Supreme Court dismisses appeal against inheritance dispute verdict, ruling evidence evaluation is non-reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a religious nursing home against a lower court ruling in an inheritance dispute. The appellant argued the appellate court failed to consider specific evidence proving their property ownership rights. The court held that the appellate court had properly evaluated all evidence and that the Supreme Court cannot review the factual assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the appellate court's evaluation of evidence or the assessment of facts in a civil case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2048 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2048/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ιδρύματος με την επωνυμία "Εκκλησιαστικό Γηροκομείο της Ιεράς Μητροπόλεως ... και ... νπιδ", που εδρεύει στο ΔΔ ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δε παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Π. του Α., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του καλούντος: Α. Τ. του Ζ. και Π., κατοίκου ..., ο οποίος δια του δικογράφου της από 18-5-2017 κλήσης του δηλώνει τη βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου της ως άνω αναιρεσίβλητης μητρός του και ότι συνεχίζει τη δίκη ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής και ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χριστίνα Μήτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 803/2012 Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 13/7/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του καλούντος ζήτησε να γίνει απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται και στην κατ’ αναίρεση δίκη κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η δίκη που διακόπηκε λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου μπορεί να επαναληφθεί εκούσια από τους κληρονόμους αυτού με ρητή δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 17-7-2012, πέθανε στις 4-5-2016 η αναιρεσίβλητη Π. θυγ. Α. Π. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον υιό της και μοναδικό κληρονόμο της Α. Τ. του Ζ.. Ο τελευταίος δια του δικογράφου της από 18-5-2017 κλήσης του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του επελθόντος θανάτου της ως άνω αναιρεσίβλητης μητέρας του και ότι υπό την πιο πάνω ιδιότητά του συνεχίζει τη δίκη μετά το θάνατό της.
Ο θάνατος της τελευταίας και η ιδιότητα του παραπάνω ως κληρονόμου της αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...26-9-2017 απόσπασμα της με αριθμ....2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, αντίγραφο του υπ’ αριθμ. πρωτ. .../10-5-2016 πιστοποιητικού πλησιεστέρων συγγενών της θανούσης του Δήμου Κατερίνης και υπ’ αριθμ. .../2-10-2017 πιστοποιητικά του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κατερίνης περί μη δημοσίευσης διαθήκης της θανούσης και μη αποποίησης της κληρονομίας της).
Επομένως, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου, από τις υπ’ αριθμ. ... Ε’ /25 - 7 - 2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Κατερίνης, Ν. Χ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει ο συνεχίζων τη δίκη Α.
Τ. με την πιο πάνω ιδιότητά του, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 13 - 7 - 2012 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 803/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς το αναιρεσείον για να παραστεί κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο τελευταίο (άρθρ.126 παρ.1 εδ.γ’ και 129 παρ.1 ΚΠολΔ).
Όμως, το αναιρεσείον δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α’ και γ’ ΚΠολΔ.).- Kατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ. Α.Π.15/2000).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§ 2 ΚΠολΔ.
Έτσι η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικώς η πρώτη από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι λοιπές από τους αριθμούς 8 ή 14 του ίδιου άρθρου, για να στηρίξουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.
Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούντα μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά τα οικεία μέρη, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή λόγω νομικής και ποσοτικής αοριστίας αλλά δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη και ειδικότερα επειδή για το νόμω βάσιμο αυτής αρκέσθηκε αφενός σε διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που περιέχονται στο πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, και είναι αναγκαία για τη γένεση του επίδικου δικαιώματος κυριότητας, το οποίο εν προκειμένω στηρίζεται στην κληρονομική διαδοχή, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να είχε προηγηθεί και αποδοχή κληρονομίας, και αφετέρου παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν ασαφώς και αφορούν σε στοιχεία που δεν αναφέρονται στην αγωγή, πλην όμως που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, που στηρίζει τους ως άνω αναιρετικούς λόγους, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από το αναιρεσείον-εναγόμενο και εκκαλούν με λόγο έφεσης, αλλά ούτε και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος ότι προτάθηκε με σχετικό λόγο έφεσης τέτοιος ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής.- Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση, ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ., παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ., συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, ο ενάγων να αναφέρει ότι κατέστη κύριος για ορισμένη αιτία, παράγωγη ή πρωτότυπη, και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, ήταν κύριος του ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Αν η αγωγή έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει ο ενάγων, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, να αναφέρει τις πράξεις νομής στο ακίνητο του ίδιου και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνες των δικαιοπαρόχων του, τέτοιες δε πράξεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίσκεψη, η επίβλεψη και εποπτεία του ακινήτου και η εκμίσθωση αυτού σε τρίτους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ότι η ενάγουσα έχει γίνει κυρία, νομέας και κάτοχος των λεπτομερώς κατά θέση, όρια και έκταση περιγραφόμενων επίδικων ακινήτων (διώροφης οικοδομής με διαμέρισμα εμβαδού 57 τ.μ., και ποσοστού 19/32 εξ αδιαιρέτου ενός ισόγειου καταστήματος εμβαδού 66,24 τ.μ.
και υπόγειου αποθηκευτικού χώρου εμβαδού 50.50 τ.μ.), που βρίσκονται επί οικοπέδου, κείμενου επί της διασταύρωσης των οδών ... του Δήμου Κατερίνης, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αναφέροντας με σαφήνεια στην αγωγή τις εμφανείς πράξεις νομής, που η ίδια και οι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν σ’ αυτό.
Επομένως, το δικόγραφο αυτό, που περιέχει και αίτημα αναγνωρίσεως της κυριότητας της ενάγουσας επί των επίδικων ακινήτων και ως βάση έχει την κτήση της κυριότητας από την τελευταία με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατόπιν διαδοχικής άσκησης πράξεων νομής με διάνοια κυρίου τόσο απ’ αυτήν, όσο και από τους δικαιοπαρόχους της, συνεχώς επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, κατά τα ειδικότερον σ’ αυτήν εκτιθέμενα, πληροί τους όρους του άρθρου 216 του ΚΠολΔ σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την άσκησή της κατά του εναγόμενου - αναιρεσείοντος και τον τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτής (ενάγουσας) επ’ αυτών, αφού περιείχε τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτών.
Ενόψει τούτων, το Εφετείο, μη απορρίπτοντας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας επί των επιδίκων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, το οποίο είχε προτείνει το αναιρεσείον, με λόγο έφεσης, στο πιο πάνω Δικαστήριο, γι’ αυτό και ο πρώτος, κατά το τελευταίο μέρος του και κατ’ ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ., πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1923, 1935, 1936, 1940 και 1941 του Α.Κ., σε περίπτωση συστάσεως κληρονομικού καταπιστεύματος, ο καταπιστευματοδόχος καθίσταται αληθής κληρονόμος και καθολικός διάδοχος του κληρονομούμενου διαθέτη μετά την επαγωγή σ’ αυτόν της κληρονομίας, η οποία γίνεται με την επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου, από το οποίο όρισε ο διαθέτης στη διαθήκη ότι θα περιέλθει στον καταπιστευματοδόχο η κληρονομία, ενώ πριν από την επαγωγή σ’ αυτόν της κληρονομίας ο καταπιστευματοδόχος έχει, ως δικαιούχος υπό αναβλητική αίρεση, δικαίωμα προσδοκίας για το ότι θα περιέλθει σ’ αυτόν η κληρονομία και συνεπώς δεν έχει ακόμη αποκτήσει την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου του κληρονομουμένου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιον από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός δεν αρκεί να μνημονεύονται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών και οι παραδοχές της απόφασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού αλλά πρέπει να εκτίθεται και σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα της απόφασης, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996).
Διαφορετικά, ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος, η δε αοριστία αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή των προτάσεων του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί των επιδίκων από τον Α. Π. για το χρονικό διάστημα από το 1978 έως το 1990, χρόνο θανάτου του, ήτοι καθ’ ον χρόνο βαρύνετο με το καταπίστευμα, που τον υποχρέωσε ως κληρονόμο της η διαθέτιδα Ε.
Π., με την καταλειφθείσα υπ’ αριθμ. .../6-4-1976 δημόσια διαθήκη της, συνταχθείσα ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου Κατερίνης Μ. Δ., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Κατερίνης, και προσμέτρησε το ως άνω χρονικό διάστημα στο χρόνο άσκησης της νομής στη συνέχεια από την ενάγουσα, ήτοι μέχρι το 2006, ώστε η τελευταία να αναγνωρισθεί κυρία των επιδίκων, ενώ με το θάνατό του περιέρχονται στο αναιρεσείον και έτσι ο χρόνος αυτός δεν λογίζεται ως χρόνος άσκησης νομής, είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο και παραδεκτό, του λόγου αυτού, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που θεμελίωσαν την κρίση του Εφετείου για το βάσιμο της αγωγής και σε τι συνίσταται το σφάλμα αυτής περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων περί καταπιστεύματος, των οποίων ισχυρίζεται ότι παραβίασε το Δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. - Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ. (Ολ.Α.Π.2/2008).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα από το αναιρεσείον αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού του περί κυριότητας αυτού επί των επίδικων ακινήτων, ασκουμένης από το 1967, βάσει της ως άνω υπ’ αριθμ. .../6-4-1976 δημόσιας διαθήκης της Ε.
Π. και ειδικότερα: 1) Η εν λόγω διαθήκη και το υπ’ αριθμ.66/26-5-1977 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης περί δημοσιεύσεώς της. 2) Η από 1-6-2006 εξώδικη πρόσκληση- διαμαρτυρία του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε στην αντίδικό του και στον Α. Π. με τις υπ’ αριθμ. ... /2-6-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης Σ.
Γ., αντίστοιχα, καθώς και νεότερη το 2007 προς την ενάγουσα. 3) Η υπ’ αριθμ. .../31-1-2007 αποδοχή κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε. Λ., που μεταγράφηκε στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης. Και 4) Το από 1-12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσης ποσοστών στον Π. Α.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα με αριθμό 148/2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, καθώς και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Κατά τα λοιπά, ο ως άνω, τρίτος, λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι με αυτούς προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της.
Το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2012 αίτηση του ιδρύματος με την επωνυμία ‘ ‘ Εκκλησιαστικό Γηροκομείο της Ιεράς Μητροπόλεως ... και ... Ν.Π.Ι.Δ.’ ‘ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 803/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ