2048/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος συνθέσεως), Αντιγόνη Καραϊσκου - Παλόγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2048/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και β) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Full text
Απόφαση 2048 / 2018 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2048/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος συνθέσεως), Αντιγόνη Καραϊσκου - Παλόγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Σ. του Β., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά - Σοφατζή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 743/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, μετά των από 17 Αυγούστου 2018 πρόσθετων λόγων, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 686/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-5-2018 αίτηση, ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 14-5-2018, για αναίρεση της υπ' αριθμό 743/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και οι από 17-8-2018 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως που κατατέθηκαν αυθημερόν, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς, να γίνουν γίνει τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα τους.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Νόμου 3943/2011, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990 "ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους", όπως τούτο ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του Νόμου 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως:
α) έως ενός έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παρ. 5, υπερβαίνει το ποσό των 5.000 ευρώ, β) έξη τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Χρόνος τελέσεως του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι την συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπομένης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως σε οποιονδήποτε βαθμό". Η ανωτέρω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του Νόμου 4321/2015 ως εξής: "1 Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα, στην Φορολογική Αρχή, χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και β) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται, εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως σε οποιονδήποτε βαθμό".
Συνεπώς, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με τις ανωτέρω ποινές φυλακίσεως, με την ρύθμιση δε αυτή: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ.
και στα Τελωνεία, αντιμετωπίζονται ενιαίως, ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον χρόνο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποίαν ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής, κατά οφειλέτη, ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για την μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Περαιτέρω, κατά την σαφή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα, και δη με χρόνο τελέσεως την συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών.
Με την ρύθμιση αυτή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά την μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πλέον να θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο (ήδη των 50.000 ευρώ), ή, μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών, συνολικού ποσού ανωτέρου των 50.000 ευρώ, χωρίς όμως την συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τελέσεως στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος, περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος (ΑΠ 480/2015).
Ήδη το ανωτέρω άρθρο 25 παρ. 1 του Νόμου 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 71 παρ. 2 του Νόμου 4337/2015 περί "Μέτρων Εφαρμογής ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ 3: Συνταξιοδοτικά/Εγκλήματα Φοροδιαφυγής /Δημοσιονομικά κλπ." που ορίζει ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α και β, αντίστοιχα, της παρ. 1 του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ αντίστοιχα" (ΑΠ 283/2017).
Σχετικά με την ΔΟΥ, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος να υποβάλλει κατά τα ως άνω αίτηση στον αρμόδιο Εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, πρέπει να εκτεθεί ότι είναι αυτή (ΔΟΥ)στην οποία γεννήθηκε το χρέος και παραμένει τοιαύτη ( αρμόδια ΔΟΥ) μέχρι να πληρωθούν οι προϋποθέσεις για την υποβολή της ως άνω αίτησης¨ στην αρμοδιότητά της δε αυτή ουδεμία επίπτωση έχει οποιαδήποτε μεταβολή επέλθει σ' αυτή ( αρχική (ΔΟΥ)είτε αυτή αφορά στην ονομασία της είτε στην αρμοδιότητά της.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του Ν. 1882/1990. "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους Προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.
Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω".. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.
Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η ύπαρξη του δόλου στο παραπάνω αδίκημα μη καταβολής χρεών, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος).
Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 283/2017).
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 743/2018 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, και δη από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά :
"...Ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, στις 30/10/2010, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εδρεύουσας στο Κρυονέρι Αττικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Β.ΕΕ." και τον διακριτικό τίτλο "U. Α.Ε.", με πρόθεση δεν κατέβαλε, κατά παραβίαση της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας καταβολής και δη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών από τον ορισθέντα χρόνο καταβολής, ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο, προερχόμενα από προβεβαίωση προστίμων λόγω άσκησης προσφυγών και βεβαιωμένα από την Δ.Ο.Υ.
Μεγάλων Επιχειρήσεων, τα οποία υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 200.000 ευρώ και ανερχόταν στο ποσό των 282.329,88 ευρώ. Συγκεκριμένα: 1) Στις 30/10/2010 (λήξη της τετράμηνης προθεσμίας καταβολής) καθυστέρησε πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή χρέους 152.961,25 ευρώ, το οποίο βεβαιώθηκε στις 31/5/2010 από την Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων με την υπ' αριθμ. .../31.5.2010 βεβαίωση, αφορά στο οικονομικό έτος 1993, προέρχεται από προβεβαίωση προστίμου λόγω προσφυγής και ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/6/2010 και 2) Στις 30/10/2010 (λήξη της τετράμηνης προθεσμίας καταβολής) καθυστέρησε πέραν των τεσσάρων (4) μηνών την καταβολή χρέους 129.368,63 ευρώ, το οποίο βεβαιώθηκε στις 31/5/2010 από την Δ.Ο.Υ.
Μεγάλων Επιχειρήσεων με την υπ' αριθμ. .../31.5.2010 βεβαίωση, αφορά στο οικονομικό έτος 1994, προέρχεται από προβεβαίωση προστίμου λόγω προσφυγής και ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/6/2010. Τα παραπάνω επιμέρους χρέη αποτελούν μέρος (το ήμισυ) των χρεών, ποσού 305.922,50 ευρώ και 258.737,25 . ευρώ αντιστοίχως, που αναγράφονται με τους αύξοντες αριθμούς 1 και 2 αντιστοίχως στον με αριθμό 209/2012 πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ.
Μεγάλων Επιχειρήσεων, ο οποίος επισυνάπτεται και συνοδεύει, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την υπ' αριθμ. πρωτ. .../14.5.2012 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, με βάση την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη κατά του κατηγορούμενου και προκύπτουν ως εξής: Αρχικά, με τις υπ' αριθμ. 38/9.3.2010 και 39/9.3.2010 αποφάσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Φ.Α.Β.Ε.
Αθηνών επιβλήθηκαν, εις βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Β.ΕΕ.", πρόστιμα ύψους 1.223.690 ευρώ και 1.034,949 ευρώ αντιστοίχως, για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, κατά τα οικονομικά έτη 1993 και 1994 αντιστοίχως. Λόγω της άσκησης προσφυγών κατά των ως άνω αποφάσεων, έγινε προβεβαίωση ποσοστού 25% επί των επιβληθέντων προστίμων, το οποίο ανέρχεται στα ποσά των 305.922,50 ευρώ (1.223.690 X 25%) και των 258.737,25 ευρώ (1.034.949 X 25%) αντιστοίχως.
Τα χρέη αυτά, συνολικού ύψους 564.659,75 ευρώ και μαζί με τις προσαυξήσεις 708.083,33 ευρώ, βεβαιώθηκαν στις 31/5/2010 εις βάρος του κατηγορούμενου, ο οποίος είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της προσφεύγουσας εταιρείας κατά το χρόνο της βεβαίωσης των χρεών, ήταν δε καταβλητέα εφάπαξ στις 30/6/2010 και αναγράφονται με τους αύξοντες αριθμούς 1 και 2 αντιστοίχως, στον προαναφερόμενο με αριθμό 209/2012 πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ.
Μεγάλων Επιχειρήσεων. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 10121/2016 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή κατά της 38/9.3.2010 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, μεταρρυθμίσθηκε η εν λόγω απόφαση και περιορίσθηκε το συνολικό πρόστιμο που επιβλήθηκε με αυτήν από το αρχικό ποσό των 1.223.690 ευρώ κατά το ήμισυ, ήτοι στο ποσό των 611.845 ευρώ, ενώ με την υπ' αριθμ. 4373/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών έγινε μέρει δεκτή η προσφυγή κατά της 39/9.3.2010 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Φ.Α.Β.Ε.
Αθηνών, μεταρρυθμίσθηκε η εν λόγω απόφαση και περιορίσθηκε το συνολικό πρόστιμο που επιβλήθηκε με αυτήν, από το αρχικό ποσό των 1.034.949 ευρώ κατά το ήμισυ, ήτοι στο ποσό των 517.474,50 ευρώ. Με βάση τις αποφάσεις αυτές, τα επίδικα χρέη, εφόσον συνίστανται σε προβεβαίωση ποσοστού 25% επί των προστίμων, μετά τη μείωση αυτών κατά τα ανωτέρω, περιορίζονται αντιστοίχως, α) από το αρχικώς βεβαιωθέν ποσό των 305.922,50 ευρώ, που αναγράφεται με αύξοντα αριθμό 1 στον με αριθμό 209/2012 πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ.
Μεγάλων Επιχειρήσεων, στο ποσό των (611.845 Χ25%) 152.961,25 ευρο') και β) από το αρχικώς βεβαιωθέν ποσό των 258.737,25 ευρώ, που αναγράφεται με αύξοντα αριθμό 2 στον με αριθμό 209/2012 πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, στο ποσό των (517.474,50X25%) 129.368,63 ευρώ και ανέρχονται συνολικά στο ποσό των (152.961,25+129.368,63) 282.329,88 ευρώ.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς τό. Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 282.329,88 ευρώ..." Ακολούθως, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β' και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών με τριετή αναστολή και δη για το ότι: "Στην Αθήνα, στις 30-10-2010, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τις 200. 000 Ευρώ.
Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Β.ΕΕ." και τον διακριτικό τίτλο "U. Α.Ε.", με έδρα το Κρυονέρι Αττικής, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στην Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, συνολικού ποσού 282.329,88 ευρώ, ηθελημένα δεν κατέβαλε τα παραπάνω χρέη και ειδικότερα:
I) Στις 30/10/2010 (λήξη της τετράμηνης προθεσμίας καταβολής) καθυστέρησε πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή χρέους 152.961,25 ευρώ, το οποίο βεβαιώθηκε στις 31/5/2010 από την Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων με την υπ' αριθμ. .../31.5.2010 βεβαίωση, αφορά στο οικονομικό έτος 1993, προέρχεται από προβεβαίωση προστίμου λόγω προσφυγής και ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/6/2010 και 2) Στις 30/10/2010 (λήξη της τετράμηνης προθεσμίας καταβολής) καθυστέρησε πέραν των τεσσάρων (4) μηνών την καταβολή χρέους 129.368,63 ευρώ, το οποίο βεβαιώθηκε στις 31/5/2010 από την Δ.Ο.Υ.
Μεγάλων Επιχειρήσεων με την υπ' αριθμ. .../31.5.2010 βεβαίωση, αφορά στο οικονομικό έτος 1994, προέρχεται από προβεβαίωση προστίμου λόγω προσφυγής και ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/6/2010".
Από τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 282.329,88 ευρώ, ήτοι υπερβαίνοντος τις 200.000 ευρώ, για το οποίο και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 στοιχ.
δ`, του Ν. 1882/1990, όπως έχει τροπ. με την παρ. 2 άρθ. 34 Ν. 3016/2002 και την παρ. 1 άρθ. 34 Ν. 3220/2004 και αντικ. με άρθ. 3 παρ. 1 Ν. 3943/2002 και την παρ. 1 άρθ. 3943/2011 και άρθρο 71 παρ. 2 του δωδέκατου κεφαλαίου του Ν. 4174/2014, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015,τις οποίες ορθά εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα,1) H εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 71 παρ. 2 του δωδέκατου κεφαλαίου του Ν. 4174/2014, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο ( άρθρ. 2 ΠΚ) εφ' όσον αυξάνει τα κατώτατα χρηματικά όρια της ποινικής ευθύνης, κατά τα προεκτεθέντα, 2) προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση:
α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων) ο Προϊστάμενος της οποίας, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση, ήταν αρμόδιος για να υποβάλλει την αίτηση προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη και επομένως η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος, με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη.
β) το ύψος του συνολικού χρέους του πίνακα χρεών που αφορά τον αναιρεσείοντα και ο τρόπος πληρωμής, γ) το είδος κάθε επί μέρους χρέους (καταλογισμός και πρόστιμα), δ) ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος, κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο και δεν είχαν καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως, ε) καθώς και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές, είναι η 30-10-2010, ήτοι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί κάθε επί μέρους χρέος, καθώς και στ) η ιδιότητα, υπό την οποία ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση καταβολής του χρέους, ήτοι του Διευθύνοντος Συμβούλου της υποχρέου οφειλέτιδας του Δημοσίου, ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμία "Γ.
ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Β.ΕΕ." και τον διακριτικό τίτλο "U. Α.Ε.", με έδρα το Κρυονέρι Αττικής, την οποία αυτός εκπροσωπούσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και οι πρώτος και τέταρτος πρόσθετοι τοιούτοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ.
δ' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή.
Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης.
Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 743/2018 αποφάσεώς του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, σε συνδυασμό με την από 10-6-2005 έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της υπ' αριθ. 26991/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών , που επιτρεπτώς επισκοπείται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του εν λόγω λόγου αναιρέσεως, ο τελευταίος εμφανίστηκε και προέβαλε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συνιστάμενη στο ότι δεν αναγράφονται οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ.2 και 3 του ν.1882/1990, οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις ποινικού κολασμού σε περίπτωση μη καταβολής βεβαιωμένων εταιρικών χρεών.
Την ακυρότητα αυτή πρότεινε παραδεκτά το πρώτο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, στη συνέχεια δε με ειδικό λόγο που περιέλαβε στην έφεση, που άσκησε κατά της παραπάνω απόφασης, πρότεινε αυτήν και ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, το οποίο στη συνέχεια την απέρριψε, με το εξής κατά πιστή μεταφορά σκεπτικό: "Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα ότι ο κατηγορούμενος, ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας "Γ.
ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ ΑΒ.Ε.Ε.", με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, συνεπώς καλύπτονται οι προϋποθέσεις της διάταξης της παρ. 2 εδ. α' του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, η τελευταία δε αυτή διάταξη, καθώς και η διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται παραπάνω, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στο κλητήριο θέσπισμα, αφού δεν είναι εκείνες που τυποποιούν το έγκλημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και καθορίζουν την ποινή, αλλά τούτο γίνεται με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, η οποία και μνημονεύεται στο κλητήριο θέσπισμα (βλ.
ΑΠ 1112/2011, ΝΟΜΟΣ), απορριπτομένου ως αβασίμου του απορριφθέντος πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη αναγραφής των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, ο οποίος επαναφέρεται με ειδικό λόγο έφεσης". Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διαλαμβάνονται σ' αυτό τα εξής:"...
Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Β.ΕΕ." και τον διακριτικό τίτλο "U. Α.Ε.", με έδρα το Κρυονέρι, της οποίας τυγχάνει Διευθύνων Σύμβουλος, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στην Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πινάκα χρεών παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ.
ειδ. βιβλίου 209/20012) , και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 14-5-2012μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., όπως κατωτέρω επισυνάπτεται ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ ... που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. ...ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ... Επομένως, παρέβη τα άρθρα,26 παρ.1α, 27, Π.Κ , άρθρ. 25 παρ.1 περ, δ Ν.1882/90, ως η παρ.1 αντικ.
από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004 και ακολούθως ως άνω με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 3943/2011..." Από τις διατάξεις του άρθρου του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α και 3 του Ν. 1882/1990.., το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, συνάγεται ότι, ενόψει της ευρύτητας της διατύπωσης τους, η έννοια του νομίμου εκπροσώπου, αποδίδει πλήρως τις ιδιότητες που αναλυτικά περιγράφει η ως άνω διάταξη, προκειμένου να προσδιορίσει τον αυτουργό του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο του άρθρου 25 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όταν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία και επομένως, το κλητήριο θέσπισμα στο οποίο αναφέρεται ότι η κατηγορία συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος ως διευθύνων σύμβουλος της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας ηθελημένα δεν κατέβαλε βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο, καλύπτει πλήρως τις προϋποθέσεις των άνω διατάξεων( 25 παρ. 2α, 3 Ν. 1882/1990) για την πληρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, οι τελευταίες δε αυτές διατάξεις δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στο κλητήριο θέσπισμα, αφού δεν είναι εκείνες που τυποποιούν το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και καθορίζουν την απειλούμενη ποινή, αλλά τούτο γίνεται με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η οποία και μνημονεύεται στο κλητήριο θέσπισμα.
Επομένως, η μη αναγραφή σ' αυτό των παρ.2α και 3 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 δεν επιφέρει ακυρότητα, δοθέντος ότι αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 25 και η παρ.1 αυτού, με το οποίο προβλέπεται και στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, με βάσει το οποίο ευθύνονται και οι διευθύνοντες σύμβουλοι ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών.
Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για σχετική ακυρότητα, η οποία προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την επικαλούμενη ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο του οικείου δικογράφου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι λόγω της επιβολής διοικητικού προστίμου στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Β.Ε.Ε.", της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος κατ' εφαρμογήν της αρχής (ne bis in idem) είναι απαράδεκτη η σε βάρος του ποινική δίωξη για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη για την οποία κατά τα προεκτεθέντα κρίθηκε ένοχος καθόσον κατά πιστή μεταφορά από το σχετικό δικόγραφο "τυγχάνω μόνος ουσιαστικός μέτοχος αυτής με 219.990 μετοχές επί συνόλου 220.000 ήτοι σε ποσοστό 99,99% (η δε πρώην σύζυγος μου Α.
Ξ. κατέχει όπως τυπικώς δέκα (10) μόνον μετοχές διότι όταν συστήθηκε η ανωτέρω εταιρεία δεν επιτρέπετο η μονομετοχική ΑΕ και επομένως δεν μπορούσα να τις κατέχω όλες εγώ, δεν έχει καμία απολύτως αρμοδιότητα ούτε μετέχει κατ' οιονδήποτε τρόπο σ' αυτήν, ούτε καν ως απλό μέλος στην διοίκηση)", ότι τον ως άνω ισχυρισμό του πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας αλλά το τελευταίο εσφαλμένα θεώρησε αυτόν ως τοιούτο εκ του άρθρου 57 Κ.Π.Δ.
και τον απέρριψε ως απαράδεκτο με το εξής κατά πιστή μεταφορά σκεπτικό: Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.
Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή (ΑΠ 135/2016, ΝΟΜΟΣ).
Η επιβολή προστίμου για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων συνιστά διοικητική κύρωση που επιβάλλεται από τα διοικητικά όργανα και δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, συνεπώς δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ώστε να καθίσταται απαράδεκτη η ποινική δίωξη για την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής στο Δημόσιο του χρέους που προέρχεται από πρόστιμο που επιβλήθηκε για παράβαση του Κ.Β.Σ., απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από τις υπ' αριθμ. 38/2010 και 39/2010 πράξεις επιβολής προστίμου του Κ.Β.Σ.
του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών".
Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. ΣΤ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, μπορεί δε να προταθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναίρεσης κατ' αποφάσεως, εξεταζόμενος και αυτεπαγγέλτως (αρ. 511 εδ. α ΚΠΔ).
Ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος πράγματι δεν βρίσκει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 57 του Κ.Π.Δ. όμως μόνον μ' αυτή κατοχυρώνεται η ισχύς της διάταξης του άρθρου 4 του έβδομου πρόσθετου πρωτοκόλλου που θα αναφερθεί παρακάτω στην Ελληνική έννομη τάξη και συγκεκριμένα στο πεδίο του ποινικού δικαίου και τους κανόνες που διέπουν την εφαρμογή του που αυτή (εν λόγω διάταξη πρόσθετου πρωτοκόλλου) αφορά, αφού δε οι προϋποθέσεις αυτής (αρ. 57 ΚΠΔ), δεν ισχύουν ορθά το Εφετείο απέρριψε τον προεκτεθέντα ισχυρισμό του κατηγορούμενου ήδη αναιρεσείοντος, με το σκεπτικό που προεκτέθηκε. Περαιτέρω, αφού δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις του άρθρου 57 Κ.Π.Δ., ώστε να θεμελιώνεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης περί παραβίασης δεδικασμένου, ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Το άρθρο 4 του (κυρωθέντος με το ν. 1705/1987) έβδομου πρόσθετου πρωτοκόλλου (7ου ΠΠ) της ΕΣΔΑ, το οποίο αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι: "Κανένας, δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού".
Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης, που καθιερώνει την αρχή της απαγόρευσης εκ νέου δίωξης ή καταδίκης για το ίδιο έγκλημα (ne bis in idem), η οποία θεσπίζεται και με την διάταξη του αρ. 50 του χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.
Δ ΚΠΔ, όπως το στοιχ. δ της 171 παρ. 1 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3904/23.12.2010. Κατά συνέπειαν, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει βάσιμος λόγος αναίρεσης εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ και συγκεκριμένα αυτός που θεσπίζεται με την διάταξη του στ. ΣΤ αυτής απορριπτέος ως αβάσιμος κατά τα προεκτεθέντα, τυγχάνει ο δεύτερος πρόσθετος τοιούτος λόγος αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 1/2011).
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα του Κυριάκου Οικονόμου ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί με την ακόλουθη αιτιολογία: Το άρθρο 4 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α' 8) Έβδομου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (7ου ΠΠ) της ΕΣΔΑ ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι: "Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού".
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ' αρχάς, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι "ποινικές" κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων.., κατ' εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως "ποινικές" και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ' ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (βλ.
ΣτΕ 1887/2018, 951/2018.). Ειδικότερα, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραπάνω διάταξης της ΕΣΔΑ ούτε, άλλωστε, της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εάν υποτεθεί ότι ο Χάρτης αυτός βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση όπως η παρούσα) στην περίπτωση κατά την οποία η μία "ποινική" διαδικασία στρέφεται κατά νομικού προσώπου, ενώ η άλλη κατά του νόμιμου εκπρόσωπου αυτού, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ταυτότητα του προσώπου, έναντι του οποίου κινήθηκαν οι δύο διαδικασίες(ΣΤΕ 175/2018).
Κατά ταύτα, η αρχή ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως διαδοχικώς μιας διοικητικής και μιας ποινικής κυρώσεως, στον βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει [ ΔΕΕ 26-2-2013-( C -617/10, Hans Akerberg Fransson) ΑΠ 938/2016 ].
Εξ άλλου, προκειμένου να γίνει διάκριση περί του αν μία κύρωση αποτελεί ποινή, με την έννοια του ποινικού νόμου, πρέπει ο χαρακτήρας της διάταξης που προβλέπει και τιμωρεί μία αξιόποινη πράξη να είναι γενικός, δηλαδή η εν λόγω διάταξη οφείλει να προστατεύει σοβαρό έννομο αγαθό και πρέπει να απευθύνεται απροσώπως σε όλους τους κοινωνούς, η δε κύρωση να είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του σχετικού αδικήματος.
Έτσι, κάθε κύρωση η οποία αποτελεί κακό με το οποίο εκφράζεται η ιδιαίτερη αποδοκιμασία του δράστη μίας άδικης πράξης από την έννομη τάξη αποτελεί ποινή και επομένως η επιβολή της, όπως εκτέθηκε, ανήκει στα τακτικά ποινικά δικαστήρια, ενώ η διοικητική κύρωση δεν αποτελεί ακριβώς κολασμό, δηλαδή δεν επιβάλλεται στον παραβάτη σε ένδειξη ιδιαίτερης αποδοκιμασίας, αλλά αποσκοπεί αποκλειστικά στον εξαναγκασμό του υπόχρεου να προβεί στην απαιτούμενη πράξη ή παράλειψη.
Κατ' ακολουθίαν, μία διοικητική κύρωση, η οποία με βάση τα παραπάνω κριτήρια δεν εμπίπτει στην έννοια της ποινικής κύρωσης μπορεί να σωρευθεί με μία ποινική κύρωση, χωρίς μεταξύ των δύο κυρώσεων να ισχύει η αρχή ne bis in idem. Από όλα αυτά παρέπεται ότι μεταξύ των δύο κυρώσεων, διοικητικής και ποινικής, δεν ισχύει η απαγόρευση που καθιερώνεται με την αρχή ne bis in idem, αλλά και πολύ περισσότερο να μη μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση που τις εν λόγω κυρώσεις επέβαλαν δύο διαφορετικά όργανα, ένα δικαστικό και ένα διοικητικό ( ΑΠ 1077 / 2012 ).
Περαιτέρω, η επιβολή προστίμου για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων συνιστά διοικητική κύρωση που επιβάλλεται από τα διοικητικά όργανα και δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, συνεπώς δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ώστε να καθίσταται απαράδεκτη η ποινική δίωξη για την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής στο Δημόσιο του χρέους που προέρχεται από πρόστιμο που επιβλήθηκε για παράβαση του Κ.Β.Σ.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η κρίση του δικάσαντος Εφετείου ενέχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ. Συναφώς, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, στις οποίες έγινε δεκτό ότι διοικητική χρηματική κύρωση μεγάλου ύψους για φορολογική/τελωνειακή παράβαση, όπως το επίδικο πρόστιμο, έχει "ποινικό" χαρακτήρα.
Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, δεν συντρέχει, εν προκειμένω, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ Τούτο δε διότι, η επιβολή διοικητικού προστίμου κατά της προαναφερθείσης εταιρείας συνιστά διοικητική κύρωση που επιβάλλεται από τα διοικητικά όργανα και, λόγω της φύσης και της βαρύτητάς της, δεν έχει ποινικό χαρακτήρα και περαιτέρω δεν υπάρχει ταυτότητα του προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε το ένδικο πρόστιμο για παράβαση του Κ.Β.Σ. ( εταιρείας "Γ.
ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Β.ΕΕ.") και του κατηγορουμένου ως φυσικού προσώπου, νομίμου εκπρόσωπου της οφειλέτιδας ως άνω εταιρείας, κατά του οποίου κινήθηκε η διαφορετική και εντελώς ανεξάρτητη ποινική διαδικασία, που ολοκληρώθηκε με την προσβαλλομένη, και το οποίο δεν συμμετείχε επ' ονόματί του και για λογαριασμό του στην επί διαφορετικών πραγματικών περιστατικών ερειδομένη διοικητική διαδικασία.
Κατά ταύτα , η επιβολή των ως άνω διοικητικών κυρώσεων δεν εμπίπτει στην έννοια της ποινικής κύρωσης και επομένως η σωρευτική επιβολή τους με την ποινική κύρωση, δεν συνιστά παράβαση της αναφερθείσας διάταξης του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όσα δε αντιθέτως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων, για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμα.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο.
Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ.
Ως ελαφρυντική περίστασή θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχ.δ' "το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Για την αναγνώριση αυτής πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνον να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό εζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του( ΑΠ 130/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος κατέθεσε εγγράφως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ανέπτυξε προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό του για συνδρομή στο πρόσωπό του, εκτός άλλων και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
δ` του Π.Κ., διατυπώνοντας αυτόν ως εξής: "από την 1-12-2016 έχω καταθέσει αίτηση προς την Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών με κοινοποίηση προς το Υπουργείο Οικονομικών [Διεύθυνση Παρακολουθήσεως Νομικών Υποθέσεων Ελέγχου] να μου επιτρέψει την εκποίηση των δύο μοναδικών ακινήτων της ιδιοκτησίας μου, ήτοι ενός οικοπέδου επιφανείας 750,00 μ2 και ενός ετέρου οικοπέδου επιφανείας 200,00 μ2 μετά οικίας στην περιοχή Πλάτανος Ναυπακτίας [Σχετικό Υπ' Αριθ.25], προκειμένου να εισπραχθεί μέρος των οφειλομένων όσο και τα απαραίτητα για τις δικαστικές προσφυγές παράβολα, επί της οποίας το ανωτέρω δεν μου απήντησε μέχρι σήμερα, έστω αρνητικώς...
και επομένως όλως επικουρικώς, ήτοι για την απίθανη περίπτωση που με καταδικάσετε για το εν λόγω αδίκημα, νόμιμη συντρέχει περίπτωση αναγνωρίσεως και του ελαφρυντικού της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2 δ' του ΠΚ, λόγω της ειλικρινούς προσπαθείας μου να άρω τις συνέπειες αποδιδομένης σε μένα πράξεως, η οποία δεν ολοκληρώθηκε λόγω μη ανταποκρίσεως της Διοικήσεως στο ως άνω νόμιμο σχετικό αίτημά μου".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία ότι: "Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας (αρθρ.84 παρ.2 περ δ' ΠΚ), αφού ο κατηγορούμενος δεν εξόφλησε έστω και μέρος του ως άνω οφειλόμενου προς το Δημόσιο ποσού του χρέους, συνεπώς δεν επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, μη αρκούσης της απλής δήλωσής του περί μετάνοιας".
Η αιτιολογία αυτή, πέραν δε του ιδίου αιτιολογικού ενοχής στο οποίο γίνεται δεκτό, ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε βεβαιωμένα χρέη στο Δημόσιο, είναι η απαιτουμένη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφ' όσον το δικαστήριο της ουσίας με επάρκεια έκρινε ανελέγκτως, λαμβάνοντας υπόψη και το έγγραφο που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς υποστήριξη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του, ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, προϋποθέσεις προς χορήγηση του προαναφερθέντος ελαφρυντικού, δεχθέν ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ειλικρινής μετάνοια του αναιρεσείοντος, ούτε ότι αυτός επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, ορθά δε εφάρμοσε τις σχετικές ποινικές διατάξεις(ΑΠ 53/2017).
Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, που περιέχονται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ,, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθόσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης ως ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ' , είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, κύριος ή πρόσθετος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθούν η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-5-2018 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως υπ' αριθμ, πρωτ.5107/15/4/2018,στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 14-5-2018) και τους επ' αυτής από 17-8-2018 προσθέτους λόγους, του Ι. Σ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. υπ' αριθ. 743/2018 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ