Legislator Case Law & Legislation
2049/2014 AI generated

2049/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2049/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4281/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4961/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/1/2014 αίτησή της και τους από 16/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

2049/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για να τύχει εφαρμογής η τελευταία είναι, η πραγματοποίηση της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία ολοκληρώνεται με τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος πράγματος, ακολούθως δε, μετά από άσκηση ανακοπής να ακολουθήσει η αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2049 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2049/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ", πρώην "ΟΡΙΖΩΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Κοτσώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Π., 2) Α. συζύγου Η. Π.., το γένος Ε. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κοντογιάννη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4281/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4961/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/1/2014 αίτησή της και τους από 16/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 22/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, ο πρώτος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και ο τέταρτος, λόγοι του αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, όπως αυτοί συμπληρώνονται, κατά το μέρος που αναφέρονται σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 940 παρ.3 του ΚΠολΔ και 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, ως προς τη διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης με την οποία επιδικάζεται στους αναιρεσίβλητους ως αποζημίωση το ποσόν των 31.657,85 ευρώ, συνιστάμενο σε ζημία των τελευταίων από την αμετάκλητη ακύρωση της επιδοθείσας σ' αυτούς παράνομα και υπαίτια επιταγής προς πληρωμή της τελευταίας δόσης του πιστωθέντος τμήματος των αγορασθεισών απ' αυτούς οριζόντιων ιδιοκτησιών, να απορριφθούν δε κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι, καθώς και οι υπόλοιποι λόγοι του αναιρετηρίου και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα.

Συνεπώς προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. είναι: α) επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως του είδους του τίτλου βάσει του οποίου επισπεύδεται αυτή, β) αμετάκλητη ακύρωση της πραγματοποιηθείσης αναγκαστικής εκτελέσεως μετά από άσκηση ανακοπής, γ) συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 914 ή 919 Α.Κ., δ) ζημία του καθ` ου η εκτέλεση θετική ή αποθετική ή και μη περιουσιακή (ηθική βλάβη) και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της παράνομης εκτελέσεως.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για να τύχει εφαρμογής η τελευταία είναι, η πραγματοποίηση της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία ολοκληρώνεται με τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος πράγματος, ακολούθως δε, μετά από άσκηση ανακοπής να ακολουθήσει η αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ωστόσο, εφόσον δεν συμβούν τα ανωτέρω, αλλά ακυρωθεί μια προηγηθείσα του πλειστηριασμού, που δεν πραγματοποιήθηκε, πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, εφόσον ο καθ' ού η εκτέλεση υπέστη ζημία εξ αιτίας αυτής, μπορεί να θεμελιώσει με αυτοτελή αγωγή αξίωση αποζημιώσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Ειδικότερα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για τη θεμελίωση αξιώσεως προς αποζημίωση ή και προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη, η οποία είναι παράνομη, δηλαδή αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 299 Α.Κ.

και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 660/2010). Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) που στη συγκεκριμένη αδικοπραξία αρκεί να είναι και ελαφρά και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 273/2008, 889/2000 και 1063/1999).

Τέλος, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι` αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ` ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέως. Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, ενώ ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλαδή παντελής παράλειψη, ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, δεν δημιουργεί το λόγο αυτό αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 4961/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: <<Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) είναι κατασκευαστική εταιρία και ανήγειρε με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του Ν.

Μ., πολυώροφη οικοδομή στην οδό ... στο .... Με βάση το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Όλγας Βιλαντώνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) απέκτησαν με αγορά κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και 25% η δεύτερη, τις ημιτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες υπό τα στοιχεία α) Ε-1 του πέμπτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (διαμερίσματος), β) ΥΣ-13 και ΥΣ-14 θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου κα γ) ΥΑ-13 και ΥΑ-14 αποθήκες του υπογείου της πιο πάνω οικοδομής, αντί συνολικού τιμήματος 54.187.414 δραχμών με τη συμφωνία να παραδοθούν καθ' όλα έτοιμες προς χρήση και οίκηση.

Συμφωνήθηκε το ποσό αυτό να καταβληθεί σε τέσσερις (4) δόσεις, από τις οποίες η τρίτη δόση από 10.400.000 δραχμές στις 28-2-2001 και εφόσον οι πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθ' όλα έτοιμες προς χρήση και οίκηση, παραδοθούν στους ενάγοντες αγοραστές και η τελευταία - τέταρτη δόση- από 10.787.414 δραχμές στις 30-4-2001, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η εναγομένη εργολήπτρια εταιρία θα έχει αποπερατώσει και παραδώσει στους αγοραστές τους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας σε πλήρη λειτουργία, σε διαφορετική περίπτωση η προθεσμία καταβολής της εν λόγω δόσης θα αναστέλλονταν για όσο χρονικό διάστημα χρειαζόταν αυτοί για να αποπερατωθούν και να παραδωθούν, χωρίς οι αγοραστές να είναι υπερήμεροι.

Με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι η παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών από την εναγομένη εταιρία-εργολάβο κατασκευής της οικοδομής, θα γινόταν έως την 28-2-2001 και των κοινοχρήστων χώρων έως την 30-4-2001, διά της υπογραφής από τα μέρη σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής. Όμως, οι προθεσμίες παράδοσης της οικοδομής, που ορίσθηκαν από το πιο πάνω συμβόλαιο, δεν τηρήθηκαν από την εναγομένη και ανταλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων πληθώρα εξώδικων δηλώσεων.

Συγκεκριμένα οι ενάγοντες απέστειλαν στην εναγομένη την από 30-5-2001 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία τους, την από 19-9-2001 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή τους, με τις οποίες την καλούσαν να συμμορφωθεί με τις συμβατικές υποχρεώσεις της. Με την από 8-8-2001 εξώδικη δήλωση της εναγομένης προς τους ενάγοντες αυτή αναγνώριζε τις ελλείψεις και τις κακοτεχνίες στο διαμέρισμα των εναγόντων υποσχόμενη να τις αποκαταστήσει μέχρι την παράδοση των κοινοχρήστων.

Ενώ το διαμέρισμα των εναγόντων είχε ακόμη σοβαρές ελλείψεις και κακοτεχνίες που καθιστούσαν την παροχή της εναγομένης μη προσήκουσα, οι ενάγοντες της κατέβαλαν την τρίτη δόση του πιστωθέντος τιμήματος, που έπρεπε να καταβληθεί με την παράδοση του διαμερίσματος, επιφυλασσόμενοι για τις ελλείψεις και κακοτεχνίες αυτού.

Με την από 24-10-2001 εξώδικη δήλωσή τους, οι ενάγοντες κάλεσαν την εναγομένη να προσέλθει, διά του νομίμου εκπροσώπου της, στην οικοδομή, στις 26-10-2001, προκειμένου να τους παραδώσει, παρουσία τεχνικού συμβούλου, το πωληθέν σε αυτούς διαμέρισμα και να συνταχθεί το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του, εφόσον είχε αποπερατωθεί προσηκόντως.

Πλην όμως, η εναγομένη δεν εκπλήρωσε τη σχετική υποχρέωσή της και οι ενάγοντες προσερχόμενοι την ορισθείσα ημέρα και ώρα στο διαμέρισμά τους με τον πολιτικό μηχανικό τους Ε. Τ., αντιλήφθηκαν ότι η εξώθυρα της εισόδου ήταν κλειδωμένη με κλειδαριά ασφαλείας και συντάχθηκε προς τούτο η από 26-10-2001 έκθεση του τελευταίου, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ελλείψεις στους κοινόχρηστους χώρους της πιο πάνω οικοδομής.

Οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν τελικά στο διαμέρισμα με την 72/2002 απόφαση περί ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, η οποία επικυρώθηκε με την 4141/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η πιο πάνω απόφαση έκανε δεκτή σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής των εναγόντων, δεχόμενη ότι η εναγομένη απέβαλε τους ενάγοντες από τη νομή του διαμερίσματός τους, την οποία είχαν αποκτήσει από την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.

Επίσης, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν υποχρεούνταν στην καταβολή της τελευταίας δόσης του τιμήματος, καθόσον δεν είχαν ακόμη αποπερατωθεί οι κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής. Η εγκατάσταση των εναγόντων έλαβε χώρα σε εκτέλεση της ως άνω 72/2002 απόφασης, όπως προκύπτει από την με αριθμό ... έκθεση αποβολής και εγκατάστασης και την από 26-6-2002 απόδειξη παραλαβής διαμερίσματος του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Δ.. Μετά την εγκατάσταση των εναγόντων στο διαμέρισμά τους τον Ιούνιο του 2002 και την παραλαβή του διαμερίσματος και παρά τη μη αποπεράτωση των κοινοχρήστων χώρων η εναγομένη διά του νομίμου εκπροσώπου της επικαλούμενη καθυστέρηση καταβολής σ' αυτήν από τους ενάγοντες της τέταρτης δόσης από 10.787.414 δραχμές ζήτησε στις 18-11-2002 από τον πρώτο ενάγοντα (υπό την ιδιότητά του ως συμβολαιογράφου του πωλητηρίου συμβολαίου αναπληρούμενου από την προαναφερόμενη συμβολαιογράφο) τη χορήγηση απογράφου του ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, προκειμένου να προβεί στη διαδικασία είσπραξης του οφειλόμενου τιμήματος, με αναγκαστική εκτέλεση. Ο πρώτος ενάγων αρνήθηκε την χορήγηση του αιτηθέντος απογράφου, ισχυριζόμενος ότι δεν είχαν αποπερατωθεί και παραδοθεί, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, οι κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής.

Στη συνέχεια, η εναγομένη εταιρία κατέθεσε την από 15-7-2002 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του πρώτου ενάγοντος-συμβολαιογράφου και αγοραστή των πιο πάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, ζητώντας να υποχρεωθεί ο τελευταίος να εκδώσει α'απόγραφο εκτελεστό του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου για την πληρωμή της τελευταίας δόσης του πιστωθέντος τιμήματος, καθώς, κατά τα εκτεθέντα στην εν λόγω αίτηση, από τον Ιούλιο του 2001 είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή των κοινοχρήστων, είχαν παραληφθεί οι ιδιοκτησίες και τα κοινόχρηστα και είχε γίνει η εγκατάσταση των ιδιοκτητών πλην των εναγόντων.

Επί της πιο πάνω αίτησης, που συζητήθηκε ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου στις 23-9-2002, εκδόθηκε η 7614/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Με την απόφαση αυτή υποχρεώθηκε ο πρώτος αυτών και ήδη ενάγων υπό την ιδιότητά του ως συμβολαιογράφος να εκδώσει και να παραδώσει στην εναγομένη α'απόγραφο εκτελεστό του ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε το εν λόγω δικαστήριο μετά από πιθανολόγηση ότι οι ενάγοντες είχαν πράγματι παραλάβει το διαμέρισμα και τους κοινόχρηστους χώρους κάνοντας χρήση αυτών και επομένως δεν χρειαζόταν η εναγομένη εταιρία να αποδείξει, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που να έχει αποδεικτική ισχύ την παράδοση και παραλαβή αυτών, προκειμένου να απαιτήσει την έκδοση απογράφου για να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση.

Η εναγομένη κοινοποίησε την απόφαση αυτή στον πρώτο ενάγοντα στις 31-10-2002 (βλ. την 10495 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ι. Α.). Στη συνέχεια, ο πρώτος ενάγων στις 4-11-2002 εξέδωσε υπό την ιδιότητά του ως συμβολαιογράφου, κατ' άρθρο 918 παρ. 2 εδάφιο γ' σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου, απόγραφο του ...

συμβολαίου του, το οποίο παρέδωσε στην εναγομένη. Η εναγομένη εταιρία κοινοποίησε στις 18-11-2002 στους ενάγοντες αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (βλ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ι. Α.) με την από 6-11-2002 επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 37.783,80 ευρώ, από το οποίο 31.657,85 ευρώ αφορούσε την τελευταία δόση του πιστωθέντος τιμήματος και το υπόλοιπο τόκους και έξοδα της επιταγής.

Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την ... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτων του πιο πάνω δικαστικού επιμελητή επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγόντων και ορίστηκε ημερομηνία για τη διενέργεια πλειστηριασμού των ακινήτων στις 15-1-2003. Οι ενάγοντες, προκειμένου να αποφύγουν τον πλειστηριασμό των ακινήτων τους, κατέβαλαν στις 9-12-2002 στην εναγομένη εταιρία, κατά ποσοστό 75% ο πρώτος και κατά 25% η δεύτερη, το ως άνω ποσό των 37.783,80 ευρώ.

Για το λόγο αυτό συντάχθηκε η ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Φλώρας Μπλάνα-Ζούλια για την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος της αγοραπωλησίας των πιο πάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμέρισμα, χώροι στάθμευσης, αποθήκες) και δηλώθηκε από την εναγομένη εταιρία ότι εισέπραξε ολόκληρο το ποσό του πιστωθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας συνολικού ποσού 159.023,96 ευρώ και δεν διατηρεί καμία απαίτηση κατά των εναγόντων για την άνω αιτία.

Επίσης, οι ενάγοντες κατέβαλαν στις 9-12-2003 στον πιο πάνω δικαστικό επιμελητή το συνολικό ποσό των 3.040 ευρώ για εξόφληση αμοιβών και δαπανών της ... έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως (βλ. την ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών), δηλαδή κατέβαλαν συνολικά το ποσό των 40.823,80 ευρώ. Μετά τα παραπάνω οι ενάγοντες άσκησαν την από 19-11-2002 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητώντας την ακύρωση της από 6-11-2002 επιταγής προς πληρωμή.

Μετά τη συζήτηση της πιο πάνω ανακοπής, κατά τη δικάσιμο της 11-11-2003, εκδόθηκε η 3574/2004 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε την από 6-11-2002 επιταγή προς πληρωμή. Συγκεκριμένα, το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε ότι η απαίτηση της εναγομένης για καταβολή της τελευταίας δόσης εξαρτάτο από τον όρο της προηγούμενης αποπεράτωσης και παράδοσης στους ενάγοντες αγοραστές "....των κοινοχρήστων χώρων της όλης πολυκατοικίας σε πλήρη λειτουργία...", κατά τη ρητή διατύπωση του άνω πωλητηρίου συμβολαίου.

Ότι η εναγομένη δεν κοινοποίησε μαζί με την προσβαλλόμενη επιταγή στους ενάγοντες αντίγραφο δημοσίου ή με αποδεικτική δύναμη ιδιωτικού εγγράφου από το οποίο να αποδεικνύεται η πλήρωση του παραπάνω όρου και συγκεκριμένα τέτοιου εγγράφου που να αποδεικνύει την παράδοση στους ενάγοντες και την παραλαβή από αυτούς των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας με αποτέλεσμα η επιταγή να είναι άκυρη.

Μετά την από 24-11-2004 έφεση της εναγομένης εταιρίας κατά της πιο πάνω απόφασης εκδόθηκε η 8986/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δεχόμενη τα ίδια με το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την 1559/22-6-2009 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από 22-5-2007 αίτηση της εναγομένης εταιρίας για αναίρεση της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Μετά την έκδοση της πιο πάνω αμετάκλητης απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 28-7-2009 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν όσα παραπάνω αναφέρονται. Το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία ως προς το ποσό της τέταρτης δόσης που κατέβαλαν στην εναγομένη, η οποία (ζημία) οφείλεται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν.

Συγκεκριμένα, η εναγομένη, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο της επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή, είχε υπαιτιότητα, διότι αξίωσε δολίως κατά τα ανωτέρω από τους εναγόμενους την καταβολή και της τελευταίας δόσης του τιμήματος, χωρίς ωστόσο να έχει προβεί κατά τα συμφωνηθέντα, στην αποπεράτωση και παράδοση των κοινόχρηστων στους ενάγοντες, ζητώντας μάλιστα από τον πρώτο ενάγοντα και τη χορήγηση απογράφου για να εισπράξει με αναγκαστική εκτέλεση την τελευταία δόση, αν και δεν είχε εκπληρώσει προσηκόντως και εμπροθέσμως τις συμβατικές της υποχρεώσεις.

Έτσι, παρέλειψε υπαιτίως να κοινοποιήσει με την πιο πάνω επιταγή προς πληρωμή στους ενάγοντες έγγραφο, που να αποδεικνύεται η πληρωμή της πιο πάνω αίρεσης αποπεράτωσης των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής, τη δε συμβατική αυτή προϋπόθεση γνώριζε η εναγομένη ότι δεν είχε εκπληρώσει, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται περί του αντιθέτου.

Το γεγονός της μη εκπλήρωσης εκ μέρους της εναγομένης της συμβατικής υποχρέωσής της για την αποπεράτωση των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής προκύπτει όχι μόνο από τις πιο πάνω εξώδικες δηλώσεις των εναγόντων αλλά και από τις 12-11-2001 και 22-3-2002 εξωδίκους δηλώσεις του διαχειριστή της πολυκατοικίας Κ. Β., προς την εναγομένη εταιρία, με τις οποίες την καλεί να συμμορφωθεί προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις αποπεράτωσης των κοινοχρήστων, την 17-3-2003 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία και πρόσκληση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και από τα πρακτικά 1/3-11-2001, 3/18-2-2002 και 10/19-11-2003 της γενικής συνέλευσης της πολυκατοικίας, στα οποία διαπιστώνονται ελλείψεις και κακοτεχνίες των κοινόχρηστων χώρων.

Επίσης, η εγκατάλειψη εκ μέρους της εναγομένης της κατασκευής των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής που χρονολογείται, όπως προαναφέρθηκε, από τον Οκτώβριο του 2001 ενισχύεται και από την έκθεση του πραγματογνώμονα του τεχνικού επιμελητηρίου Ελλάδος Σ. Σ., που συντάχθηκε το Νοέμβριο του 2002 μετά από αίτηση του διαχειριστή της πολυκατοικίας.

Επιπροσθέτως, με την 4459/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε αγωγή της εναγομένης κατά των εναγόντων με αίτημα την καταβολή της αποζημίωσης για το λόγο ότι με την άρνηση της χορήγησης απογράφου αδικοπράκτησαν προξενώντας σ' αυτήν ηθική βλάβη, κρίθηκε ότι η εναγομένη εταιρία καθυστερούσε την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ότι ενώ μάλιστα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας έπρεπε να παραδώσει στους ενάγοντες το διαμέρισμα, καθ' όλα έτοιμο προς χρήση και οίκηση, στα τέλη Φεβρουαρίου 2001 δεν το έπραξε, με συνέπεια οι ενάγοντες να της αποστείλουν σειρά εξωδίκων δηλώσεων και προσκλήσεων.

Έτσι, αποτέλεσμα της πιο πάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης ήταν να ακυρωθεί η πιο πάνω επιταγή προς πληρωμή και να υποστούν οι ενάγοντες ζημία ύψους 40.823,89 ευρώ, ποσό κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία τους. Ο ισχυρισμός της εναγομένης εταιρίας ότι είχε αποπερατώσει κατασκευαστικά και τα διαμερίσματα και τα κοινόχρηστα από τα τέλη Μαΐου 2001 κα η επίσπευση σε βάρος των εναγόντων της αναγκαστικής εκτέλεσης ήταν νόμιμη, αφού έγινε προς είσπραξη του ποσού της τέταρτης δόσης του πιστωθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας είναι αβάσιμος.

Επίσης, αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ενήργησε με πλήρη πεποίθηση ότι ασκεί νόμιμο δικαίωμα προς είσπραξη νόμιμης απαίτησής της, την οποία δόλια και κακόβουλα αρνούνταν να εξοφλήσουν οι ενάγοντες, δοθέντος ότι, οι ενάγοντες μετά την άρνησή τους να καταβάλουν την τέταρτη δόση για την εξόφληση του ακινήτου τους, στο οποίο είχαν ήδη εγκατασταθεί, προέβησαν, μετά την έκδοση της πιο πάνω υπ' αριθ. 7614/2002 απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, που έκρινε ότι η αίρεση υπό την οποία τελούσε η απαίτησή της είχε πληρωθεί κατά το χρόνο αίτησης του απογράφου και δεν απαιτείτο η προσκόμιση εγγράφου προς απόδειξή του, στην κοινοποίηση της επιταγής προς πληρωμή με βάση απόγραφο που της χορήγησε ο πρώτος ενάγων, ο οποίος παρέλειψε σκόπιμα να σημειώσει ότι η έκδοσή του έγινε σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης.

Σημειωτέον, ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στο ότι η πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή η παράδοση των κοινόχρηστων χώρων και η παραλαβή τους από τους ενάγοντες, αποδεικνύεται από την κοινοποιηθείσα σ' αυτούς, πριν από την επίδοση της επιταγής, υπ' αριθ. 7614/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο πρώτος ενάγων, ως αρμόδιος συμβολαιογράφος, να χορηγήσει το αιτηθέν από την εναγομένη απόγραφο, αφού κρίθηκε ότι η αίρεση υπό την οποία τελούσε η απαίτηση της εναγομένης είχε πληρωθεί κατά το χρόνο αιτήσεως του απογράφου, κρίθηκε με την πιο πάνω υπ' αριθ. 1559/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου ως απαράδεκτος.

Διότι, η υπ' αριθ. 7614/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου έλαβε απλώς ρυθμιστικά μέτρα διευκολύνοντας την εκτέλεση με τη λύση της διαφωνίας μεταξύ της εναγομένης και των εναγόντων και δεν δέσμευσε το Δικαστήριο της ανακοπής ως προς το γεγονός της πληρώσεως της αίρεσης. Η μη αναφορά δε εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος στο σώμα του απογράφου της χορήγησής του, κατόπιν της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, ουδεμία επιρροή ασκεί στην εκτέλεσή του και στην άσκηση των δικαιωμάτων των εναγόντων για την ακύρωση της εκτέλεσης.

Επίσης, η εναγομένη ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως, ότι οι ενάγοντες με την αναίτια αδικαιολόγητη και προσχηματική άρνησή τους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο συμβατικό τίμημα, επικαλούμενοι δήθεν μη παράδοση των κοινοχρήστων, τα οποία είχαν παραλάβει, συντέλεσαν από δικό τους πταίσμα στην επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης με συνέπεια να μην δικαιούνται αποζημίωσης.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, αφού η εναγομένη ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, όπως αποδείχθηκε, επέδωσε την πιο πάνω επιταγή προς πληρωμή παρά τη μη εκ μέρους της εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης αποπεράτωσης των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής. Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, η θεμελίωση του οποίου επιχειρείται, εκτός από τα πιο πάνω αναφερόμενα περιστατικά, και στο ότι οι ενάγοντες είχαν συμβατική υποχρέωση να καταβάλουν το ποσό της τέταρτης δόσης του τιμήματος της αγοραπωλησίας και η εκπλήρωση αυτή της συμβατικής υποχρεώσεώς τους δεν συνιστά αδικοπραξία, πέραν της ουσιαστικής βασιμότητας, και αληθή υποτιθέμενα, τα ως άνω, δεν συνιστούν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ κατάχρηση δικαιώματος.

Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συμψηφισμού απαίτησής της που προέρχεται από την καταβολή της τέταρτης δόσης του συμβατικού τιμήματος και ανέρχεται πλέον τόκων στο ποσό των 60.687,67 ευρώ, πέραν του ότι στρέφεται κατά απαίτησης που τελεί υπό αίρεση και τέτοια δήλωση είναι ανίσχυρη (άρθρο 444 ΑΚ), δεν είναι νόμιμος, αφού προτείνεται κατά απαίτησης που προέρχεται από αδικοπραξία που, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, διαπράχθηκε από δόλο (άρθρο 450 ΑΚ).

Επομένως, τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επιδίκαση στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία του νομικού προσώπου της εναγομένης εταιρίας, αφού υπάρχει παράνομη πράξη αυτής και συγκεκριμένα η επίσπευση άκυρης αναγκαστικής εκτέλεσης, από την παράνομη δε αυτή πράξη της άκυρης επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των εναγόντων, που οφείλεται σε υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, επήλθε μη περιουσιακή ζημία (ηθική βλάβη) στους ενάγοντες και είναι προφανής η αιτιώδης συνάφεια που υπάρχει μεταξύ της παράνομης και άκυρης επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες απ' αυτήν.

Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά, λαμβανομένου υπόψη του είδους της προσβολής, του μεγέθους της βλάβης, της έλλειψης υπαιτιότητας των εναγόντων, της περιουσιακής κατάστασης των μερών και της κοινωνικής κατάστασης των εναγόντων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ για καθένα>>.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόνο όμως κατά το μέρος που είχε επιδικασθεί στους αναιρεσίβλητους μεγαλύτερο ποσόν, του ανωτέρω αναφερομένου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εν τέλει όμως, και στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτελέσεως, ακολούθως δε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 940 παρ. 3 ΚΠολΔ και 288, 297, 298 299, 914 και 932 ΑΚ, επεδίκασε στους αναιρεσίβλητους νομιμοτόκως ως αποζημίωση, κατά ποσοστό 75% στον πρώτο και 25% στην δεύτερη, το ποσόν των 40.823,80 ευρώ (όπως δηλαδή και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), συνιστάμενο στο ποσό των 31.657,85 ευρώ που αφορούσε την τελευταία δόση του πιστωθέντος τιμήματος του αγορασθέντος απ' αυτούς ακινήτου από την αναιρεσείουσα, κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, το ποσό των 5.617,60 ευρώ, που αφορούσαν τόκους υπερημερίας του ως άνω κεφαλαίου της τέταρτης δόσης του τιμήματος, από του συμβατικώς καθορισθέντος χρόνου της καταβολής αυτής (30-4-2001), μέχρι την σύνταξη της επιταγής, το ποσό των 507,45 ευρώ για έξοδα εκτελέσεως (202,23 ευρώ για τέλη απογράφου, 71,52 ευρώ για έκδοση α' απογράφου και 234,70 για αντίγραφα α' απογράφου εκτελεστού, σύνταξη επιταγής και δικαιώματα του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητού) και το ποσό των 3.040 ευρώ για την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή και τις δαπάνες της υπ' αριθ. ...

έκθεσης αναγκαστικής εκτελέσεως των άνω αγορασθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών των αναιρεσίβλητων, ενώ επί πλέον επεδίκασε σε καθένα των τελευταίων το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους εξ αιτίας της επισπευθείσας εις βάρος αυτών παράνομα και υπαίτια αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση της άνω επιταγής προς πληρωμή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της. Ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι μετά την επίδοση στους αναιρεσίβλητους της επιταγής προς πληρωμή της τέταρτης και τελευταίας δόσης του τιμήματος του αγορασθέντος ακινήτου, ποσού 31.657,85 ευρώ, και την σύνταξη της κατασχετήριας έκθεσης και καθορισμού του χρόνου εκπλειστηρίασης αυτού, χωρίς να επακολουθήσει περαιτέρω η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με την εκπλειστηρίαση και κατακύρωση του εν λόγω ακινήτου και χωρίς ακολούθως να ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η κατά τα άνω αναγκαστική εκτέλεση, οπότε, συντρεχόντων και των προϋποθέσεων των άρθρων 914 ή 919 του ΑΚ, θα μπορούσε να επέλθει ζημία των αναιρεσίβλητων ως προς το καταβληθέν τίμημα της ανωτέρω τελευταίας δόσης του τιμήματος, αλλά και ολόκληρου του καταβληθέντος απ' αυτούς τιμήματος για την αγορά του επίμαχου ακινήτου, δέχεται ότι η αμετάκλητη ακύρωση της πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που συνίστατο στην επίδοση στους αναιρεσίβλητους του πρώτου εκτελεστού απογράφου κάτω από το ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που αποτελούσε τον εκτελεστό τίτλο και της επιταγής προς πληρωμή της τελευταίας δόσης του τιμήματος, συνιστά ζημία των αναιρεσίβλητων προκληθείσα σ' αυτούς από την αμετάκλητη ακύρωση της ανωτέρω πράξεως, λόγω επίσπευσης παράνομα και υπαίτια της αναγκαστικής εκτέλεσης με την εν λόγω πράξη, ενώ τούτο μπορούσε να συμβεί μόνο με την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον αυτή είχε προχωρήσει με την εκπλειστηρίαση και κατακύρωση του επίμαχου ακινήτου, η οποία όμως δεν συνέβη εν προκειμένω, κατά τις παραδοχές του Εφετείου.

Επίσης, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι η καταβολή από τους αναιρεσίβλητους του άνω ποσού των 31.657,85 ευρώ, που αποτελούσε την τελευταία δόση του τιμήματος του αγορασθέντος από τους αναιρεσίβλητους διαμερίσματος, συνιστούσε ζημία αυτών προκληθείσα από την αμετάκλητη ακύρωση του επιδοθέντος σ' αυτούς πρώτου εκτελεστού απογράφου κάτω από το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και της επιταγής προς πληρωμή του ποσού αυτού, και ότι η επισπευθείσα κατ' αυτόν τον τρόπο αναγκαστική εκτέλεση έγινε παράνομα και υπαίτια, διότι δεν είχε εκπληρωθεί ο συμβατικός όρος από τον οποίο εξαρτάτο η καταβολή του ποσού αυτού, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297, 298 του ΑΚ, καθόσον το ανωτέρω ποσόν δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προκληθείσα ζημία των αναιρεσιβλήτων από την επισπευθείσα κατά τις παραδοχές του παράνομης και υπαίτιας πράξης της αναιρεσείουσας με την επίδοση της ως άνω επιταγής προς πληρωμής, η οποία ακυρώθηκε αμετάκλητα, σε τρόπον ώστε η ζημία των αναιρεσιβλήτων να περιορίζεται στην ζημία τους από την άκυρη αυτή επίδοση, στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται και το υπόλοιπο του πιστωθέντος τιμήματος, το οποίο ούτως ή άλλως όφειλαν να καταβάλλουν, εφόσον ήθελε πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία τελούσε η καταβολή του, εκτός αν συνέτρεχαν οι προρρηθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, που κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, ενώ στην περίπτωση μη εκπλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η τελευταία δόση του τιμήματος, της αποπεράτωσης δηλαδή των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι μόνο αξίωση αποζημίωσης αποκτούσαν από την συμβατική σχέση μεταξύ αυτών και της αναιρεσείουσας πωλήτριας και εργολάβου εταιρίας, συνισταμένη στην δαπάνη για την αποπεράτωση των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής.

Περαιτέρω, όμως, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι με την επίσπευση εκ μέρους της αναιρεσείουσας της αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση της άνω επιταγής προς πληρωμή της ανωτέρω δόσης του πιστωθέντος τιμήματος, αν και γνώριζε ότι αυτή τελούσε υπό την αίρεση αποπεράτωσης και παράδοσης των κοινόχρηστων χώρων και πραγμάτων της επίμαχης οικοδομής, η οποία (αίρεση) δεν είχε πληρωθεί κατά την επίδοση στους αναιρεσίβλητους της επίδικης επιταγής προς πληρωμή, η οποία (επιταγή) ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για τον παραπάνω λόγο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 297, 298, 299 και 932 του ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, ως προς την παράνομη και υπαίτια ενέργεια της τελευταίας, με συνέπεια από την αμετάκλητη ακύρωση της πράξης αυτής της αναγκαστικής εκτέλεσης, να προκληθεί στους αναιρεσίβλητους η ανωτέρω ζημία, συνισταμένη στα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης και τους τόκους επί του κεφαλαίου της τελευταίας δόσης του πιστωθέντος τιμήματος (όχι όμως και του καταβληθέντος ποσού της τέταρτης δόσης του τιμήματος, κατά τα προεκτεθέντα), τα οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα για να μην προχωρήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, παράλληλα δε, εξαιτίας της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, να υποστούν και ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτοί συμπληρώνονται, κατά το μέρος μεν που προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ και 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, με το να επιδικάσει το Εφετείο ως αποζημίωση στους αναιρεσίβλητους και το ποσόν των 31.657,85 ευρώ, ως συνιστώσα ζημία των τελευταίων από την αμετάκλητη ακύρωση της επιδοθείσας σ' αυτούς παράνομα και υπαίτια επιταγής προς πληρωμή της τελευταίας δόσης του άνω πιστωθέντος τιμήματος, είναι βάσιμος.

Κατά το μέρος όμως που προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 299 και 932 του ΑΚ, ως προς τα υπόλοιπα ποσά της επιδικασθείσης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με της άνω περί αδικοπραξιών διατάξεις και αυτές των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ παράλληλα περιέλαβε σ' αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναγκαστική εκτέλεση που ξεκίνησε με την επίδοση στους αναιρεσίβλητους της επίδικης επιταγής προς πληρωμή του ως άνω ποσού δεν ολοκληρώθηκε με την εκπλειστηρίαση και κατακύρωση του κατασχεθέντος ακινήτου αυτών, ούτε υπήρξε αμετάκλητη ακύρωση πραγματοποιηθείσης αναγκαστικής εκτέλεσης, παρά μόνο αμετάκλητη ακύρωση της επί μέρους πράξης της επιδοθείσης επιταγής, δέχεται στη συνέχεια, ότι συνεπεία της τελευταίας αυτής ακύρωσης, ζημιώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι και κατά το ποσόν των 31.657,85 ευρώ, που αποτελούσε μέρος του πιστωθέντος τιμήματος που τελούσε υπό την αίρεση πραγματοποίησης συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας και κατέβαλαν αυτοί χωρίς να έχει πληρωθεί η αίρεση αυτή κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή.

Ομοίως, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι το παραπάνω ποσό, η καταβολή του οποίου τελούσε υπό αίρεση, συνιστά ζημία των αναιρεσιβλήτων που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αμετάκλητη ακύρωση της πιο πάνω επιταγής, ώστε να δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι αποζημίωσης της αντίστοιχης ζημίας, ενώ παράλληλα δέχεται, ότι δεν επακολούθησε, βάσει της επιταγής αυτής, η περαιτέρω αναγκαστική εκτέλεση, με την εκπλειστηρίαση και κατακύρωση του κατασχεθέντος ακινήτου, οπότε και μόνο θα συνιστούσε ζημία των αναιρεσίβλητων η καταβολή του ανωτέρω ποσού, το οποίο, ούτως ή άλλως όφειλαν να καταβάλουν, ανεξάρτητα από την εκπλήρωση από την αναιρεσείουσα των συμβατικών της υποχρεώσεων ως προς την αποπεράτωση και παράδοση των κοινοχρήστων χώρων, οι οποίες αποτελούσαν όρο για την καταβολή του, σε τρόπον ώστε η ζημία τους να περιορίζεται, ενόψει της αμετάκλητης ακύρωσης της πιο πάνω επιταγής, στα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης και τους τόκους επί του κεφαλαίου της τελευταίας δόσης του πιστωθέντος τιμήματος (όχι όμως και του καταβληθέντος ποσού της τέταρτης δόσης του τιμήματος, κατά τα προεκτεθέντα), τα οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα για να μην προχωρήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι και το ως άνω ποσόν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, παραβίασε εκ πλαγίου κατά τούτο, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ.

Αντίθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την ζημία των αναιρεσίβλητων ως προς τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης και τους τόκους υπερημερίας επί του κεφαλαίου της τελευταίας δόσης του πιστωθέντος τιμήματος τα οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα για να μην προχωρήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, υπέστησαν ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 297, 298, 299 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δέχεται, α) ότι η αναιρεσείουσα, επέσπευσε παράνομα και υπαίτια εις βάρος των αναιρεσίβλητων αναγκαστική εκτέλεση με την επίδοση προς αυτούς της άνω επιταγής προς πληρωμή της ανωτέρω τελευταίας δόσης του πιστωθέντος τιμήματος για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος, αν και γνώριζε ότι η καταβολή της δόση αυτής τελούσε υπό την αίρεση αποπεράτωσης και παράδοσης σ' αυτούς των κοινόχρηστων χώρων και πραγμάτων της επίμαχης οικοδομής, η οποία (αίρεση) δεν είχε πληρωθεί κατά την επίδοση στους αναιρεσίβλητους της επίδικης επιταγής, β) ότι εν συνεχεία των ανωτέρω, με την υπ' αριθ. ...

έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτων του προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες που πωλήθηκαν στους ενάγοντες και ορίστηκε ημερομηνία για τη διενέργεια πλειστηριασμού των ακινήτων αυτών για τις 15-1-2003, γ) ότι υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλλουν το επιτασσόμενο να πληρώσουν με την επιταγή ποσόν για να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός, η ως άνω δε επιταγή ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για τον λόγο ότι δεν είχε πληρωθεί ο όρος για την καταβολή της τελευταίας δόσης του τιμήματος, δ) ότι η ως άνω προκληθείσα στους αναιρεσίβλητους ζημίας ως προς τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης και τους τόκους επί του καταβληθέντος κεφαλαίου της τελευταίας δόσης του πιστωθέντος τιμήματος, συνιστά συνέπεια της παράνομης και υπαίτιας πράξης της αναιρεσείουσας και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν και ε) ότι, εκτός από την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια πράξη της αναιρεσείουσας, αυτοί υπέστησαν και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 3.000 ευρώ, μετά τη συνεκτίμηση των αναφερομένων κατά το νόμο στοιχείων.

Δεν συνιστά δε ασάφεια της προσβαλλομένης απόφασης, που αναιρεί την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, το επιχείρημα του Εφετείου, ότι με την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή δεν επιδόθηκε και σχετικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι πληρώθηκε η σχετική αίρεση για την καταβολή της τέταρτης δόσης του πιστωθέντος τιμήματος για την αγορά των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, ενώ η επίδοση και τέτοιου εγγράφου δεν ήταν αναγκαία, αλλά αρκούσε προς τούτο η παραδοχή ότι από την συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε, ότι κατά τα το χρόνο επίδοσης της άνω επιταγής δεν είχαν αποπερατωθεί και παραδοθεί οι κοινόχρηστοι χώροι της επίμαχης οικοδομής, όρος που συνιστούσε την αναγκαία προϋπόθεση για την καταβολή της τέταρτης δόσης του τιμήματος, λόγος για τον οποίο άλλωστε ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η επίδικη επιταγή.

Ούτε, όμως και συνιστά αντίφαση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ως προς την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, η παραδοχή της, ότι το πρώτο εκτελεστό απόγραφο χορηγήθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, υπό την ιδιότητά του, ως συμβολαιογράφου, μετά την άρνησή του προς τούτο, βάσει της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την χορήγηση του τελευταίου, κατά πιθανολόγηση ότι πληρώθηκε ο όρος υπό τον οποίο τελούσε η καταβολή της τέταρτης δόσης του πιστωθέντος τιμήματος, αφού σαφώς διευκρινίζεται σ'αυτήν ότι η τελευταία αυτή απόφαση δεν ήταν δεσμευτική ως προς το αν πράγματι είχε πληρωθεί ο παραπάνω όρος, σύμφωνα δε με τις περαιτέρω παραδοχές του, δεν αποδείχθηκε ότι είχε πληρωθεί ο όρος αυτός, δηλαδή ότι είχαν περατωθεί οι εργασίες των κοινόχρηστων χώρων και είχαν παραδοθεί στους αναιρεσίβλητους κατά το χρόνο επίδοσης της επιταγής, όπως άλλωστε έγινε δεκτό και με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση η οποία ακύρωσε την επιταγή για τον ίδιο λόγο.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως αυτοί συμπληρώνονται, κατά το μέρος μεν που προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ και 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, με το να επιδικάσει το Εφετείο ως αποζημίωση στους αναιρεσίβλητους και το ποσόν των 31.657,85 ευρώ, ως συνιστώσα ζημία των τελευταίων από την αμετάκλητη ακύρωση της επιδοθείσας σ' αυτούς παράνομα και υπαίτια επιταγής προς πληρωμή της τελευταίας δόσης του άνω πιστωθέντος τιμήματος, η οποία ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, είναι βάσιμος.

Κατά το μέρος όμως που προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 297, 298, 299 και 932 του ΑΚ, ως προς τα υπόλοιπα ποσά της επιδικασθείσας αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, ως προς την παράνομη και υπαίτια πράξη της αναιρεσείουσας που οδήγησαν στην ζημία των αναιρεσίβλητων από την αμετάκλητη ακύρωση της άνω πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, ότι δεν υφίσταται καμία ζημία των τελευταίων από την ακύρωση αυτή, που να οφείλεται σε υπαιτιότητά της, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002).

Περαιτέρω, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ. 4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό, δεδομένου ότι αυτοί ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να γίνεται καμιά περαιτέρω αναφορά, ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί αυτοί, τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί προτάθηκαν και ποια επίδραση ασκούσαν στο διατακτικό της αποφάσεως του Εφετείου.

Επομένως, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος. Από την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση, του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφάρμοσε αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη επαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, για να στοιχειοθετηθεί ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι όμως και όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο. Τέλος, ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κρίνοντας επί του πρωτοδίκως προβληθέντος και επαναφερθέντος ενώπιόν του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί οικείου πταίσματος των αναιρεσίβλητων στην επικαλούμενη στην αγωγή ζημία τους, το οποίο πταίσμα τους, τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε αποζημίωση προς αυτούς (άρθρο 300 ΑΚ), δέχθηκε ανελέκτως, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην πρώτη σκέψη της παρούσης ότι <<....Επίσης, η εναγομένη ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως, ότι οι ενάγοντες με την αναίτια αδικαιολόγητη και προσχηματική άρνησή τους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο συμβατικό τίμημα, επικαλούμενοι δήθεν μη παράδοση των κοινοχρήστων, τα οποία είχαν παραλάβει, συντέλεσαν από δικό τους πταίσμα στην επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης με συνέπεια να μην δικαιούνται αποζημίωσης.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, αφού η εναγομένη ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, όπως αποδείχθηκε, επέδωσε την πιο πάνω επιταγή προς πληρωμή παρά τη μη εκ μέρους της εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης αποπεράτωσης των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής>>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που εκτείνονται, όχι μόνο στην περιορισμένη ως άνω περικοπή, αλλά στο σύνολο των παραδοχών του, που περιέχονται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, δεν πληρούσαν το πραγματικό της άνω διατάξεως, και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη της άνω ενστάσεως (άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β'ΚΠολΔ), είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, ευθέως λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ο ισχυρισμός αυτός και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι << ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, η θεμελίωση του οποίου επιχειρείται, εκτός από τα πιο πάνω αναφερόμενα περιστατικά (αναφέρεται σε όλα τα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσης περιστατικά που προβάλλονται από την αναιρεσείουσα προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής, τα οποία είναι υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου) και στο ότι οι ενάγοντες είχαν συμβατική υποχρέωση να καταβάλουν το ποσό της τέταρτης δόσης του τιμήματος της αγοραπωλησίας και η εκπλήρωση αυτή της συμβατικής υποχρεώσεώς τους δεν συνιστά αδικοπραξία, πέραν της ουσιαστικής βασιμότητας, και αληθή υποτιθέμενα, τα ως άνω, δεν συνιστούν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ κατάχρηση δικαιώματος>>.

Όντως, τα θεμελιωτικά της εν λόγω ενστάσεως της εναγομένης πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και ορθώς επομένως αξιολογήθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως να ελέγχεται ως αβάσιμη.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον άνω ισχυρισμό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η ως άνω ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, "προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι από παράνομη και υπαίτια πράξη αυτής συνισταμένη στην επίδοση στους αναιρεσίβλητους στις 18-11-2002 αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού του ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου με την από 6-11-2002 επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 37.783,80 ευρώ, από το οποίο 31.657,85 ευρώ αφορούσε την τελευταία δόση του πιστωθέντος τιμήματος των αγορασθέντων απ' αυτούς από την αναιρεσείουσα οριζόντιων ιδιοκτησιών και το υπόλοιπο τόκους και έξοδα της επιταγής, αν και η ως άνω τελευταία δόση του πιστωθέντος τιμήματος τελούσε υπό τον όρο αποπεράτωσης και παράδοσης σ' αυτούς των κοινόχρηστων χώρων και πραγμάτων της της επίδικης οικοδομής, μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε πληρωθεί ο όρος βάσει του οποίου θα καθίστατο επιδιώξιμη η ως άνω δόση του τιμήματος, λόγος για τον οποίο ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η ως άνω πράξη εκτελέσεως (επιταγή προς πληρωμή), με συνέπεια της παράνομης και υπαίτιας αυτής ενέργειάς της και την επακόλουθη ακύρωση της επιταγής να υποστούν την επιδιωκόμενη με την αγωγή τους ζημία οι αναιρεσίβλητοι", δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αναφερόμενα έγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα:

α) την από 23-05-2001 θεώρηση για αποπεράτωση των εργασιών της επίδικης οικοδομής από την αρμόδια πολεοδομία για την υλοποίηση των προβλέψεων των οικοδομικών αδειών και β) την από 22-06-2002 απόδειξη παραλαβής των οριζόντιων ιδιοκτησιών και κλειδιών θυρών κοινοχρήστων, την οποία υπέγραψαν οι αναιρεσίβλητοι κατά την παραλαβή των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους, την 22-06-2002 μετά του νομίμου εκπροσώπου τους.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων και "το σύνολο των νομίμως και με επίκληση προσκομιζομένων εγγράφων", σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι από τα έγραφα αυτά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, προκύπτει, ότι οι εργασίες της επίδικης οικοδομής έγιναν σύμφωνα με τις προβλέψεις των οικοδομικών αδειών και ότι οι αναιρεσίβλητοι παρέλαβαν τις πωληθείσες σ' αυτούς οριζόντιες ιδιοκτησίες, όχι όμως και ότι είχαν αποπερατωθεί και παραδοθεί σ' αυτούς οι κοινόχρηστοι χώροι και πράγματα της ως άνω οικοδομής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4961/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην επιδικασθείσα στους αναιρεσίβλητους, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ και 914, 296, 298, 330 του ΑΚ, αποζημίωση των 31.657,85 ευρώ, συνισταμένης σε ζημία των τελευταίων από την αμετάκλητη ακύρωση της επιδοθείσας σ' αυτούς παράνομα και υπαίτια επιταγής προς πληρωμή της τελευταίας δόσης του πιστωθέντος τιμήματος των αγορασθεισών απ' αυτούς οριζόντιων ιδιοκτησιών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επίσης, να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από την τελευταία παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, λόγω της εν μέρει νίκης κα ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 εδ.

β'ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4961/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ