναι ψευδής και μη ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα.
Όπως προεκτέθηκε, η αγοράστρια εταιρεία στα σχετικά συνοδεύοντα τις αιτήσεις, αρχιτεκτονικά σχέδια αναφέρεται "ως εργοδότης" για τη σύνταξη αυτών και όχι ως κυρία του ακινήτου, ενώ, ομοίως, ούτε στις αιτήσεις αυτές ούτε σε κανένα άλλο έγγραφο, αναφέρεται ως "κυρία" του ακινήτου και, σε κάθε περίπτωση ή αναληθής αναφορά της ιδιότητάς της "ως κυρίας" δεν θα είχε κάποια έννομη επιρροή έναντι της πολεοδομίας, ούτε έναντι των πωλητών.
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ή έλλειψη γνώσης των πωλητών ως προς το ψευδές του παραπάνω ισχυριζόμενου με την αγωγή τους γεγονότος, καθώς και ανυπαίτια άγνοια του ψεύδους. Συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται, κατ’ αρχάς, ευθύνη των πωλητών για προσβολή της προσωπικότητας της αγοράστριας εταιρείας με συκοφαντική δυσφήμηση (363 ΠΚ).
Παραμένει όμως η ευθύνη από την απλή δυσφήμηση (362 ΠΚ), αφού ο ισχυρισμό αυτός "περί εξαπάτησης της Πολεοδομίας" ήταν δυνατό να βλάψει και έβλαψε την πίστη, την υπόληψη, τη φήμη το κύρος και την επαγγελματική υπόσταση της αγοράστριας εταιρείας και προς το σκοπό αυτόν αποσκοπούσαν οι πωλητές, εκφράζοντας με τον παραπάνω ισχυρισμό την καταφρόνησή τους προς την πωλήτρια.
Η αναφορά του ισχυρισμού αυτού από τους πωλητές στην αγωγή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε προς προστασία των έννομων συμφερόντων τους και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ώστε έτσι να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας αυτού και εντεύθεν η προσβολή της προσωπικότητας της αγοράστριας (367 παρ.1 περ. γ ΠΚ. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αίρεται το παράνομο και, επομένως, παραμένει η παρανομία, καθόσον από τον τρόπο και τις περιστάσεις που έγινε, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της αγοράστριας, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή ειδικός σκοπός των πωλητών να αμφισβητήσουν ευθέως τη φήμη, πίστη, υπόληψη και επαγγελματική υπόσταση της αγοράστριας εταιρείας (367 παρ.2 ΠΚ), με συνέπεια έτσι να μην αίρεται τελικά ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησης της αγοράστριας από τους πωλητές, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Εξαιτίας της εν λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των πωλητών σε βάρος της αγοράστριας εταιρείας, η χρηματική ικανοποίηση της τελευταίας λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, προς αποκατάσταση αυτής, λαμβανομένου υπόψη του είδους της προσβολής, του βαθμού της υπαιτιότητας των πωλητών, του τρόπου της προσβολής και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, αλλά και της δικαιϊκής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος), ως εύλογη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν οι πωλητές, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο ο καθένας.
Επομένως η ένδικη αγωγή, ως προς την παραπάνω αξίωση της ενάγουσας - αγοράστριας, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη σε βάρος της αδικοπραξία από τους εναγόμενους - πωλητές, κατά το σκέλος αυτό και κατά πιο πάνω ποσό, μετ’ απόρριψη, ως αβάσιμου, του ισχυρισμού (ένστασης) των πωλητών για άρση του αδίκου λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (367 παρ. 1γ ΠΚ) και, κάθε περίπτωση κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του ισχυρισμού της αγοράστριας (αντένστασης), για μη άρση λόγω ειδικού σκοπού εξύβρισης (367 παρ. 2 ΠΚ), ήταν ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων με τον οποίο επανέφεραν την ένσταση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Υπό τα περιστατικά όμως αυτά, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ενστάσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ότι στις ανωτέρω διαδόσεις -δια του δικογράφου της από 19.1.2010 αγωγής τους- προέβησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για την προάσπιση των νομίμων συμφερόντων τους από την υπαίτια εκ μέρους της αναιρεσίβλητης διακοπής των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων.
Επίσης, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και στην επικουρική αιτιολογία του με την οποία απορρίπτει την ίδια ένσταση δεχόμενο ότι οι αναιρεσείοντες είχαν σκοπό εξυβρίσεως, πράγμα που αποκλείει την άρση του αδίκου της απλής δυσφημίσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο παραλείπει να παραθέσει αιτιολογίες γιατί τα διαλαμβανόμενα στην από 19.1.2010 αγωγή των αναιρεσειόντων περιστατικά δεν έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για την προάσπιση των νομίμων συμφερόντων τους, καθώς και από πού συνήγαγε την κρίση του ότι υπήρξε εκ μέρους αυτών ειδικός σκοπός αμφισβητήσεως της φήμης, της πίστης και της επαγγελματικής υπόστασης της αναιρεσίβλητης.
Αντίθετα, δέχθηκε τα ανωτέρω άνευ ουδεμίας αιτιολογήσεως. Επομένως, αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 367 ΠΚ τις οποίες το Εφετείο παραβίασε όχι ευθέως, αλλ’ εκ πλαγίου, στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επομένως, είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Παρέλκει δε πλέον η έρευνα του συναφούς πέμπτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του τέταρτου λόγου.
Όπως προαναφέρθηκε, κατ’ εξαίρεση το αποτέλεσμα της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρ. 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 271/2012, ΑΠ 387/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση πρώτη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως οι ουσιαστικές παραδοχές της εκτίθενται ανωτέρω, απέρριψε την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για την προάσπιση των νομίμων συμφερόντων τους, που πρόβαλαν παραδεκτά κατά της αγωγής των αναιρεσίβλητων, με την επικουρική αιτιολογία ότι "...σε κάθε περίπτωση ...
από τον τρόπο και τις περιστάσεις που έγινε, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της αγοράστριας, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή ειδικός σκοπός των πωλητών να αμφισβητήσουν ευθέως τη φήμη, πίστη, υπόληψη και επαγγελματική υπόσταση της αγοράστριας εταιρείας (367 παρ.2 ΠΚ), με συνέπεια έτσι να μην αίρεται τελικά ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησης της αγοράστριας από τους πωλητές...".
Ωστόσο, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη πρόβαλε στον πρώτο και επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο τέτοια αντένσταση (κατά της ένστασης των εναγομένων ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για την προάσπιση των νομίμων συμφερόντων τους), δηλαδή ότι ενήργησαν έτσι με ειδικό σκοπό εξύβρισης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση πρώτη του ΚΠολΔ έκτος λόγος εφόσον το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Σημειώνεται ότι οι αναιρεσείοντες πλήττουν επιτυχώς με τον προηγούμενο λόγο και την κύρια αιτιολογία της απόφασης.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.
Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο (για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς το αν τελέσθηκε ή όχι δυσφήμιση) δεν έλαβε υπόψη τις υπ’ αριθ. .../27.5.2009 και .../10.6.2009 αιτήσεις και φακέλους προς έκδοση τριών οικοδομικών αδειών, τις οποίες οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν παραδεκτά με επίκληση.
Ωστόσο, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του "από την προσήκουσα εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την ...-1-2011 ένορκη βεβαίωση της Β.
χας Σ. Η., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων - εναγομένων και προσκομίζεται με επίκληση, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου τους (βλ. την .../5-1-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Θ.), και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν με επίκληση".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά στοιχεία και τις δύο αιτήσεις και φακέλους που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες στον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, έστω και αν απ’ αυτές συνήγαγε αποδεικτικά συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα που αυτοί υποστηρίζουν.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά λέξη παρατιθέμενο, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010). Επίσης, για την ουσιαστική θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1414/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δέχθηκε πως η αναιρεσίβλητη υπέβαλε προς την Πολεοδομία αιτήσεις στις 27.5.2009 και 10.6.2009 προς έκδοση τριών οικονομικών αδειών όχι ως κυρία του ακινήτου, αλλά ως εργοδότης, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο των αριθ. .../27.5.2009 και .../10.6.2009 αιτήσεων προς έκδοση τριών οικοδομικών αδειών, των οποίων είχε γίνει επίκληση και προσαγωγή. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι’ αυτό απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά λέξη παρατιθέμενο, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να παρασχεθεί δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν όντως υφίσταται διαγνωστικό λάθος ή αν πρόκειται περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά, ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής (Ολομ ΑΠ 25/2003).
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν απλή δυσφήμιση σε βάρος της αναιρεσίβλητης, υποστηρίζοντας με την αγωγή τους ότι η τελευταία εξαπάτησε τους αρμόδιους υπαλλήλους της Πολεοδομίας εμφανιζόμενη στις σχετικές αιτήσεις για έκδοση οικοδομικών αδειών ως δήθεν κυρία του ακινήτου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...ο ισχυρισμός των εναγόντων - πωλητών κατά το μέρος που αναφέρεται στην εξαπάτηση των αρμόδιων υπαλλήλων της Πολεοδομίας από την εναγόμενη αγοράστρια εταιρεία - την υποβολή των αιτήσεων και φακέλων για την έκδοση των οικοδομικών αδειών ως "κυρίας" του ακινήτου - είναι ψευδής και μη ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα.
Όπως προεκτέθηκε, η αγοράστρια εταιρεία στα σχετικά συνοδεύοντα τις αιτήσεις, αρχιτεκτονικά σχέδια αναφέρεται "ως εργοδότης" για τη σύνταξη αυτών και όχι ως κυρία του ακινήτου, ενώ, ομοίως, ούτε στις αιτήσεις αυτές ούτε σε κανένα άλλο έγγραφο, αναφέρεται ως "κυρία" του ακινήτου και, σε κάθε περίπτωση η αναληθής αναφορά της ιδιότητάς της "ως κυρίας" δεν θα είχε κάποια έννομη επιρροή έναντι της πολεοδομίας, ούτε έναντι των πωλητών...".
Επομένως, το Εφετείο το ανωτέρω πόρισμά του θεμελίωσε αφενός στην κύρια αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη υπέβαλε τις αιτήσεις ως εργοδότης και όχι ως κυρία του ακινήτου και αφετέρου στην επικουρική αιτιολογία ότι "...σε κάθε περίπτωση η αναληθής αναφορά της ιδιότητάς της "ως κυρίας" δεν θα είχε κάποια έννομη επιρροή έναντι της πολεοδομίας, ούτε έναντι των πωλητών".
Με τον ένατο λόγο οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την επικουρική αυτή αιτιολογία για παραβίαση (με τη μη εφαρμογή) της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 331 Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Εφόσον όμως δεν πλήττεται αποτελεσματικά η κύρια αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, που πλήττει την επικουρική αιτιολογία, είναι απορριπτέος κατά τα προαναφερόμενα ως αλυσιτελής.
Για τις διατυπούμενες σε συμβάσεις "αποζημιωτικές ρήτρες" ή "ρήτρες κατ’ αποκοπή αποζημίωσης", με τις οποίες τα μέρη επιχειρούν να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, δεν γίνεται ειδική αναφορά στον Αστικό Κώδικα. Ανακύπτει επομένως ανάγκη νομικού χαρακτηρισμού αυτών.
Η θεωρία ορίζει ως κατ’ αποκοπή αποζημίωση το ποσό, που δεσμεύεται να καταβάλλει ο ένας συμβαλλόμενος στον άλλο σε περίπτωση αθέτησης των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς να χρειάζεται ο τελευταίος να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του. Διαφέρει έτσι από την ποινική ρήτρα, γιατί έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει και να διευκολύνει την ικανοποίηση της απαίτησης για αποζημίωση του δανειστή χωρίς να περιλαμβάνει ποινή.
Ωστόσο, η αναγνώριση- ειδικότερα- της σύμβασης κατ’ αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη ως αυτοτελής θεσμός στο ελληνικό δίκαιο είναι ανεπίτρεπτη, γιατί αντίκειται στην αναγκαστικού δικαίου αποκαταστατική αρχή του άρθρου 298 ΑΚ. Σε κάθε δε περίπτωση είναι περιττή επειδή ως δικαιοπραξία υπάγεται ήδη στην έννοια της ποινικής ρήτρας.
Ειδικότερα: Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) επιτρέπει μεν στους συμβαλλόμενους να προσδίδουν στις ενοχικές σχέσεις το περιεχόμενο που αυτοί επιθυμούν, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν καταστρατηγούνται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Τέτοια καταστρατήγηση υπάρχει και με την αναγνώριση και αποδοχή της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη, ως διακριτού θεσμού από την ποινική ρήτρα, καθώς αντίκειται στην αποκαταστατική αρχή και καταστρατηγεί τις διατάξεις, από τις οποίες αυτή εκφράζεται.
Σύμφωνα με το άρθρο 298 εδ. α’ ΑΚ, το οποίο αποτελεί βασική έκφραση της αποκαταστατικής αρχής, "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος." Κατά το άρθρο δε 299 ΑΚ "αποζημίωση για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος", χωρίς να υφίσταται ειδική πρόβλεψη σε περίπτωση αθέτησης ενοχικής υποχρέωσης.
Με βάση τα άρθρα αυτά, κύρια αρχή στο ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο θεωρείται ο αποκαταστατικός χαρακτήρας αποζημίωσης. Ο χαρακτήρας αυτός αποβλέπει βασικά στην παροχή αντισταθμίσματος, εξισορροπητικού της ζημίας και όχι στον πλουτισμό εκείνου ζημιώθηκε. Για το λόγο αυτό, η αποζημίωση αποσκοπεί αλλά και περιορίζεται στην πλήρη αποκατάσταση της πραγματικής περιουσιακής ζημίας του συγκεκριμένου δανειστή χωρίς να εξυπηρετεί κυρωτικούς ή άλλους σκοπούς.
Ο δανειστής πρέπει να βρεθεί στην κατάσταση που θα ήταν, αν δεν είχε επέλθει η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής. Οι θεσπίζουσες την αποκαταστατική αρχή διατάξεις αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο και αποκλίσεις επιτρέπονται για εξαιρετικούς λόγους μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, όπως στα άρθρα 345 εδ. 2, 835, 331, 387, 674 ΑΚ, 3 του ν.551/1915, 3 ν.δ. 3755/1957, (βλ.
και Ολ ΑΠ 17/1999 κατά την οποία η αποκαταστατική αρχή αποτελεί γενική αρχή του ελληνικού δικαίου της αποζημίωσης). Επομένως, η αναγνώριση της συμβατικής κατ’ αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη, ως αυτοτελούς θεσμού, διακριτού από την ποινική ρήτρα, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 3 ΑΚ, καθώς συνιστά μη προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση στην αποκαταστατική αρχή, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 298 ΑΚ.
Ούτε πάλι μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής αρρύθμιστη σύμβαση, διότι πληροί όλα τα αναγκαία στοιχεία για να υπαχθεί στις διατάξεις 404 επ. ΑΚ περί ποινικής ρήτρα. Δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την υπόσχεση ποσού ή άλλης παροχής εκ μέρους του οφειλέτη για την περίπτωση που αυτός δεν θα εκπλήρωνε τη σύμβαση, όπως ορίζει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 404 ΑΚ.
Άλλωστε, η λειτουργία της ποινικής ρήτρας ως αποζημίωση προκύπτει και από το άρθρο 406 παρ. 2 ΑΚ, κατά το οποίο η συμφωνηθείσα "ποινή" επέχει θέση αποζημίωσης και ο δανειστής έχει αξίωση μόνο για την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία. Ο νόμος μάλιστα παρέχει στους συμβαλλόμενους αυξημένη ελευθερία να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση, καθώς είναι δυνατόν, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 παρ. 2 ΑΚ, να αποκλειστεί η αξίωση για την επιπλέον ζημία, που δεν θα καλύπτεται από την ποινή, με αποτέλεσμα η οφειλόμενη αποζημίωση να είναι αποκλειστικά συμβατικής προέλευσης.
Επομένως, ρήτρες κατ’ αποκοπή αποζημίωσης χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη δεν συνιστούν κάτι άλλο, παρά την ποινική ρήτρα των άρθρων 404 επ. ΑΚ. Τέλος, κατά τα άρθρα 159 εδ. 1 και 180 ΑΚ, δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε και κατά τα άρθρα 369 και 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου και γενικώς για κάθε δικαιοπραξία, με την οποία συνιστάται, μετατίθεται, αλλοιώνεται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Στον τύπο αυτό, του συμβολαιογραφικού εγγράφου, υποβάλλεται και το προσύμφωνο, το οποίο αφορά τέτοια σύμβαση (άρθρο 166 ΑΚ). Περαιτέρω, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 404 επ. ΑΚ σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλο ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ’ αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία.
Μεταξύ των προϋποθέσεων της γνήσιας ποινικής ρήτρας είναι η ύπαρξη κύριας ενοχής, η τύχη της οποίας επηρεάζει και εκείνη (ποινική ρήτρα), λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 408 ΑΚ, αν η υπόσχεση της παροχής είναι άκυρη, άκυρη είναι και η ποινική ρήτρα, έστω και αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της κύριας ενοχής (ΑΠ 554/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολομ ΑΠ 20, 19/2007, 18/2006).
Εν προκειμένω, επί του αιτήματος της από 2.3.2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης περί αποδόσεως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού του ποσού των 200.000 ευρώ που είχε προκαταβάλλει ως τίμημα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες - εναγόμενοι ήδη εκκαλούντες, Ά. χήρα Κ. Μ., Σ. Μ., και Ι. - Μ.
Μ. του Κ., είναι συγκύριοι ενός ακινήτου μετά των επ’ αυτού δύο παλαιών ισόγειων οικιών, κείμενου στα ... ... Στις αρχές του Φεβρουαρίου του έτους 2008 η Β. Η. ... έφερε σε επαφή τους ενάγοντες - εναγομένους, οι οποίοι προσέφεραν την ιδιοκτησία τους προς πώληση (στο εξής καλούμενους πωλητές) με την εναγομένη - ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη ...(εξής καλούμενη αγοράστρια), η οποία έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την ανάληψη και κατασκευή δομικών έργων και εργασιών και την αγορά, κατασκευή, πώληση και εκμετάλλευση ακινήτων..
Στη συνάντηση αυτή αφενός συζητήθηκε το θέμα του τιμήματος για την πώληση του ακινήτου, αφετέρου τέθηκε το θέμα της ολοκλήρωση των διαδικασιών της 20/2005 πράξης αναλογισμού τη Νομαρχίας Αθηνών (Τομέα Ανατολικής Αθήνας), ενόψει του ότι το επίδικο ακίνητο, κατά πληροφορίες των αγοραστών, βαρυνόταν με προσκυρώσεις.
Στο πλαίσιο των συμφωνημένων, οι διάδικοι προέβησαν στη σύνταξη του από 25-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού με τον τίτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Προκαταβολής - Μεταβίβασης Ακινήτου Αποζημίωσης από τις προσυμβατικές διαπραγματεύσεις". Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα σε αυτό, προβλέφθηκε ότι η κατάρτιση της οριστικής πράξης πώλησης τελεί υπό τον όρο ότι στο συμφωνούμενο χρόνο υπογραφής το ακίνητο θα είναι ελεύθερο χρέους, βάρους, αποζημίωσης και δικαιώματος τρίτου, δυνάμενο να δομηθεί ακώλυτα με άδεια εκδιδόμενη στο όνομα των αγοραστών, ότι η αγοράστρια θα προβεί, με επιμέλεια και με δαπάνες της, στην έκδοση της άδειας κατεδάφισης των παλαιών οικοδομών που βρίσκονται στο οικόπεδο, ότι η άδεια κατεδάφισης θα εκδοθεί στο όνομα των πωλητών και ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφεί ευθύς μετά την έκδοση της άδειας κατεδάφισης από την αρμόδια πολεοδομική αρχή και μέχρι την 30η Οκτωβρίου του έτους 2008.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της έκδοσης της άδειας κατεδάφισης ή της ολοκλήρωσης της διαδικασίας των τυχόν προσκυρώσεων, εφόσον έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα η αίτηση στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία και χωρίς υπαιτιότητα της πωλήτριας θα αναστέλλεται ισόχρονα η κατάρτιση του συμβολαίου πώλησης, ενώ οι αγοραστές (συμφωνήθηκε ότι) υποχρεούνται να υποβάλουν την αίτηση κατεδάφισης μέχρι την 20η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους (2008).
Το συνολικό τίμημα αγοραπωλησίας ορίστηκε στο ποσό των 5.200.000 ευρώ (για εμβαδόν μέτρων τετραγωνικών 3.714). Συμφωνήθηκε ότι στο τίμημα αυτό περιλαμβάνεται και κάθε δαπάνη τυχόν προσκύρωσης, στην οποία υποχρεούνται να προβούν οι ιδιοκτήτες ή αξία συνενούμενων τμημάτων γης εκ της εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου, ενώ ορίστηκε ότι, σε περίπτωση που δεν γίνει η τακτοποίηση από τους ιδιοκτήτες - εν προκειμένω πωλητές - ή που το τελικό εμβαδόν του οικοπέδου είναι μικρότερο των 3.714 μ2 θα αφαιρείται το αντίστοιχο μέρος του τιμήματος που αναλογεί στο εμβαδόν των μη τακτοποιημένων προσκυρώσεων ή συνενώσεων και υπολείπεται του εμβαδού των 3.714 μ2 με αναγωγή ανά μ2 αξία του συμφωνημένου τιμήματος.
Επίσης συμφωνήθηκε, ότι από το συνολικά οφειλόμενο τίμημα, από το ποσό 200.000 ευρώ που καταβλήθηκε με την υπογραφή του συμφωνητικού, θα καταβαλλόταν, με την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου, ποσό 3.150.000 και το υπόλοιπο του 1.850.000 ευρώ θα πιστωνόταν και θα καταβαλλόταν εντός πέντε μηνών από την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου..." Στη συνέχεια εξιστορείται η πορεία των διαπραγματεύσεων και η αποτυχία καταρτίσεως της τυπικής συμβάσεως λόγω υπαναχωρήσεως της αγοράστριας.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη δέχεται και τα ακόλουθα: "...η υπαναχώρηση της αγοράστριας ήταν αδικαιολόγητη και η ματαίωση της κατάρτισης της σύμβασης πώλησης οφειλόταν σε αυτήν. Ενόψει δε του ότι το πιο πάνω από 25-7-2008, έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, που αποτελεί προσύμφωνο πώλησης ακινήτου με τους σε αυτή όρους, είναι άκυρο, αφού καταρτίστηκε με ιδιωτικό έγγραφο και όχι, όπως απαιτείται για την εγκυρότητά του, με συμβολαιογραφικό τύπο, δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα ...
και έτσι δεν περατώθηκε με αυτό το στάδιο των διαπραγματεύσεων μέχρι τη ματαίωση της κατάρτισης της σύμβασης πώλησης..." Ακολούθως κρίνεται ως αβάσιμο το αίτημα της αγωγής των πωλητών για αποζημίωση προς αποκατάσταση ζημίας από την απόκρουση άλλης ευκαιρίας διότι δεν υπήρξε απώλεια τέτοιας ευκαιρίας και συνεπώς δεν υπήρξε ζημία.
Όσον αφορά δε το αίτημα αγωγής της αναιρεσίβλητης περί αποδόσεως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού του ποσού των 200.000 ευρώ που είχε προκαταβάλλει ως τίμημα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα εξής: "...Με δεδομένο ότι, όπως προπαρατέθηκε, το πιο πάνω από 25-7-2008, έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρο, η προκαταβολή από την ενάγουσα - αγοράστρια του τιμήματος των 200.000 ευρώ σε εκτέλεση του άκυρου προσυμφώνου για την μέλλουσα αιτία που δεν επακολούθησε (της σύνταξης του συμβολαίου πώλησης του ακινήτου), λόγω της ακυρότητας της σε αυτό σύμβασης, επάγεται πλουτισμό των εναγομένων - πωλητών, χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της αγοράστριας (άρθρα 904 επ.
ΑΚ), και έτσι, βάσιμα αναζητείται από την τελευταία ...με την αγωγή εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αναζήτηση, άλλωστε, της προκαταβολής με την αγωγή αυτή βάσιμα αναζητείται και όταν το στάδιο των διαπραγματεύσεων λήξει με τη ματαίωση της σύμβασης. Επομένως, η ένδικη αγωγή ως προς την παραπάνω αξίωση της ενάγουσας, για απόδοση του ποσού αυτού της προκαταβολής των 200.000 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού από τους εναγομένους, ήταν ουσιαστικά βάσιμη.
Νόμιμος λόγος μη απόδοσης και παρακράτησης του ποσού από τους τελευταίους, δεν υφίστατο κατά τους αβάσιμους ισχυρισμούς τους, λόγω του ότι κατά τον 6° όρο του από 25-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού ορίστηκε ότι, σε περίπτωση υπαναχώρησης της αγοράστριας από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, η τελευταία θα χάσει υπέρ των πωλητών το ποσό της προκαταβολής των 200.000 ευρώ ως αποζημίωσή τους από τις διαπραγματεύσεις και προς κάλυψη της αποζημίωσή τους για απώλεια άλλων αγοραστών Τούτο, διότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, που αποτελεί προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, είναι άκυρο, όπως προεκτέθηκε, χωρίς την τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου και, συνακόλουθα, είναι άκυρη ...και η περιεχόμενη σε αυτό παρεπόμενη, ως άνω, συμφωνία που φέρει το χαρακτήρα της ποινικής ρήτρας..." Με τις σκέψεις αυτές, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε τον τέταρτο λόγο της εφέσεως των εναγόντων-εναγομένων (πωλητών), με τον οποίο ισχυρίσθηκαν ότι βάσει του 6ου συμβατικού όρου, κατά τον οποίο σε περίπτωση υπαναχωρήσεως της αγοράστριας δικαιούταν να κρατήσουν (και επομένως ο πλουτισμός τους δεν ήταν αδικαιολόγητος) την ως άνω προκαταβολή ως "εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για την ευθύνη της αγοράστριας από τις διαπραγματεύσεις, ποσό που καλύπτει και την αποζημίωσή των λόγω απώλειας άλλων ενδιαφερόμενων αγοραστών".
Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε το νόμο (άρθρα 361, 297, 404 επ., 159, 180, 369, 1033 ΑΚ), χαρακτηρίζοντας την ως άνω αποζημιωτική ρήτρα ως ποινική ρήτρα, παρεπόμενη της κυρίας συμβάσεως, άκυρης λόγω μη τηρήσεως του αναγκαίου κατά το νόμο τύπου, και ακολούθως έκρινε αυτή ως παρεπόμενη άκυρη με περαιτέρω συνέπεια να μη συνιστά νόμιμο λόγο διατηρήσεως του ένδικου πλουτισμού.
Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίθετος δέκατος λόγος του αναιρετηρίου, κατά τον οποίο η ως άνω αποζημιωτική ρήτρα δεν συνιστούσε ποινική ρήτρα αλλά (μία διαφορετική αυτοτελή, αρρύθμιστη στον ΑΚ) σύμβαση προκαθορισμένης ποσοτικά αποζημίωσης για την ενοχή της αγοράστριας εξ αιτίας ευθύνης της κατά τις διαπραγματεύσεις και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίο να υποβληθεί για το κύρος της στον τύπο της κύριας περί πωλήσεως ακινήτου σύμβασης, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της από 2.3.2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, η δε δικαστική δαπάνη να κατανεμηθεί, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, ανάλογα με την έκταση τη νίκης του καθενός (άρθρο 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 7155/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όσον αφορά το κεφάλαιο της από 2.3.2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς.
Και
Κατανέμει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ