Supreme Court dismisses appeal for vague legal argument regarding court reasoning on property sale validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property sale. The appellant argued the lower court lacked reasoning for accepting the claim, citing issues with the buyer's solvency and ownership status. The court rejected this, ruling that the appeal focused on the court's evidentiary evaluation rather than a violation of substantive law or procedural defects.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on vague legal arguments regarding the court's reasoning is inadmissible unless it concerns substantive law violations or procedural defects affecting the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2049 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2049/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Φουντουκίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεροντίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2005 αγωγή της αρχικής διαδίκου ..., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2142/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5530/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-2-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 8-2-2008 αίτηση για αναίρεση της 5530/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά τους δεύτερο και τρίτο λόγους της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1316/1992).
Ειδικότερα η αοριστία της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση στο αναιρετήριο. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή πραγματικά περιστατικά που να υποδηλώνουν το σκοπό για τον οποίο η πληρεξουσία της ενάγουσας ...
και ο εναγόμενος δεν θέλησαν την κατάρτιση σύμβασης πώλησης, αλλά ήθελαν την κατάρτιση σύμβασης δωρεάς. Όμως, ενόψει του ότι στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι τον προαναφερόμενο περί αοριστίας ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είχε προβάλει νόμιμα στο Εφετείο, ο λόγος αυτός αναίρεσης, προεχόντως, είναι αόριστος.
Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο), αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται σ' αυτές.
Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι χωρίς αιτιολογία κρίθηκε η ένδικη αγωγή ως ορισμένη, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται από κρίση του Εφετείου για το ορισμένο, νόμιμο ή απαράδεκτο αγωγής ή ένστασης.
ΙΙ) Το άρθρο 138 του ΑΚ ορίζει στην πρώτη μεν παράγραφο: "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", στη δεύτερη δε παράγραφο: "Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της".
Η δεύτερη αυτή διάταξη δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο "εικονικότητας" υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και ενέργειά της, αλλ' έχει αυτοτέλεια, διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (Ολ ΑΠ 32/1998).
Επομένως η επίκληση της καλυπτόμενης, ηθελημένης και έγκυρης δικαιοπραξίας, μπορεί να αποτελέσει και βάση σχετικής αγωγής. Περαιτέρω ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που den προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (Ολ 3/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής της αρχικής ενάγουσας (δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) με την οποία αυτή ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου Καλλιθέας Βασιλικής Αγγελετοπούλου, με το οποίο η αρχική ενάγουσα μεταβίβασε στον εναγόμενο - αναιρεσείοντα το σ' αυτή αναφερόμενο ακίνητο, λόγω εικονικότητας της σύμβασης αυτής και υπέρβασης της πιο κάτω αναφερόμενης πληρεξουσιότητας, β) να αναγνωρισθεί επίσης η κυριότητά της στο ακίνητο αυτό και γ) να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της το αποδώσει, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι η προς τον αναιρεσείοντα ως άνω πώληση ήταν εικονική και ως εκ τούτου άκυρη και ότι υπό τη σύμβαση της πώλησης υποκρύπτεται δωρεά η οποία επίσης είναι άκυρη, διότι πραγματοποιήθηκε καθ' υπέρβαση της χορηγηθείσας από την ενάγουσα στη μητέρα του αναιρεσείοντος...
πληρεξουσιότητας για την κατάρτιση για λογαριασμό της του ως άνω συμβολαίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά εκτιμάται από το δικαστήριο τούτο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η ενάγουσα περιέλαβε στην αγωγή της όλα εκείνα τα περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στοιχειοθέτησή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 εδ.
β ΑΚ, ήτοι ότι κάτω από την εικονική δικαιοπραξία (πώληση) καλύπτεται δωρεά, την οποία ηθέλησαν τα μέρη. Με τους δεύτερο (όπως εκτιμάται) και τρίτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθή υπαγωγή ο δεύτερος και όχι από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου που επικαλείται ο αναιρεσείων), λόγους της αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος ότι ο εκ του ως άνω άρθρου (138 εδ β ΑΚ) ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί μόνο κατ' ένσταση από τον εναγόμενο και ότι όσα σχετικά αναφέρονται στην αγωγή προβλήθηκαν από την ενάγουσα μόνο καθ' υποφορά, προβάλλει περαιτέρω την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτής και ειδικότερα ότι, χωρίς να προταθεί, κατ' ένσταση, από τον ίδιο ότι υπό την ως άνω εικονική πώληση καλύπτεται δωρεά της ενάγουσας προς αυτόν, το ως άνω δικαστήριο, έλαβε υπόψη του την πιο πάνω (μη προβληθείσα) ένσταση και τελικώς δέχθηκε ότι η υπό την εικονική πώληση του επιδίκου ακινήτου καλυπτόμενη δωρεά αυτού είναι άκυρη.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια (559 αρ. 8 ΚΠολΔ), αφού έλαβε υπόψη "πράγμα" (ως άνω βάση της αγωγής) που προτάθηκε νόμιμα. Επομένως οι προαναφερόμενοι δύο λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ) Από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πώλησης, είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε και ενός εκ των στοιχείων αυτών καθιστά άκυρη την πώληση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 496 ΑΚ η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα.
Εξάλλου κατά το άρθρο 138 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι άκυρη, η υπό την εικονική δε αυτή δικαιοπραξία άλλη είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση καταχωρισμένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας, λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.
Ειδικότερα, το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ' άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, πλην όμως μπορεί το στοιχείο τούτο, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων, να αποτελέσει, κατά τις περιστάσεις, τεκμήριο περί της εικονικότητας και έτσι, εάν η συμφωνία που αφορά το τίμημα έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υπάρχει εικονικότητα κατά την έννοια του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής συμβάσεως της πωλήσεως, κατ' επέκταση δε και της εμπράγματης μεταβιβαστικής της κυριότητας του πωληθέντος πράγματος, εάν αφορά ακίνητο, αφού αυτή κατ' άρθρο 1033 ΑΚ είναι κατά τα προεκτιθέμενα αιτιώδης.
Στην περίπτωση δε εικονικότητας μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των, κατά τον χρόνο της κατάρτισής της, συμβληθέντων, ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα δηλαδή της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία (ΑΠ 713/2006, ΑΠ 1247/2003). Η πώληση επομένως ακινήτων, η οποία έγινε χωρίς τον σκοπό της μεταβίβασης της κυριότητος για την αιτία αυτή, είναι άκυρη και δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα, γιατί λείπει σοβαρή συναλλακτική πρόθεση.
Η δε εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού αυτός είναι εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στην δικαιοπραξία. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Τέλος για τη θεμελίωση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης η έλλειψη ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών πρέπει να αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο όρος "ζήτημα" είναι ταυτόσημος με τον όρο "πράγματα" του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή αφορούν την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο για το ότι χωρίς αιτιολογίες, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή σε σχέση με το παραπάνω ακίνητο, στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση, προβάλλοντας, συγκεκριμένα, ως αιτιάσεις ότι το Εφετείο στήριξε την αιτιολογία του περί εικονικότητας της επίμαχης πώλησης στα αποδειχθέντα γεγονότα α) ότι η συγκεκριμένη πώληση πραγματοποιήθηκε με αγοραστή τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ήταν γιος της αντιπροσώπου της ενάγουσας και όχι κάποιο τρίτο πρόσωπο το οποίο θα ήταν υποχρεωμένο σε πραγματική καταβολή του τιμήματος, β) ότι ο αναιρεσείων αγοραστής κατά το χρόνο της πώλησης ήταν ψιλός κύριος από γονική παροχή των γονιών μου ενός διαμερίσματος 85 τ.μ.
και γ) ότι ο αναιρεσείων δεν διέθετε το απαιτούμενο για την καταβολή του τιμήματος, της πώλησης ποσό των 100.529,40 Ευρώ, ενόψει του ότι είχε ήδη λάβει από τράπεζα επισκευαστικό δάνειο ύψους 46.955,25 Ευρώ. Όμως οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 138, 496 και 513 ΑΚ) που ήταν εφαρμοστέοι στην προκείμενη περίπτωση.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος, υπό τις παραπάνω αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος.
IV) Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 5530/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ