2048/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την 27/3/2000 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε παρέμβαση της αναιρεσιβλήτου και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 528/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3827/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2007 αίτησή του και τους από 12/2/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated2048/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Εξάλλου, με τον ν. 1665/1986 (ΦΕΚ A` 194) "συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως.
Full text
Απόφαση 2048 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2048/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ., φορέα της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "Γ. Τ." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Πούλιου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", πρώην "ΑΛΦΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" όπως μετονομάστηκε η Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Α.Ε." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μπουρνέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την 27/3/2000 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε παρέμβαση της αναιρεσιβλήτου και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 528/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3827/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2007 αίτησή του και τους από 12/2/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 4/3/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 4/2005). Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Εξάλλου, με τον ν. 1665/1986 (ΦΕΚ A` 194) "συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως.
Με τον όρο αυτό αποδόθηκε στα ελληνικά ο διεθνώς γνωστός όρος "Leasing", ένας σύγχρονος οικονομικονομικός θεσμός. Με τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του νόμου αυτού, όπως τα τρία πρώτα από αυτά ισχύουν μετά την αντικατάσταση ή τη συμπλήρωση τους με το άρθρο 11 §§ 1 έως 6 του ν. 2367/1995, ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, για τη σύναψη της οποίας απαιτείται έγγραφο ως συστατικός τύπος, η εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών και μετά από ειδική άδεια της τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, υποχρεούται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση πράγματος κινητού ή ακινήτου ή και των δύο μαζί που προορίζεται αποκλειστικά για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της, παρέχοντας στον αντισυμβαλλόμενό της συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να ορίσουν ότι το δικαίωμα της αγοράς μπορεί να ασκηθεί και πριν από τη λήξη του χρόνου της μισθώσεως. Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μισθώσεως είναι πάντοτε ορισμένη και δεν μπορεί να συμφωνηθεί μικρότερη από τρία έτη για τα κινητά. Με το θεσμό της χρηματοδοτικής μισθώσεως δημιουργήθηκε μία νέα μορφή οικονομικής δραστηριότητας, κατά την οποία ένας κεφαλαιούχος διαθέτει κεφάλαια για την απόκτηση ορισμένων αγαθών, τα οποία στη συνέχεια εκμισθώνει φροντίζοντας μάλιστα, ώστε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους να καθοριστούν από αυτόν που θα τα χρησιμοποιήσει, δηλαδή από τον μελλοντικό μισθωτή, ο οποίος έτσι θα αποκτήσει τη χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας για το επάγγελμα ή την επιχείρησή του, επιλογής του ιδίου, χωρίς να προβεί στην άμεση εκταμίευση σημαντικών κεφαλαίων για την απόκτησή τους.
Συνήθως, η εκμισθώτρια εταιρεία αγοράζει χάριν του μισθωτή το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος μισθωτής, καθισταμένη ουσιαστικώς οικονομική κυρία αυτού χωρίς όμως να έχει το πράγμα στην κατοχή της ή να ενδιαφέρεται να το αποκτήσει, ενόψει του ότι αυτή (εκμισθώτρια) ενδιαφέρεται μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου και του κέρδους της που λαμβάνει χώρα με το μίσθωμα σε αντίθεση προς τη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 επ.
ΑΚ), όπου το πράγμα προϋπάρχει στην κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος το απέκτησε, το χρησιμοποιεί και το διαθέτει για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του (βλ. ΑΠ 731/2007, Απόστολος Γεωργιάδης: Η χρηματοδοτική μίσθωση, ΝοΒ 35. 1522, Παπαποστόλου Ζητήματα από το ν. 1665/1986, για τη χρηματοδοτική μίσθωση Leasing, ΝοΒ 36.1563,).
Η κατά τα άνω σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως δεν είναι απλή σύμβαση μισθώσεως πράγματος (άρθρα 574-618 ΑΚ), όπως το όνομα της αφήνει να νομιστεί, αλλά σύνθετη ή μεικτή σύμβαση η οποία έχει στοιχεία: α) συμβάσεως μισθώσεως, παραλλαγμένης όμως σε πολλά σημεία από τον τύπο που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ.
ΑΚ, β) συμβάσεως εντολής, με την οποία η εκμισθώτρια εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της συμβάσεως πωλήσεως, την οποία θα καταρτίσει η εκμισθώτρια με τον προμηθευτή, γ) συμβάσεως εκχωρήσεως (455 επ. ΑΚ) με την οποία η εκμισθώτρια εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πωλήσεως στον μισθωτή, ώστε να μπορεί εκείνος, ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις ως δικαιούχος να εξαναγκάζει τον προμηθευτή -πωλητή σε τήρηση των υποχρεώσεων του και δ) συμφώνου προαιρέσεως, με το οποίο παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα με μονομερή δήλωσή του είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα) είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Ειδικότερα, όσον αφορά το τρίτο (γ) από τα ως άνω στοιχεία στην εν λόγω σύμβαση περιλαμβάνεται συνήθως και εκχώρηση από την εταιρεία Leasing (εκμισθώτρια) προς τον μισθωτή των απαιτήσεων που αυτή έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πωλήσεως. Πρόκειται για εκχώρηση συγκεκριμένων απαιτήσεων οι οποίες πρέπει να προσδιορίζονται (λόγω υπάρξεως ελαττωμάτων ή ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων) και όχι για μεταβίβαση ολόκληρου του συμβατικού δεσμού.
Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ως άνω νόμου (1665/1986), όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 3483/2006, "ο μισθωτής οφείλει να διατηρεί ασφαλισμένο το πράγμα κατά του κινδύνου τυχαίας καταστροφής ή χειροτέρευσής του σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η δε σύμβαση ασφάλισης μπορεί να συνομολογηθεί με ρήτρα συναλλάγματος, όταν η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης περιέχει τέτοια ρήτρα σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου τούτου".
Κατόπιν αυτών, στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, ενόψει της προαναφερθείσης λειτουργίας της, η ευθύνη του μισθωτή ως προς το πράγμα και την κατανομή των κινδύνων σε βάρος του ρυθμίζονται κατά τρόπο που προσιδιάζει στη σύμβαση πώλησης και όχι στη σύμβαση μίσθωσης πράγματος. Οι κίνδυνοι, τους οποίους συνήθως φέρει ο ιδιοκτήτης του πράγματος, μετατοπίζονται με τη χρηματοδοτική μίσθωση στο μισθωτή, η νομική θέση του οποίου, σχετικά με την ευθύνη για το πράγμα, ομοιάζει με αυτήν του αγοραστή, ο οποίος έχει αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος (ΑΠ 1661/2007).
Ο εκμισθωτής φέρει απλώς τον κίνδυνο της χρηματοδότησης, δηλαδή τον κίνδυνο τυχόν αδυναμίας του μισθωτή να πληρώσει το μίσθωμα. Έτσι, υποχρέωση του μισθωτή σε περίπτωση καταστροφής του μισθίου, είναι να πληρώσει τα απομένοντα μισθώματα στην εταιρία και όχι να την αποζημιώσει με την τότε αξία του πράγματος, πράγμα που δικαιολογείται από το χρηματοδοτικό χαρακτήρα της συναλλαγής αυτής (βλ.
Απ. Γεωργιάδης, Νέες Μορφές Συμβάσεων της Σύγχρονης Οικονομίας, εκδ. 1995, IV σελ. 78-90, Παν. Μάζης, Η Χρηματοδοτική Μίσθωση, εκδ. 2η, αριθ. 148, σελ. 138-139, Νικ. Παπαποστόλου σε ΝοΒ 36.1566). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 189, 193 και 196 ΕμπΝ (όπως ίσχυαν πριν από εισαγωγή του ν. 2496/1997 "περί ασφαλιστικών συμβάσεων"), στοιχείο της ασφαλιστικής σύμβασης είναι και το ασφαλιστικό συμφέρον, δηλαδή ο οικονομικός δεσμός μεταξύ του προσώπου και του πράγματος, ώστε η ζημία ή καταστροφή του πράγματος να έχει ως αποτέλεσμα την περιουσιακή ζημία του προσώπου, της ζημίας δε αυτής επιδιώκεται με τη σύμβαση ασφάλισης η αποκατάσταση.
Υποκείμενο του ασφαλιστικού συμφέροντος είναι πρωτίστως ο κύριος του ασφαλιζομένου αγαθού και γίνεται μνεία του ονόματος αυτού στη σύμβαση ασφάλισης. Μπορεί η σύμβαση να συνάπτεται για λογαριασμό του κυρίου του ασφαλιζομένου αγαθού από άλλον, όπως μπορεί επίσης να συνάπτεται για λογαριασμό όποιου ανήκει (άρθρο 193 ΕμπΝ), οπότε φορέας του ασφαλιστικού συμφέροντος είναι ο κύριος του αγαθού κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου.
Αν όμως στο ασφαλιστήριο δεν δηλώνεται ότι η ασφάλιση συνομολογείται για λογαριασμό άλλου ή για λογαριασμό όποιου ανήκει, θεωρείται ότι συνομολογείται για λογαριασμό αυτού που ενεργεί την ασφάλιση. Έτσι, στα πλαίσια της χρηματοδοτικής μίσθωσης το ασφαλιστικό συμφέρον μπορεί να αποβλέπει στην εξασφάλιση αντικατάστασης από τον εκμισθωτή του εκμισθωθέντος πράγματος ως κεφαλαιουχικού αγαθού, με την σύναψη δε της ασφαλιστικής σύμβασης να επιχειρείται η κάλυψη του κινδύνου της αδυναμίας του μισθωτή να πληρώσει το μίσθωμα στον εκμισθωτή σε περίπτωση καταστροφής ή απώλειας του πράγματος, του οποίου ο τελευταίος από οικονομικής απόψεως είναι κύριος, ώστε με την είσπραξη του ασφαλίσματος να αντικαταστήσει το πράγμα.
Ενόψει δε αυτού, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), είναι επιτρεπτή η συμφωνία των συμβαλλομένων στη χρηματοδοτική μίσθωση, ο εκμισθωτής να ασφαλίσει το πράγμα για τον κίνδυνο της καταστροφής ή απώλειας αυτού, ο δε μισθωτής να καταβάλει τα ασφάλιστρα, δικαιούχος όμως του ασφαλίσματος να είναι ο εκμισθωτής.
Εφόσον δε καταρτισθεί μια τέτοια ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλιστής οφείλει να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση στην περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιζομένου κινδύνου, στην ασφαλισμένη εκμισθώτρια της χρηματοδοτικής μίσθωσης εταιρία, δεν έχει δε το δικαίωμα να επιδιώξει αυτήν από τον ασφαλιστή και ο μισθωτής, έστω κι αν η ιδιότητά του στη χρηματοδοτική μίσθωση προσομοιάζει με αυτή του αγοραστή του πράγματος, αφού η ασφαλιστική σύμβαση δεν καταρτίζεται για λογαριασμό του από την εκμισθώτρια εταιρία, ο τελευταίος δε μπορεί να επιδιώξει το συμψηφισμό των υπόλοιπων οφειλόμενων μισθωμάτων με την ασφαλιστική αποζημίωση εφόσον αυτή υπερκαλύπτει την αντικατάσταση του πράγματος ή ακόμη να διεκδικήσει το υπερβάλλον από την εκμισθώτρια εταιρία.
Ακόμη, όπως προκύπτει από τα άρθρα 455, 460 και 461 ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση εκχώρησης να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Ο εκδοχέας δεν αποκτά απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι` αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν από την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση άφεσής του (ΑΠ 1216/1995 ).
Μόνο δε μετά την αναγγελία της εκχωρηθείσας απαίτησης, αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη προς τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται από τον αναγγείλαντα εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης, δικαιούμενος να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη αυτής από τον εκχωρηθέντα οφειλέτη, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο στον εκδοχέα ως αποκλειστικό δικαιούχο και όχι στον εκχωρητή και ότι το δικαίωμα αυτό του εκδοχέα προς είσπραξη της απαίτησης δεν επηρεάζεται καθόλου από την τυχόν καταβολή της εκχωρηθείσας απαίτησης από τον εκχωρηθέντα οφειλέτη στον εκχωρητή ή τρίτον δανειστή αυτού (Μπαλής, Ενοχικόν Δίκαιον παρ. 157 αριθ. 8), αφού, μετά την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα στον οποίο μεταβιβάζονται όλα τα δικαιώματα, κύρια και παρεπόμενα, σχετικά με την εκχωρηθείσα απαίτηση, και μόνο αυτός έκτοτε νομιμοποιείται να επιδιώξει την είσπραξή της (ΑΠ 711/1986).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3827/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα,: "Στις 11-10-1993 ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), με την 700-7461 χρηματοδοτική σύμβαση (leasing), μίσθωσε από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΚΓΚ Α.Ε.
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" (εναγομένη πρωτοδίκως, δεν είναι διάδικος πλέον) μια αυτόματη μηχανή παραγωγής μονωτικών πλακών, της εταιρίας ERLENBACH, τύπου BHW-0 134/60/1, η οποία ήταν συνδεδεμένη με μία μηχανή αποχωρισμού-σώρευσης των παραγομένων αντικειμένων, αξίας 23.364.948 δραχμών. Στο άρθρο 11 της παραπάνω σύμβασης συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτής υποχρεούται να ασφαλίσει τη μηχανή για κάθε κίνδυνο, με έξοδά του, για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, σε ασφαλιστική εταιρία της απόλυτης εκλογής του εκμισθωτή.
Στην παρ. 5 του παραπάνω άρθρου προβλεπόταν ότι, σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου, ο εκμισθωτής θα μπορούσε, κατά την απόλυτη κρίση του, να χρησιμοποιήσει το ασφάλισμα είτε για να καλύψει τα έξοδα αντικαταστάσεως ή επισκευής του εξοπλισμού, είτε τις οφειλές του μισθωτή, είτε για να αποζημιώσει κάθε τρίτο που υπέστη ζημίες και ότι αν υπήρχε υπόλοιπο, αυτό θα επιστρεφόταν στο μισθωτή.
Περαιτέρω, στην πρόσθετη πράξη της παραπάνω σύμβασης αποσαφηνίσθηκε ότι η ασφάλιση του εξοπλισμού θα γινόταν στην ασφαλιστική εταιρία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ" με τους όρους του παραπάνω άρθρου 11 της σύμβασης, ο δε μισθωτής (ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων) ήταν υποχρεωμένος να εξοφλεί τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική εταιρία (εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη).
Σε εκτέλεση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο ενάγων τοποθέτησε τη μηχανή στη βιοτεχνία του, που βρίσκεται στο 6,5ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης-Λαγκαδά, στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, η δε πρώτη εναγομένη πρωτόδικα εταιρία "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε." συνήψε με την εναγομένη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Α.Ε.", που στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε "ΑΛΦΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Α.Ε." την 363154 ασφαλιστική σύμβαση, για το χρονικό διάστημα από 31-1-1996 έως 31-1-1997, με την οποία ασφάλισε τον εξοπλισμό που φυλασσόταν στη βιοτεχνία του ενάγοντος, εκτός των άλλων, και κατά του κινδύνου πυρός, για ποσό 18.900.000 δραχμών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλισμένος φέρεται η εταιρία "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε.", ενώ αναγράφεται ότι, κατά δήλωση της εταιρίας αυτής, τα ασφάλιστρα θα καταβάλονταν από τον ενάγοντα και ότι, σε περίπτωση μη καταβολής των ασφαλίστρων από αυτόν, θα τα κατέβαλε η ανωτέρω εταιρία χωρίς καμία αντίρρηση.
Τα παραπάνω συνάδουν απόλυτα με την αναγραφή στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο σαν ασφαλισμένης της χρηματοδοτικής εκμισθώτριας "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε." που συνεπάγεται, και μόνον αυτό, εφ' όσον δεν αναγράφεται κάτι άλλο, ασφαλισμένος, λήπτης της ασφάλισης και δικαιούχος του ασφαλίσματος της άνω ασφαλιστικής συμβάσεως να είναι η παραπάνω, ήδη εκτός δίκης, εταιρία "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε.", καθώς, κατ' άρθρο 193 ΕμπΝ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 2496/1997, που έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση ενόψει του χρόνου κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης και της γένεσης της αγωγικής αξίωσης, "εάν εν τω ασφαλιστηρίω δεν δηλούται ότι η ασφάλισις συνομολογείται διά λογαριασμόν ούτινος ανήκει, θεωρείται συνομολογηθείσα διά λογαριασμόν του ενεργούντος την ασφάλισιν".
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 9-9-1996 και ώρα 09:45', ξέσπασε πυρκαγιά στη βιοτεχνία του ενάγοντος, εξ αιτίας βραχυκυκλώματος, με αποτέλεσμα η επίδικη μηχανή να καταστραφεί ολοσχερώς, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 9-9-1996 έκθεση απλής αυτοψίας και την από 10-9-1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της επιτροπής πραγματογνωμόνων του ανακριτικού γραφείου της Δ/νσης Π.Υ.
Θεσσαλονίκης. Στις 29-7-1997 η δεύτερη εναγομένη εταιρία αναγνώρισε την οφειλή της και κατέβαλε στην εταιρία "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε.", με την οποία είχε συνάψει την ως άνω ασφαλιστική σύμβαση και ήταν δικαιούχος του ασφαλίσματος κατά τα ανωτέρω, το ποσό των 4.000.000 δραχμών (σχετ. η προσκομιζόμενη με αριθμό 1894/29-7-97 απόδειξη πληρωμής αποζημιώσεως της εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Α.Ε."), ενέργεια απόλυτα σύμφωνη με το προαναφερθέν άρθρο 11 παρ. 5 της συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, όπου προβλεπόταν ότι το ασφάλισμα θα έπαιρνε ο εκμισθωτής, δηλ.
η "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε.", προκειμένου να καλύψει τα έξοδα της αντικαταστάσεως του εξοπλισμού. Τόσο από την ερμηνεία της χρηματοδοτικής σύμβασης, τη σύμφωνη με την καλή πίστη, χωρίς καμία προσήλωση στο γράμμα, βάσει των όσων προέκυψαν παραπάνω, όσο και από τα ίδια συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173, 200 ΑΚ), στα πλαίσια των οποίων, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι καθολικό συναλλακτικό φαινόμενο στις χρηματοδοτικές μισθώσεις ο εκμισθωτής να υποχρεώνει συμβατικά το μισθωτή σε ασφάλιση του εκμισθωμένου αντικειμένου υπέρ του πρώτου, η παραπάνω ενέργεια της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας αναδεικνύεται απόλυτα σύμφωνη με τη σύμβαση.
Το ότι στη συνέχεια, στις 9-7-1998, ο ενάγων κατέβαλε στην εκμισθώτρια εταιρία το ποσό των 13.436.672 δραχμών, που αποτελούσε το σύνολο των οφειλομένων από αυτόν μισθωμάτων προς την ανωτέρω εταιρία, ούτε αυτοδίκαια συνάγεται, ούτε προκύπτει να είχε συμφωνηθεί να συνδέεται με εκχώρηση εκ μέρους της τελευταίας στον πρώτο των αξιώσεών της από την ασφαλιστική σύμβαση".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή του, με την οποία επεδιώκετο να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει το ασφάλισμα, σύμφωνα με την προρρηθείσα ασφαλιστική σύμβαση, λόγω επελεύσεως του ασφαλιζομένου κινδύνου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 193 ΕμπΝ, όπως ίσχυε πριν από εισαγωγή του ν. 2496/1997 "περί ασφαλιστικών συμβάσεων" και είχε εφαρμογή εν προκειμένω, ούτε όμως παραβίασε με το να μην εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 455, 460 και 461 ΑΚ, καθόσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως προς την πρώτη των άνω διατάξεων δεν πληρούσαν το πραγματικό της συμβάσεως ασφαλίσεως που καταρτίζεται για λογαριασμό όποιου ανήκει (άρθρο 193 ΕμπΝ), οπότε φορέας του ασφαλιστικού συμφέροντος είναι ο κύριος του αγαθού κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ενώ ως προς αυτές του Αστικού Κώδικα περί εγχωρήσεως απαιτήσεως, δεν πληρούνταν το πραγματικό και των διατάξεων αυτών με μόνο το γεγονός ότι η άνω ασφαλιστική σύμβαση είχε καταρτισθεί στα πλαίσια και προς εξασφάλιση του εκμισθούμενου πράγματος με την κύρια σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, και την καταβολή του συνόλου των οφειλομένων μισθωμάτων από το μισθωτή, αλλά και στην περίπτωση αυτή ήταν αναγκαίο για να υπάρξει εγχώρηση του ασφαλίσματος να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τις εν λόγω διατάξεις, με αναγγελία μάλιστα της εγχώρησης της απαιτήσεως πριν την καταβολή αυτής από τον οφειλέτη στο δανειστή.
Εξάλλου, το άνω ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο μετά από ερμηνεία της συμβάσεως της χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, κατά το οποίο "είναι καθολικό συναλλακτικό φαινόμενο στις χρηματοδοτικές μισθώσεις ο εκμισθωτής να υποχρεώνει συμβατικά το μισθωτή σε ασφάλιση του εκμισθωμένου αντικειμένου υπέρ του πρώτου", είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, με την ερμηνεία δε αυτή δεν παρεβίασε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και αυτός των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμος. Όμοια απορριπτέος ως αβάσιμος ελέγχεται ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. 8 δ' και ε'), με τον οποίο υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 11γ'του ίδιου άρθρου, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Α.Ε.", η οποία περιέχεται στην από 8-12-1998 δήλωσή της προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία της γνωρίζει την καταβολή εκ μέρους αυτού του συνόλου των οφειλομένων μισθωμάτων και από την οποία συνάγεται αναγγελία εγχωρήσεως της απαιτήσεως από το ασφάλισμα της άνω εταιρίας προς αυτόν (αναιρεσείοντα), καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, τα ανωτέρω δεν συνιστούν εγχώρηση απαιτήσεως υπό την προεκτεθείσα έννοια, πέραν του ότι, η επικαλούμενη κατά τα άνω εξώδικη ομολογία, ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ασφάλισμα κατεβλήθη στην άνω χρηματοδοτική εταιρία στις 29-7-1997, και επομένως, η όποια εγχώρηση αυτού στον αναιρεσείοντα μετά την ημερομηνία αυτή, δεν ήταν δεσμευτική για την αναιρεσίβλητη, η οποία ελευθερώθηκε με την άνω καταβολή του ασφαλίσματος στην ασφαλισμένη σ' αυτήν εταιρία "Leasing".
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (A.Π. 304/2007, Α.Π. 1137/2001, Α.Π. 416/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση, αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα με αριθμό 363154 ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε." και της ήδη αναιρεσίβλητης, και ο εκ του άρθρου 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος λόγος της αναιρέσεως, που προβάλλεται με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (υπό στοιχ. 8β', δεύτερο μέρος), είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναιρέσεως, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση της με αριθμό 363154 ασφαλιστικής σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε." και της ήδη αναιρεσίβλητης, Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατ' ορθή εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με αυτόν πλήττεται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο, και συγκεκριμένα για κακή εκτίμηση του περιεχομένου του και εσφαλμένη ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως που περιέχεται σ' αυτό, με αποτέλεσμα να δεχθεί το Εφετείο, όσα ανωτέρω αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, και όχι ότι αυτός (αναιρεσείων) είναι ο ασφαλισμένος και δικαιούχος του ασφαλίσματος, ως φορέας του ασφαλιστικού συμφέροντος, σύμφωνα με την άνω ασφαλιστική σύμβαση, πέραν του ότι το Εφετείο καταλήγει στο παραπάνω πόρισμα, μετά από τη συνεκτίμηση του εγγράφου αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η από 27-09-2007 αίτηση και οι από 12-02-2009 πρόσθετοι λόγοι του Γ. Τ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3827/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-09-2007 αίτηση και τους από 12-02-2009 πρόσθετους λόγους του Γ. Τ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3827/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ