Supreme Court dismisses appeal hearing due to lawyer's lack of authority and absent appellant's failure to appear.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible because the lawyer who expedited the session lacked proper authorization from the absent appellant. The appellant did not appear at the hearing nor submit a formal declaration of non-appearance as required by law. Consequently, the court conducted an ex officio investigation and ruled that the proceedings were invalid for all parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 97(1), 104 of the Code of Civil Procedure; Article 576(1) and (3) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must ex officio verify the lawyer's authority when expediting an appeal; if the absent party does not appear or declare non-appearance, and the lawyer lacks proper authorization, the hearing is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2049 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2049/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ....... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Καραμαγκιώλη, 2. ..... και 3. ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σέργιο Συντέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2686/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2208/2004 προδικαστική, 9444/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-3-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον ΄Αρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με έγγραφο της Αρχής, είτε με προφορική δήλωση του εντολέα διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 και 577 παρ. παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο δικηγόρος του που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, αν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, ο ΄Αρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο.
Εάν δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις αυτές, ο ΄Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (Ολ. ΑΠ 2/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τη συζήτηση της υπό κρίση από 21-3-2003 αίτησης αναίρεσης κατά της 9444/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επισπεύδει ο αναιρεσείων με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λάλλα, κατά παραγγελία του οποίου ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών .....
επέδωσε στους αναιρεσιβλήτους αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης και κλήση να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. τα συνημμένα στη δικογραφία τρία (3) αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης με την πάνω σ΄ αυτά σχετική επισημείωση του παραπάνω δικαστικού επιμελητή). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αμέσως πιο πάνω δικάσιμο και τη συζήτηση που επακολούθησε, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασής του στο ακροατήριο.
Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος, που επέσπευσε τη συζήτηση, είχε την απαιτούμενη γι΄ αυτήν την επίσπευση πληρεξουσιότητα του απολειπόμενου αναιρεσείοντα, ούτε ότι ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους αντιδίκους του, ούτε, τέλος, ότι έγινε νομότυπη δήλωση παραίτησής του από το ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Επομένως, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-3-2003 αίτησης για αναίρεση της 9444/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς όλους τους διαδίκους.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ