Legislator Case Law & Legislation
2049/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider arguments regarding arbitration award ultra vires. Court rejects claim that appellate court ignored relevant facts. Decision upholds lower court's rejection of annulment request.

Case Number 2049/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the annulment appeal filed by Atti-Kat ATE against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the appellate court failed to consider the respondent's claim that the arbitration tribunal exceeded its authority by ordering an accounting report. The court held that the lower court correctly found the arbitration award valid and that the appellant's arguments regarding the tribunal's ultra vires actions were unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider arguments regarding the ultra vires nature of an arbitration award does not constitute grounds for annulment if the lower court's findings on the award's validity were supported by evidence and reasoning.

Keywords

AI generated
annulment appeal grounds arbitration award ultra vires failure to consider arguments accounting report arbitration legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 897 no. 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 3/1997
OL AP 1574/1981
AP 163/2004
82/2004
1533/2001
OL AP 13/1995
AP 1634/2001
AP 293/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2049 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2049/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1506/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαϊου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγµατα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγµατα νοούνται οι αυτοτελείς πραγµατικοί ισχυρισµοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νοµίµου προτάσεώς των τείνουν στην θεµελίωση ή στην κατάλυση ή στην παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονοµικού δικαιώµατος που έχει ασκηθεί µε την αγωγή, ανταγωγή ένσταση ή αντένσταση (Ολ.

ΑΠ 3/1997), όχι όµως και οι ισχυρισµοί που συνιστούν επιχειρήµατα νοµικά ή πραγµατικά ή συµπεράσµατα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίµηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 1574/1981, ΑΠ 163/2004, 82/2004, 1533/2001). Στην προκείµενη περίπτωση µε τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πληµµέλεια ότι το Εφετείο (που απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή της αναιρεσείουσας για ακύρωση της 23/2003 απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου Αθηνών) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισµό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ότι η διαιτητική απόφαση την καταδίκασε (υποχρέωσε να καταβάλει στο ταµείο της αναφερόµενης αυτής κοινοπραξίας το ποσό που ορίζεται στο διατακτικό της), παρόλο που η εν λόγω διαιτητική απόφαση δέχεται ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισµοί της τότε αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναγόµενος στα συµπεράσµατα του διαιτητικού δικαστηρίου από την από αυτό εκτίµηση των αποδείξεων και όχι στην θεµελίωση των από το άρθρο 897 του ΚΠολΔ αναφερόµενων στην αγωγή της αναιρεσείουσας λόγων ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, είναι απαράδεκτος διότι ο πιο πάνω ισχυρισµός δεν αποτελεί πράγµα κατά την έννοια της διάταξης του πιο πάνω άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.

ΙΙ.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθµ. 4, 566§1, 577§3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νοµική πληµµέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλοµένη απόφαση, ώστε να µπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερόµενους στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγους εµπίπτει η προσβαλλόµενη αιτίαση.

Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως που συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρµοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου µη εφαρµοστέο ή παρέλειψε την εφαρµογή του εφαρµοστέου ή προσέδωσε στον εφαρµοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη, την οποία έχει, για να είναι ορισµένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να µνηµονεύονται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και το αποδιδόµενο στην απόφαση νοµικό σφάλµα ως προς την ερµηνεία και εφαρµογή του ουσιαστικού νόµου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η πληµµέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία των λόγων αναιρέσεως δεν δύναται να συµπληρωθεί µε παραποµπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996).

Στην προκείµενη περίπτωση, µε το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλοµένη απόφαση η πληµµέλεια από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταµένη στο ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιµο τον επί του άρθρου 897 αριθ. 6 του ΚΠολΔ ερειδόµενο λόγο ακυρότητος της διαιτητικής αποφάσεως, εσφαλµένως ερµήνευσε και εφήρµοσε τις ουσιαστικές διατάξεις, χωρίς όµως να µνηµονεύονται στο αναιρετήριο οι παραβιασθείσες διατάξεις αναφορικά µε την απόρριψη του λόγου αυτού ακυρότητος, καθώς και το αποδιδόµενο στην απόφαση νοµικό σφάλµα ως προς την ερµηνεία και εφαρµογή τους.

Εποµένως, ο προαναφερόµενος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αόριστος.

ΙΙΙ.- Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερµηνεία ή εσφαλµένη εφαρµογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρµόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγµατικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρµόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρµογής του.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νοµίµου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριµένη περίπτωση συντρέχουν οι νόµιµοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρµόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρµογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νοµικό χαρακτηρισµό των πραγµατικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12Ι 3/95).

Εξάλλου, κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση µπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν µέρει µόνο µε δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συµφωνία για τη διαιτησία ή ο νόµος. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, στον όρο "υπέρβαση εξουσίας" ως λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείµενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς µε τη συµφωνία περί διαιτησίας ή κείται πέρα από αυτό.

Δεν αποτελεί, όµως, υπέρβαση της, από το νόµο ή τη συµφωνία περί διαιτησίας, παρεχόµενης στο διαιτητή εξουσίας η εσφαλµένη ερµηνεία και εφαρµογή του νόµου ή η κακή εκτίµηση πραγµατικών περιστατικών κατά τη, µετά από εξέταση της ενώπιον του διαφοράς, παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των προσώπων που συνοµολόγησαν τη συµφωνία περί διαιτησίας (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1634/2001, ΑΠ 293/1999).

Στην προκείµενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, µεταξύ των άλλων, ανελέγκτως, τα εξής περιστατικά:

Η ενάγουσα, (τότε καθ' ης η αίτηση) με τις από 19.7.2001 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, ζήτησε να υποχρεωθεί η τότε αιτούσα - ήδη εναγομένη εταιρεία ΑΛΤΕ ΑΤΕ να παράσχει λογοδοσία επί της διαχειρίσεως της, όσον αφορά τις εισπράξεις και τις πληρωμές που σχετίζονται με το αναληφθέν από την κοινοπραξία έργο.

Όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης (διαιτητικής) απόφασης, το πραγματικό νόημα της εν λόγω αίτησης είναι η διευκόλυνση της ουσιαστικής έρευνας των δοσοληψιών της κοινοπραξίας εκ μέρους της τότε αιτούσας και ήδη εναγομένης, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί η τυχόν ύπαρξη οφειλής της προς την κοινοπραξία, από ζημίες της τελευταίας κατά την εκτέλεση του έργου και ότι δεν πρόκειται περί αυτοτελούς αιτήματος λογοδοσίας, μη προσήκοντος άλλωστε στην ορισθείσα, από το διαιτητή με τη συναίνεση των διαδίκων, διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ.

ΚΠολΔ). Το διαιτητικό δικαστήριο, συνεχίζει το Εφετείο, το οποίο συνεκτίμησε την από 25.10.2001 έκθεση οικονομικού, διαχειριστικού, λογιστικού και φορολογικού ελέγχου της συνολικής δραστηριότητας της κοινοπραξίας, την οποία συνέταξε ο υπό της ενάγουσας (τότε καθ' ης) ορισθείς ορκωτός ελεγκτής λογιστής ....

και απέρριψε το σχετικό αίτημα ως κατ' ουσία αβάσιμο, δεν υπερέβη την ανατεθείσα με τη συμφωνία περί διαιτησίας, εξουσία του και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος ακύρωσης (της διαιτητικής απόφασης). Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αλλιώς αντιφατικές αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου ως άνω διάταξη του άρθρου 897 αρ. 4 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 αντίστοιχοι τρίτος και τέταρτος (τελευταίος) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, κατά τα ειδικότερα σε καθένα από τους λόγους αυτούς εκτιθέμενα, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.05.2004 αίτηση αναιρέσεως της Ανώνυµης Εταιρίας µε την επωνυµία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ" για αναίρεση της 1506/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδοµήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και

Δηµοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ