Legislator Case Law & Legislation
2048/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on lighter penalty grounds while dismissing procedural defect arguments.

Case Number 2048/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a Tripartite Court of Petty Offenses decision in Tripoli. The appellant argued procedural flaws regarding a lease agreement date and requested a lighter penalty under the new Criminal Code. The court found the date discrepancy harmless but ruled that the new Code's penalties were more lenient, mandating a retrial on sentencing while dismissing other grounds.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 para. 1 of the Constitution; Art. 2 para. 1 of the new Criminal Code; The principle of retroactivity applies to the more lenient substantive criminal law, requiring a retrial on sentencing when the new code imposes lighter penalties.

Keywords

AI generated
retroactivity of criminal law more lenient penalty appeal against conviction procedural defect Criminal Code 2019 retrial on sentencing Tripartite Court of Petty Offenses

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 para. 1 of the Constitution
Art. 2 para. 1 of the new Criminal Code
Art. 460 of the Criminal Code
Art. 510 para. 1 item A of the Code of Criminal Procedure
Art. 171 para. 1 item d of the Code of Criminal Procedure
Art. 216 para. 2 of the new Criminal Code
Art. 386 para. 1 item a of the new Criminal Code
Art. 511 item d of the new Code of Criminal Procedure
Art. 519 of the Code of Criminal Procedure
Art. 522 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2048 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2048/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγα Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση, για αναίρεση της υπ'αριθ.293/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. Κ. του Γ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστόγιαννη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρίπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 06 Ιουνίου 2019 αίτησή του, που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 06 Ιουνίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6361/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 931/19.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ, κατά το άρθρο 460 του ίδιου Κώδικα, από 1-7-2019, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, επί πλημμελημάτων, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".

Στο αντίστοιχο άρθρο 216 του νέου ΠΚ ορίζεται στη μεν παρ. 1, ότι "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή", στη δε παρ. 2, ότι "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".

Από τη σύγκριση των δύο ως άνω διατάξεων, είναι προφανές, ότι για το αδίκημα της χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε βαθμό πλημμελήματος, η διάταξη του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του ισχύοντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή και, συνεπώς, εφαρμοστέα εν προκειμένω, αφού με αυτή απειλείται πλέον για το εν λόγω πλημμέλημα ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο.

Σύμφωνα με την παραπάνω δεύτερη παράγραφο του άρθρου 216 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτον απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και το σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Προϋπόθεση, δηλαδή, της τέλεσης της αξιόποινης αυτής πράξης αποτελεί η πλαστότητα ή νόθευση, κατά την προεκτεθείσα έννοια, του χρησιμοποιηθέντος εγγράφου. Η χρήση δε συνίσταται σε κάθε ενέργεια, που περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση του εγγράφου σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό και τείνει σε παραπλάνηση τρίτου, ανεξάρτητα από την επίτευξη ή μη της παραπλάνησης αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη, ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την απάτη σε βαθμό πλημμελήματος ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο (δηλαδή φυλάκιση τουλάχιστον δέκα ημερών, κατ' άρθρο 53 ΠΚ, αντί εκείνης των τριών μηνών, που προβλεπόταν προηγουμένως για την πράξη αυτή), και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτή της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, συνιστώσα επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, υπάρχει δε τέτοια βλάβη (ζημία) σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, ενώ εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε.

Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά (ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα), τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις.

Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς.

Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 293/2019, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρίπολης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης) δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής επί λέξει πραγματικά περιστατικά: "Στην Τρίπολη στις 3-2-2012, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Ειδικότερα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, παρέδωσε στον Πρωτοδίκη Θ. Κ. ιδιόγραφη διαθήκη που φέρεται ότι συνετάγη από τον πατέρα του, Η. Τ. του Ν. στις 20-7-1991, ο οποίος απεβίωσε στις 18-12-1992, προκειμένου να επιτύχει τη δημοσίευση αυτής, αν και γνώριζε ότι αυτή ήταν πλαστή, αφού δεν είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τον φερόμενο ως διαθέτη, αλλά από άγνωστο, κατά την προανάκριση, πρόσωπο και πάντως σε χρόνο μεταγενέστερο του θανάτου του, γεγονός που ήξερε καλώς ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε με βεβαιότητα ότι η υπογραφή στη διαθήκη διέφερε ουσιωδώς από την υπογραφή του πατέρα του.

Εξάλλου, από την απλή αντιπαραβολή της υπογραφής που έχει τεθεί επί της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης και των υπογραφών που ο Η. Τ. είχε, σε ανύποπτο χρόνο, θέσει επί διαφόρων εγγράφων, τα οποία προσκομίσθηκαν από την πολιτικώς ενάγουσα, προκύπτει ευκρινώς ότι η υπογραφή του φερόμενου ως διαθέτη είναι ουσιωδώς διαφορετική, ως προς όλα τα στοιχεία της, από την υπογραφή του Η.

Τ., όπως αυτή αποτυπώνεται στο από 5.3.1971 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αγρού, στην υπ' αριθμ. .../1976 δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα του, που συντάθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μεγαλόπολης, Γεράσιμου Αλεξάνδρου Ζέρβα, στην από 5.8.1985 αίτηση του προς τη Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων, στο υπ' αριθμ. .../1983 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή με παρακράτηση της επικαρπίας του συμβολαιογράφου Μεγαλόπολης, Γεράσιμου Δημητρόπουλου και στο υπ' αριθμ. .../1990 συμβόλαιο παραίτησης από δικαίωμα επικαρπίας και αποδοχής άνευ ανταλλάγματος του συμβολαιογράφου Μεγαλόπολης, Γεράσιμου Δημητρόπουλου.

Έτι δε περαιτέρω, η πλαστότητα της επίμαχης διαθήκης και η γνώση του κατηγορουμένου περί της πλαστότητάς της επιβεβαιώνεται από την ίδια την απολογία του τελευταίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. τα υπ' αριθ. 808/6-06-2018 πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, στη σελίδα πέντε αυτών), καθόσον ο ίδιος κατέθεσε ότι ο πατέρας του και φερόμενος ως διαθέτης δεν έβλεπε καλά κατά το έτος 1991 και ως εκ τούτου, ήταν αντικειμενικά αδύνατο να συντάξει ιδιοχείρως την επίμαχη από 20-07-1991 διαθήκη, που αποτελείται από τρεις σελίδες με πυκνογραμμένη γραφή.

Επίσης, περί του παραπάνω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο φερόμενος ως διαθέτης και περί της αδυναμίας του να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη κατά το προαναφερόμενο έτος κατέθεσε και ο μάρτυρας κατηγορίας, η μαρτυρία του οποίου κρίνεται ειλικρινής και αντικειμενική, καθόσον αυτός δεν συνδέεται με ιδιαίτερη σχέση με κανέναν από τους διαδίκους και δεν εξαρτά κανένα απολύτως συμφέρον από την παρούσα δίκη.

Τουναντίον, η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης και ανιψιού του κατηγορουμένου δεν κρίνεται διόλου αξιόπιστη, καθόσον αυτός μολονότι αναγνώρισε και δη με τρόπο κατηγορηματικό την υπογραφή του παππού του στην επίμαχη διαθήκη, εντούτοις δεν αναγνώρισε την υπογραφή του σε σωρεία συμβολαίων που του επιδείχθηκαν κατά την εξέταση του από τον Εισαγγελέα της έδρας, στα οποία, όμως, ο Η.

Τ. είχε αδιαμφισβήτητα θέσει την υπογραφή του. Άλλωστε, ο εν λόγω μάρτυρας υπερασπίσεως δεν έδωσε πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί ο κατηγορούμενος δεν εμφάνισε τη διαθήκη από τότε που (σύμφωνα με την απολογία του ιδίου στην πρωτοβάθμια δίκη) την βρήκε, ήτοι το 1992, αλλά το 2012, ήτοι είκοσι χρόνια αργότερα.

Εξάλλου τέλος, η μεταγενέστερη από τον θάνατο του Η. Τ. "κατασκευή" της ως άνω διαθήκης του, ενισχύεται και από το γεγονός ότι στις 22-11-1995, κατά την εκδίκαση ενώπιον του Ειρηνοδίκου Καρύταινας, της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος από κοινού με τους αδελφούς του κατά του πατέρα της εγκαλούσας Γ.

Κ., δεν είχε προσκομίσει ή επικαλεσθεί την ιδιόγραφη αυτή διαθήκη για την οποία ουδεμία μνεία γίνεται στα πρακτικά της υπ' αριθ 22/1996 απόφασης, καίτοι θα ενίσχυε τους ισχυρισμούς του περί νομής και κυριότητας του επί του επιδίκου αγρού επιφανείας δέκα, περίπου, στρεμμάτων στην περιοχή "...", όπως επικαλείται.

Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος σαφώς και γνώριζε ότι η διαθήκη του πατέρα του ήταν πλαστή και εμφανίζοντάς τη στο Δικαστή, τον παραπλάνησε και τον εξαπάτησε σχετικά με τη γνησιότητά της, πείθοντας τον να τη δημοσιεύσει. Ακολούθως, δε, στη …, στις 16-3-2012, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ανδριάνας Γιολανδή-Γύφτου, ομοίως ψευδώς, ότι η προαναφερθείσα, από 20-7-1991, ιδιόγραφη διαθήκη έχει πράγματι συνταχθεί από τον πατέρα του, καίτοι για όλους τους ανωτέρω λόγους γνώριζε ότι είναι πλαστή, πείθοντάς την να συντάξει την υπ' αριθμ. .../16-3-2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία απεδέχθη, εκτός των άλλων και ένα αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση "..." της Τ.Κ. ...

της δημοτικής ενότητας Μεγαλόπολης, επιφανείας 10.000 τετραγωνικών μέτρων. Εν τέλει, δε, στη Μεγαλόπολη, στις 19-3-2012, ενώπιον της Υποθηκοφύλακος Μεγαλόπολης, ισχυρίσθηκε ψευδώς, ότι η υπ' αριθμ. .../16-3-2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς έχει συνταχθεί συννόμως και ότι πράγματι στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβάνεται και το προαναφερθέν επίδικο ακίνητο πείθοντάς την να καταχωρίσει το συμβόλαιο της αποδοχής κληρονομιάς στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγαλόπολης.

Γνώριζε όμως καλώς ο κατηγορούμενος ότι στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα του δεν περιλαμβάνονταν το επίδικο ακίνητο το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην εγκαλούσα Π. Κ. του Γ., στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-7-1998 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μεγαλόπολης Δήμητρας Κορκολή, νομίμως μεταγραφείσας από τον πατέρα της Γ.

Κ.. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο κείται στην κοινότητα ... της κτηματικής περιφέρειας Μεγαλοπόλεως και έχει έκταση δέκα (10) περίπου στρεμμάτων. Ανεξάρτητα δε από την ονομασία της θέσης στην οποία αυτό βρίσκεται, την οποία ο μεν κατηγορούμενος κατονομάζει ως θέση "...", η δε πολιτικώς ενάγουσα ως θέση "...", το επίδικο ακίνητο οριοθετείται πλήρως και σαφώς από τα όμορα σε αυτό ακίνητα και συγκεκριμένα αυτό συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες κληρονόμων Κ., Μ.

και Ζ. και προς τα δυτικά με τον … ποταμό, όπως άλλωστε περιγράφεται στην υπ' αριθ. 22/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί της με αριθμό καταθέσεως 27/1995 αιτήσεως του κατηγορουμένου και των αδελφών του Ν. και Α., με την οποία ισχυρίζονταν τότε ότι τυγχάνουν συννομείς στο επίδικο ακίνητο κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Επομένως, δεν καταλείπεται κατ' αρχήν καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι οι διάδικοι διαφιλονικούσαν από πολλών ετών για το ίδιο ακίνητο και όχι επί ακινήτων που βρίσκονταν σε διαφορετικές θέσεις, όπως επιχειρεί να θεμελιώσει ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό ανήκε αρχικά κατ' αποκλειστική κυριότητα στο δικαιοπάροχο και πατέρα της εγκαλούσας, Γ.

Κ., ο οποίος το νεμόταν, είτε εκμισθώνοντάς το προς τρίτους, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας του κατηγορουμένου (βλ. το από 5-03-1974 έγγραφο συμφωνητικό μισθώσεως που καταρτίστηκε μεταξύ τους για τη μίσθωση του επιδίκου) είτε ασκώντας ο ίδιος επ' αυτού με διάνοια αποκλειστικού κυρίου εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στον αγροτικό του χαρακτήρα, όπως όταν το έτος 1995 φύτεψε με τη συνδρομή της πολιτικώς ενάγουσας καρυδιές εντός αυτού.

Οι ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου δεν αναιρούνται από την υπ' αριθ. 22/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία δεν αποφαίνεται επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στο επίδικο, παρά μόνο επί της νομής του. Άλλωστε, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε ανήκε στον πατέρα του κατηγορουμένου, Η.

Τ., καθόσον το μόνο ακίνητο που αυτός είχε στην κυριότητά του στη θέση "...", ήταν ένας αγρός ξηρικός, επιφανείας ενός στρέμματος, ο οποίος περιγράφεται στην υπ' αριθμ. .../20-5-1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία απεδέχθη την περιουσία του πατρός του Ν. Τ., ο οποίος (αγρός) όμως, δεν ταυτίζεται με τον επίδικο αγρό.

Με τις ανωτέρω ενέργειες του ο κατηγορούμενος πέτυχε, αφενός μεν να δημοσιευθεί η προαναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη ως γνήσια, αφετέρου δε να κάνει αποδοχή κληρονομιάς στην οποία συμπεριέλαβε και το επίδικο ακίνητο, μη προσδιορισθείσας αξίας πάντως όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ούτε ασήμαντης, ζημιώνοντας την περιουσία της Γ.

Κ. της οποίας τα δικαιώματα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου ετέθησαν εν αμφιβόλω, υποχρεώνοντάς την να επιδοθεί σε δικαστικούς αγώνες για να προασπίσει αυτά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονται". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ του ότι:

Στην Τρίπολη, στις 3.2.2012, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε πλείονα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται κατά νόμο με πρόσκαιρες, στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα, 1) Στις 3.2.2012, έκανε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Ειδικότερα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, παρέδωσε στον Πρωτοδίκη Θ. Κ. ιδιόγραφη διαθήκη που φέρεται ότι συνετάγη από τον πατέρα του Η. Τ. του Ν. στις 20.7.1991, ο οποίος απεβίωσε στις 18.12.1992, προκειμένου να επιτύχει τη δημοσίευση αυτής, αν και γνώριζε ότι αυτή ήταν πλαστή αφού δεν είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τον φερόμενη ως διαθέτη, αλλά από άγνωστο, κατά την προανάκριση, πρόσωπο και πάντως σε χρόνο μεταγενέστερο του θανάτου του γεγονός που ήξερε καλώς ο κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε καλώς ότι η υπογραφή στη διαθήκη διέφερε ουσιωδώς από την υπογραφή του πατέρα του και ο οποίος, στις 22.11.1995, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρύταινας, κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που είχε υποβάλει ο ίδιος κατά του πατέρα της εγκαλούσας Π.

Κ. του Γ., δεν είχε προσκομίσει ή επικαλεσθεί την ιδιόγραφη αυτή, διαθήκη για την οποία ουδεμία μνεία γίνεται στα πρακτικά της υπ αριθμ. 22/1996 απόφασης, καίτοι θα ενίσχυε τους ισχυρισμούς του περί νομής και κυριότητας του επί επίδικου αγρού επιφάνεια δέκα, περίπου, στρεμμάτων στην περιοχή "..." ή "..." της Τ.Κ. ...

της δημοτικής ενότητας Μεγαλόπολης, παραπλανώντας, με τον τρόπο αυτό, τον δικάσαντα Πρωτοδίκη σχετικά με τη γνησιότητα της διαθήκης την οποία πείσθηκε να δημοσιεύσει. 2) Στις 3.2.2012 στην Τρίπολη, στις 16.3.2012 και στις 19.3.2012 στη Μεγαλόπολη, ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών.

Ειδικότερα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, επικαλέσθηκε και προσεκόμισε στον πρωτοδίκη Θ. Κ. ιδιόγραφη διαθήκη που φέρεται ότι συνετάγη από τον πατέρα του Η. Τ. του Ν. στις 20.7.1991, ο οποίος απεβίωσε στις 18.12.1992, ισχυριζόμενος, εν γνώσει του ψευδώς, ότι αυτή είναι γνήσια, πετυχαίνοντας να εξαπατήσει το Δικαστή και να επιτύχει τη δημοσίευση αυτής, αν και γνώριζε ότι αυτή ήταν πλαστή αφού δεν είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τον φερόμενο ως διαθέτη, αλλά από άγνωστο, κατά την προανάκριση πρόσωπο και πάντως σε χρόνο μεταγενέστερο του θανάτου του γεγονός που ήξερε καλώς ο κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε καλώς ότι η υπογραφή στη διαθήκη διέφερε ουσιωδώς από την υπογραφή του πατέρα του και ο οποίος, στις 22.11.1995, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Καρύταινας, κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που είχε υποβάλει ο ίδιος κατά του πατέρα της εγκαλούσας Π.

Κ. του Γ., δεν είχε προσκομίσει ή επικαλεσθεί την ιδιόγραφη, αυτή, διαθήκη για την οποία ουδεμία γίνεται στα πρακτικά της υπ' αριθμ 22/1996 απόφασης, καίτοι θα ενίσχυε τους ισχυρισμούς του περί νομής και κυριότητας του επί επίδικου αγρού επιφάνειας δέκα, περίπου, στρεμμάτων στην περιοχή "..." ή " ..." της Τ.Κ. ... της δημοτικής ενότητας Μεγαλόπολης.

Ακολούθως, δε, στη Μεγαλόπολη, στις 16.3.2012 ενώπιον της συμβολαιογράφου ΑΝΔΡΙΑΝΑΣ Γιολανδή-Γύφτου, ισχυρίσθηκε ομοίως ψευδώς, κατά τα προαναφερθέντα, ότι η προαναφερθείσα από 20.7.1991 ιδιόγραφη διαθήκη έχει πράγματι συνταχθεί από τον πατέρα του, πείθοντάς την να συντάξει την υπ αριθμ. .../16.3.2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία απεδέχθη, εκτός των άλλων και ένα αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση "..." της ΤΚ ...

της δημοτικής ενότητας Μεγαλόπολης, επιφάνειας 10.000 τετραγωνικών μέτρων. Εν τέλει, δε, στη Μεγαλόπολη, στις 19.3.2012, ενώπιον της Υποθηκοφύλακος Μεγαλόπολης ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι η υπ αριθμ. .../16.3.2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς έχει συνταχθεί συννόμως και ότι πράγματι, στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβάνεται και το προαναφερθέν επίδικο ακίνητο πείθοντάς την να καταχωρίσει το συμβόλαιο της αποδοχής κληρονομιάς στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγαλόπολης.

Γνώριζε όμως καλώς ότι α) στην κληρονομιαία περιουσία δεν περιλαμβάνονταν το επίδικο ακίνητο το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην εγκαλούσα Π. Κ. του Γ. στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του υπ αριθμ. .../8.7.1998, συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μεγαλόπολης Δήμητρας Κορκολή, νομίμως μεταγραφείσας, από τον πατέρα της Γ.

Κ., β) το μόνο ακίνητο που είχε στην κυριότητά του ο πατέρας του κατηγορούμενου Η. Τ. στη θέση "..." ή "..." ήταν ένας αγρός ξηρικός, επιφάνειας ενός στρέμματος, ο οποίος περιγράφεται στην υπ' αριθμ. .../20.5.1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που είχε κάνει ο αποβιώσας Η. Τ. και με την οποία απεδέχθη την περιουσία του πατρός του Ν.

Τ. και το οποίο δεν ταυτίζεται με τον επίδικο αγρό. Με τις ανωτέρω ενέργειές του ο κατηγορούμενος πέτυχε, αφ' ενός μεν να δημοσιευτεί η προαναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη ως γνήσια, αφετέρου δε να κάνει αποδοχή κληρονομιάς στην οποία συμπεριέλαβε και το επίδικο ακίνητο μη προσδιορισθείσας αξίας πάντως όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ούτε ασήμαντης, ζημιώνοντας την περιουσία της Γ.

Κ. της οποίας τα δικαιώματα κυριότητας και νομής επί του επιδίκου ακινήτου ετέθησαν εν αμφιβάλω, υποχρεώνοντας την να επιδοθεί σε δικαστικούς αγώνες για να προασπίσει αυτά".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13γ, 14, 18 εδ.

β', 26, 27, 94 παρ. 1-2, 216 παρ. 2-1 και 386 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως ούτε κατά πλάγιο τρόπο να τις παραβιάσει με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, προσδιορίζεται η αξιόποινη συμπεριφορά αυτού ως προς την πράξη της απάτης, ο σκοπός του επιδιωχθέντος από τον ίδιο παράνομου περιουσιακού οφέλους και η αντίστοιχη σκοπούμενη ζημία της παθούσας πολιτικώς ενάγουσας, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται με σαφήνεια, ότι με τη δημοσίευση της προαναφερθείσας πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης ως γνήσιας, τη σύνταξη της υπ' αριθμ. .../16.3.2012 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ανδριάννας Γιολανδή-Γύφτου, και την καταχώρηση του συμβολαίου αυτού στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγαλόπολης, που πέτυχε ύστερα από παραπλάνηση, κατά τις παραδοχές της απόφασης, του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης Θ.

Κ., της άνω Συμβολαιογράφου και της Υποθηκοφύλακος Μεγάπολης, αντίστοιχα, στους οποίους ο αναιρεσείων παρέστησε ψευδώς, ότι η προαναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη έχει πράγματι συνταχθεί από τον πατέρα του και ότι στην κληρονομία του περιλαμβανόταν και το ως άνω ακίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της παθούσας Γ.

Κ., ο αναιρεσείων αποκτούσε παράνομα τίτλο κυριότητας επί του εν λόγω ακινήτου, η αξία του οποίου, μη προσδιορισθείσα, πάντως όχι ιδιαίτερα μεγάλη ούτε ασήμαντη, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, αποτελούσε τη σκοπούμενη από απ' αυτόν ζημία της παθούσας και το αντίστοιχο δικό του σκοπούμενο όφελος, χωρίς να είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, οι εξαπατηθέντες από την άνω απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος να ταυτίζονται με τον ζημιωθέντα και εν προκειμένω με την πολιτικώς ενάγουσα.

Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με το αδίκημα της απάτης, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.

α' του ΠΚ, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 (ήδη 362 παρ.1) και 369 (ήδη 367) ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.

δ' ΚΠοινΔ), από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της απόφασης, ούτε να μνημονεύεται ποίο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.

Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρ. 358 ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των μνημονευόμενων ως αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και το "από 5-3-1974 συμφωνητικό μισθώσεως αγρού" (σελ. 9 των πρακτικών με αύξοντα αριθμό 11), το οποίο μνημονεύεται και στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.

σελ. 15 των άνω πρακτικών), η εσφαλμένη δε αναφορά, σε άλλο σημείο του σκεπτικού της απόφασης, της ημεροχρονολογίας του εν λόγω συμφωνητικού μίσθωσης ως "5-3-1971"(βλ. σελ. 12 προτελευταία σειρά των άνω πρακτικών), αντί του ορθού "5-3-1974", οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν δημιουργεί ασάφεια ως προς την ταυτότητα του παραπάνω εγγράφου, που αναγνώσθηκε.

Εξάλλου, από τον επιτρεπτό, για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου, έλεγχο των αναγνωσθέντων εγγράφων, που βρίσκονται στο φάκελο της δικογραφίας, σε συνδυασμό με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, ότι πρόκειται για το ίδιο έγγραφο, αφού αποτελεί το μοναδικό έγγραφο με την ένδειξη "συμφωνητικό μισθώσεως αγρού", που αναγνώσθηκε και αναφέρεται ως αποδεικτικό μέσο, το οποίο έλαβε υπόψη του το άνω Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του.

Κατ' ακολουθία, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το από 5-3-1971 συμφωνητικό μισθώσεως αγρού, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν αναγνώσθηκε.

Περαιτέρω, εφόσον οι διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 2 και 386 παρ. 1 εδ. α'του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ΠΚ είναι επιεικέστερες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έναντι των αντίστοιχων των άρθρων 216 παρ. 2 και 386 παρ. 1 εδ. α'του παλαιού ΠΚ, αφού με αυτές απειλούνται πλέον για τη χρήση πλαστού εγγράφου και για την απάτη σε βαθμό πλημμελήματος ποινές φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο (δηλαδή φυλάκιση τουλάχιστον δέκα ημερών, κατ' άρθρο 53 ΠΚ, αντί εκείνης των τριών μηνών, που προβλεπόταν προηγουμένως για καθεμιά από τις πράξεις αυτές) και, συνεπώς, εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 511 εδ. δ'του νέου ΚΠοινΔ, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινών διατάξεις της και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους (άρθρα 519 και 522 ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 293/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις της περί ποινών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν αυτό μέρος της, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους. Και

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την από 6-6-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-6-2019) του Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ