Legislator Case Law & Legislation
2048/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on easement dispute, upholding lower court's finding of abuse of right.

Case Number 2048/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the final judgment of the Plenary District Court of Kefallinia. The lower court recognized the easement of way as extinguished, ruling that the continued exercise of this right by the appellants constituted an abuse of right contrary to good faith. The Court rejected the appellants' arguments regarding procedural errors and the necessity of the easement, affirming the lower court's factual assessment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 of Law 2664/1998; Art. 560, 561 of the Code of Civil Procedure: An easement of way is extinguished if its continued exercise constitutes an abuse of right, contrary to good faith and the social purpose of the right, and such factual assessments are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
easement of way abuse of right good faith extinguishment of easement appellate review procedural error abuse of litigation

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 of Law 2664/1998
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2048 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2048/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Θεοδωράτο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Γασπαράτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργοστολίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:64/2005 μη οριστική και 57/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-11-2008 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 23-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. 1. Στο άρθρο 6 του Ν. 2664/1998 " Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β' του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου. 2.

Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) ετών.

Για πρόσωπα των δύο τελευταίων κατηγοριών, που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία της πενταετούς κατά τα ως άνω προθεσμίας, η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο διετίας από την οριστική εγκατάσταση τους στην Ελλάδα. Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος που προβλέπει το άρθρο 1 παράγραφος 3.

Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως στον Προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου. Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων όσο και κατά του ειδικού διαδόχου ή των περισσότερο διαδοχικών ειδικών διαδόχων αυτού.

Επί αγωγών που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τηρείται από αυτό, η διαδικασία του άρθρου 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 3. Η αγωγή της παραγράφου 2, όταν αφορά σε ακίνητο "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του όρθρου 9, απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις υπόλοιπες διατάξεις του παραπάνω νόμου και τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 13 του Ν. 2308/1995 "Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου - Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και άλλες διατάξεις" με τη διαδικασία της κτηματογραφήσεως που προβλέφθη από αυτές, αποτυπώνεται απλώς και καταγράφεται η υφιστάμενη κατάσταση των ακινήτων και των επ' αυτών δικαιωμάτων με βάση τις δηλώσεις των ενδιαφερομένων και τις πληροφορίες, που έχουν συλλέγει, χωρίς, πάντως, να κρίνεται με την αποτύπωση και την καταγραφή αυτή το ζήτημα του ιδιοκτήτου των περί ων πρόκειται ακινήτων (πρβλ ΣτΕ 3829-32/1997 Ολομ).

Η διαδικασία, δηλαδή, αυτή, ως εκ της φύσεως των οργάνων στα οποία έχει ανατεθεί η διεκπεραίωση της, δεν υποκαθιστά ούτε αποκλείει τη δικαστική επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών επί των ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής. Οι αμφισβητήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω ακινήτων, οι οποίες ανακύπτουν κατά την κτηματογράφηση ή μετά την περαίωση αυτής, εξ αφορμής πράξεων του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε) και των συγκροτούμενων από τον Ο.Κ.Χ.Ε Επιτροπών Ενστάσεων (Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια) υπάγονται, ως αφορώσες την αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος (ΣτΕ 806 - 7/2006).

Με τον υπό στοιχείο Α, κατά το πρώτο τμήμα του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, πουδίκασε ως Εφετείο και έκανε δεκτή την έφεση τωναναιρεσιβλήτων κατά της 57/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή των τελευταίων κατ' αυτών (αναιρεσειουσών), και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε και κήρυξε αποσβησμένη την πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου των αναιρεσειουσών -εναγομένων και εις βάρος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων -εναγόντων, δεν ήταν καθύλην αρμόδιο να δικάσει την πιο πάνω αγωγή, επειδή, ενόψει του ότι το επίδικο τμήμα ακινήτου είχε κτηματογραφηθεί ως ιδιοκτησία του Δημοσίου, αρμόδιο δικαστήριο ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.2664/1998 και όχι το Ειρηνοδικείο.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, επειδή, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η διαδικασία της κτηματογράφησης δεν υποκαθιστά και δεν αποκλείει τη δικαστική επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών, όπως είναι η επίδικη και, συνεπώς, δεν είναι αποκλειστική η καθιερούμενη με το άρθρο 6 του Ν. 2664/1998 καθύλην αρμοδιότητα.

Επίσης με τον ίδιο ως άνω λόγο κατά το δεύτερο τμήμα του, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απευθυνθεί και κατά του Δημοσίου και ότι μη απευθυνθείσα και κατ' αυτού παραβιάστηκαν οι προδιαληφθείσες διατάξεις του Ν. 2664/1998.

Όμως η αιτίαση αυτή είναι αλυσιτελής αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν έχει εφαρμογή ο νόμος αυτός.

ΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 560§3 του Κ.Πολ.Δ., ορίζει ότι "κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση...αν το δικαστήριο...δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ., στην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.

ΑΠ 5/2003, Ολ. ΑΠ 3/1991, 30/19950). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον υπό στοιχείο Α', κατά το τρίτο τμήμα του, από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη 106/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της 57/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή τους που πρόβαλλαν για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχτηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ αρμόδιο καθ' ύλην σε πρώτο βαθμό ήταν το εν λόγω Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο).

Όμως η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση απαιτείται κυριότητα εκείνου που μεταβιβάζει κατά το χρόνο μεταγραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου, συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος για τη μετάθεση της κυριότητας, η συμφωνία πρέπει να γίνει για κάποια νόμιμη αιτία (τέτοια είναι και η γονική παροχή) και ακόμη η ανωτέρω συμφωνία να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί το τελευταίο.

Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ., η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωση του.

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200ΑΚ.

Κατά τη διάταξη αυτή, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την απόκτηση της συγκυριότητας του επιδίκου τμήματος ακινήτου (διόδου) από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους με τον αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή τους παράγωγο τρόπο (μεταβίβαση της κυριότητας με σύμβαση), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά την ψιλή μόνο κυριότητα, ενός ακινήτου, έκτασης 285,79 τ.μ.

που βρίσκεται εντός της πόλης του ..., στο με αριθμό 254 οικοδομικό τετράγωνο και το οποίο (ακίνητο) συνορεύει βόρεια με την οδό ..., ανατολικά με το 4° δημοτικό σχολείο, νότια με ιδιοκτησία ... και δυτικά με την οδό .... Εντός του ακινήτου αυτού, βρίσκεται κτισμένη μία διώροφος οικία αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο.

Δυνάμει της υπ'αριθμ. 13179/1994 πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Νίκης Κυριακάτου Ρασσιά, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο 278 και με αριθμό 2, ολόκληρο το προπεριγραφέν ακίνητο, μετά της επ'αυτου οικοδομής, υπήχθη στις διατάξεις του νόμου περί οριζοντίου ιδιοκτησίας και συστήθηκαν οι αμέσως κατωτέρω περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, την κυριότητα των οποίων απέκτησαν οι ενάγοντες ως εξής:

Η πρώτη των εναγόντων έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της, κατά την ψιλή μόνο κυριότητα, την οριζόντια ιδιοκτησία, υπό στοιχ. 1-1, εμβαδού 76 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ακινήτου 163/1000, που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο, της διωρόφου οικοδομής και η οποία (οριζόντιος ιδιοκτησία), συνορεύει γύρωθεν με την οδό ..., με το 4ο Δημοτικό σχολείο, με ιδιοκτησία ...

και δυτικά με υπόγειο της ίδιας ως άνω οικοδομής. Η οριζόντιος αυτή ιδιοκτησία, περιήλθε στην κυριότητα της πρώτης ενάγουσας, κατά την ψιλή μόνο κυριότητα, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής, της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Νίκης Κυριακάτου, το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο 278 και με αριθμό 3.

Ο δεύτερος των εναγόντων, είναι αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος της οριζοντίου ιδιοκτησίας, υπό στοιχ. Ι-3 του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, η οποία έχει εμβαδόν, 123,150 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 265/1000, και η οποία συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης, με την οδό ..., με το 4° Δημοτικό Σχολείο, με ιδιοκτησία, ...

και με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου επί του οποίου είναι κτισμένη η ως άνω διώροφος οικοδομή. Στον δεύτερο των εναγόντων η προπεριγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία, περιήλθε, κατά την - ψιλή μόνο κυριότητα, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής, της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Νίκης Κυριακάτου-Ρασσιά, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο 278 και με αριθμό 4.

Ο τρίτος των εναγόντων είναι αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος του μέλλοντος να ανεγερθεί δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου, συνολικού εμβαδού 220,76 τ.μ., υπό στοιχ. Ι-4, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 475/1000 που συνορεύει, κατά την πράξη σύστασης, με την οδό ..., με το 4° Δημοτικό σχολείο, με ιδιοκτησία, ...

και με οδό .... Ο τρίτος των εναγόντων, κατέστη αποκλειστικός κύριος, κατά την ψιλή μόνο κυριότητα, του ως άνω περιγραφόμενου μέλλοντος να ανεγερθεί ορόφου, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Νίκης Κυριακάτου Ρασσιά, το οποίο (συμβόλαιο) έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο 278 και με αριθμό 170.

Ο παρέχων τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, πατέρας των τριών πρώτων εναγόντων, Ζ, παρακράτησε την επικαρπία εφ'όρου ζωής και μετά δε το θάνατο αυτού, εφ'όρου ζωής της τέταρτης των εναγόντων (συζύγου του). Μετά δε το θάνατο του Ζ η επικαρπία των προπεριγραφόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών περιήλθε στη σύζυγό του (τέταρτη ενάγουσα).

Επιπλέον, οι τρεις πρώτοι των εναγόντων, είναι συγκύριοι συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη ενάγουσα και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος από τους δεύτερο, και τρίτο ενάγοντα, της οριζοντίου ιδιοκτησίας, εμβαδού 45,390 τ.μ., υπό στοιχ. Ι-2 του υπογείου της ως άνω οικοδομής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου, 97/1000 και η οποία συνορεύει με την οδό ..., με 4° Δημοτικό Σχολείο, με ιδιοκτησία ...

και με κοινόχρηστο χώρο. Στους τρεις πρώτους των ενάγονταν, η ως άνω οριζόντιος ιδιοκτησία, υπό στοιχ. Ι-2 είχε περιέλθει κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής του πατέρα των τριών πρώτων και συζύγου της τέταρτης, Ζ, ο οποίος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιάθετοι;

κληρονόμους του και δη τους ενάγοντες. Την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιαία περιουσία, μεταξύ της οποίας και την οριζόντιο ιδιοκτησία υπό στοιχ. Ι-2, αποδέχθηκαν οι ενάγοντες με το υπ'αριθμ. 1499/ 9-2-1999 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Ερυσσού Ελένης Λευτεράτου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο 335 και με αριθμό 40.

Η πρώτη δε των εναγουσών κατέστη συγκυρία του έτερου 1/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ'αριθμ. 13279/19-10-2002 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Παναγάγγελου Καραβιώτη, το οποίο (συμβόλαιο) έχει μεταγραφεί νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών και συγκεκριμένα στον τόμο 414 και με αριθμό 10 και με το οποίο η μητέρα της πρώτης ενάγουσας ( ήτοι τέταρτη ενάγουσα) μεταβίβασε στη θυγατέρα της, λόγω γονικής παροχής, το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί της με στοιχ.

Ι-2 οριζοντίου ιδιοκτησίας, επί της οποίας είχε καταστεί συγκυρία, λόγω κληρονομικής διαδοχής του συζύγου της και πατέρα των τριών πρώτων εναγόντων. Στην αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Ζ, το ως άνω ακίνητο μετά της έτι αυτού διωρόφου οικίας είχε περιέλθει, δυνάμει του υπ'αριθμ. ...

συμβολαίου διανομής της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Νίκης Κυριακάτου-Ρασσιά, το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο 136 και με αριθμό 73".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, (δεν προβάλλεται παραβίαση οποιασδήποτε άλλης διάταξης) χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη αυτή για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος συγκυριότητας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας (1033 ΑΚ).

Ειδικότερα κατά τις σαφείς παραδοχές του Πρωτοδικείου οι τρεις πρώτοι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι κατά ψιλή κυριότητα των στην προσβαλλόμενη απόφαση περιγραφομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών δυνάμει των υπ. αρ. ..., ... και ... συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Κυριακάτου αντίστοιχα ο καθένας, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, λόγω γονικών παροχών από τον πατέρα τους Ζ, ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία αυτών, η οποία μετά το θάνατό του περιήλθε στην τετάρτη ενάγουσα.

Επίσης το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε και ότι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά τα 2/4 η πρώτη και από 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των λοιπών της υπό στοιχείο Ι-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία περιήλθε σ' αυτούς αφενός μεν κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τον ανωτέρω δικαιοπάροχο πατέρα τους, την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα και αφετέρου στην πρώτη ενάγουσα κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής της μητέρας της προς αυτήν. Επομένως, ο υπό στοιχείο Β, κατά το πρώτο τμήμα του, λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου τμήματος ακινήτου (διόδου) και, συνεπώς, με το να δεχθεί ότι αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά (άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ.) στην άσκηση της ένδικης αγωγής υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

V. Κατά το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης ορίζονται στο παραπάνω άρθρο περιοριστικά και, συνεπώς, δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των παραπάνω αποφάσεων για την πλημμέλεια που αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αν προβληθεί τέτοιος λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (σχετ. ΑΠ 600/2007).Επομένως, ο υπό στοιχείο Β, κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτός εκτιμάται, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι είναι απαράδεκτη η ένδικη αγωγή για το λόγο ότι δεν προσκομίστηκε από τους αναιρεσίβλητους-ενάγοντες το κατ' άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2308/1995 κτηματογραφικό απόσπασμα για το ακίνητο που αποτελεί την επίδικη δίοδο, είναι απαράδεκτος.

VI. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκηση του, από την οποία, αντίθετα, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον, επιπρόσθετα, συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά, τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.

ΑΠ 62/1990, Ολ.ΑΠ 56/1990, ΑΠ1129/2002). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ συνάγεται ότι πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού, αποσβήνεται αν η άσκηση αυτής γίνεται απολύτως και διαρκώς αδύνατη, από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει όταν παύει η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, καταρχήν έτσι όπως η εν λόγω ανάγκη έχει αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά τη σύσταση της κι όχι τυχόν νέα ανάγκη, η δε έκλειψη της ως άνω ανάγκης επέρχεται εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος, ή, κατ' άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη, πρέπει δε προς τούτο η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, διότι, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, διατηρείται ακέραιη.

Η συνδρομή όμως του ότι το δεσπόζον έχει καταστεί αυτάρκες σε μεγάλο βαθμό σε συνδυασμό με συνδρομή και άλλων περιστατικών μπορεί να οδηγεί στο να υπερβαίνει προφανώς η άσκηση του δικαιώματος της δουλείας οδού τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε να είναι αυτή η άσκηση, ως καταχρηστική, απαγορευμένη (ΑΠ 28/1999).

Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του δουλεύοντας ακινήτου μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση της καταχρηστικής ασκήσεως της δουλείας από τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου και να ζητήσει την απαγόρευση ασκήσεως της δουλείας στο μέλλον αφού από το άρθρο 281 ΑΚ δεν γίνεται διάκριση ως προς τον δικονομικό τρόπο προβολής από τον θιγόμενο της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τον αντίδικο. (ΑΠ 1037/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού στην αρχή δέχτηκε ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι του αναφερομένου δουλεύοντος ακινήτου και οι εναγόμενοι κύριοι του αναφερομένου δεσπόζοντος ομόρου ακινήτου, στη συνέχεια δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα πιο κάτω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, τόσο σε σχέση με την παραδοχή του ότι η εξακολούθηση άσκησης του δικαιώματος δουλείας διόδου από τις αναιρεσείουσες εναγόμενες ασκείται καταχρηστικά, όσο και σε σχέση με τη συναφή αντίθετη ένσταση των αναιρεσειουσών, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 281 ΑΚ:

Αρχικά η δεύτερη εναγομένη τουλάχιστον από το έτος 1962, οπότε και απέκτησε την επί του αμέσως ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου, κατόπιν δε και η πρώτη εναγομένη από το έτος 1992 (ήτοι μετά και την ως άνω μεταβίβαση του ακινήτου προς αυτήν, κατά την ψιλή μόνο κυριότητα), διέρχονταν και εξακολουθούν να διέρχονται από την επίδικη, εν προκειμένω, εδαφική λωρίδα.

Συγκεκριμένα από εδαφική λωρίδα που βρίσκεται ανατολικά του ακινήτου των εναγόντων και των εναγομένων και η οποία συνορεύει βόρεια με την οδό ..., ανατολικά με το 4° Δημοτικό Σχολείο, νότια με ιδιοκτησία των εναγομένων και δυτικά με ιδιοκτησία εναγόντων, ξεκινά δε από την οδό ... και κατευθυνόμενη από βόρεια προς νότια καταλήγει στο σημείο όπου αρχίζει ο λιθόκτιστος τοίχος των εναγομένων.

Η επίδικη αυτή δίοδος, η οποία είναι τσιμεντοστρωμένη, κυμαινόμενου πλάτους περίπου 1, 50 μ. και μήκους 8 μέτρων, ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων, καθόσον αποτελεί τμήμα του προπεριγραφόμενου ακινήτου τους, έκτασης 285,79 τ.μ., απορριπτόμενων των ισχυρισμών των εναγομένων ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων.

Ειδικότερα, σε όλα τα ως άνω συμβόλαια των εναγόντων, δυνάμει των οποίων οι τελευταίοι απέκτησαν την κυριότητα, το ακίνητο τους περιγράφεται να συνορεύει ανατολικά με το τέταρτο Δημοτικό Σχολείο, γεγονός που καταδεικνύει ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των εναγόντων.

Επιπλέον το ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων επιρρωνύεται και από το, από Φεβρουαρίου 2004, τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου-μηχανικού, ..., το οποίο συντάχθηκε κατ'εντολή και με υπόδειξη των εναγομένων και δυνάμει του οποίου η επίδικη εδαφική λωρίδα αναγράφεται ως ιδιοκτησία ..., αυτοαναιρούμενων συνεπώς των ισχυρισμών των εναγομένων.

Εξάλλου, στο από Δεκεμβρίου 1993 προσαρτημένο στο υπ'αριθμ. 13179/1994 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού-μηχανικού, ..., προφανώς εκ παραδρομής δεν αποτυπώθηκε ξεχωριστά η επίδικη εδαφική λωρίδα, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι με το έτερο τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω τοπογράφου-μηχανικού, που συντάχθηκε την ίδια χρονική περίοδο (Δεκέμβριο 1993) και στο οποίο αποτυπώνεται πλέον η επίδικη εδαφική λωρίδα ( με τα στοιχ.

Β-Β'- Γ'-Γ) ως ιδιοκτησία των εναγόντων, η βόρεια πλευρά του ακινήτου των τελευταίων, υπό στοιχ, Α-Β-Β', παραμένει με μήκος 32,20 μ., όσο δηλαδή και στο από Δεκεμβρίου 1993 τοπογραφικό στο οποίο δεν αποτυπωνόταν η εδαφική λωρίδα (βλ. τα από Δεκεμβρίου 1993, δύο τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού-μηχανικού, ..., που προσκομίζουν οι εναγόμενες).

Άλλωστε, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 27-12-2000 εξώδικης απάντησης των εναγομένων ( που επιδόθηκε στις 19-1-2001, βλ. τις υπ'αριθμ. 9589Β/19-1-2001 και 9588Β/19-1-2001 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή ...), σε προηγηθείσα εξώδικη δήλωση του δεύτερου και της τέταρτης των εναγόντων, ουδέν αναφέρουν οι εναγόμενες περί έλλειψης κυριότητας των εναγόντων επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, περιοριζόμενες μόνο να αναφερθούν στο απολύτως αναγκαίο της διατήρησης της δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου τους.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά η δεύτερη εναγομένη από το έτος 1962, μέχρι και το έτος 1992, οπότε μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ακινήτου της στην πρώτη εναγομένη, ασκούσε με διάνοια οιονεί νομέα το δικαίωμα της πραγματικής δουλείας διέλευσής της από την επίδικη δίοδο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας έχοντας έτσι πολύ πριν το έτος 1992, αποκτήσει το δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία.

Με τη μεταβίβαση συνεπώς της ψιλής κυριότητας του ακινήτου της προς την θυγατέρα της ( το έτος 1992) μεταβιβάστηκε στην τελευταία αυτοδικαίως και η δουλεία διόδου, ασχέτως του γεγονότος ότι δεν ορίστηκε τίποτα σχετικό στη συμβολαιογραφική πράξη. Συγκεκριμένα, από την επίδικη αυτή δίοδο, διέρχονταν (και εξακολουθούν να διέρχονται) οι εναγόμενες, προκειμένου να μεταβαίνουν από την οικία που υπήρχε εντός του προπεριγραφόμενου ακινήτου τους, στην πάροδο ..., όντας ο μοναδικός τρόπος πρόσβασης αυτών, μέχρι και το έτος 2000, σε κοινόχρηστο χώρο και δη στην ως άνω πάροδο.

Ωστόσο, από το έτος 2000 διανοίχτηκε δυτικά του ακινήτου των εναγομένων και σε επαφή με αυτό, η δημοτική οδός .., πλάτους 6 μέτρων. Από το νέο αυτό δημοτικό δρόμο, εξυπηρετείται πλήρως η οικία των εναγομένων και συνεπώς η χρήση της προπεριγραφόμενης επίδικης εδαφικής λωρίδας δεν είναι πλέον αναγκαία για τις εναγόμενες.

Ειδικότερα, εντός του ακινήτου των εναγομένων υφίσταται ισόγειος κατοικία, σε δύο επίπεδα, αποτελούμενη από δύο τμήματα, υπό στοιχ. 11 και 12. Το με στοιχ. 11 ισόγειο τμήμα της οικίας των εναγομένων, που κατασκευάστηκε αρχικώς, μετά τους σεισμούς του έτους 1953, έχει εμβαδόν 20,24 αποτελείται από κουζίνα, δωμάτιο και wc, το οποίο βρίσκεται κάτωθι του ακάλυπτου κλιμακοστασίου που οδηγεί προς το ισόγειο τμήμα, στοιχ.

Ι-2, εμβαδού 62,30 τ.μ. Τα ως άνω περιγραφόμενα τμήματα της οικίας των εναγομένων, τα οποία σημειωτέον δεν έχουν υπαχθεί στο σύστημα των οριζοντίων ιδιοκτησιών, νοούνται εν προκειμένω σαν μια ενιαία κατοικία, επί της οποίας κατασκευάζεται από τις εναγόμενες προσθήκη, με πρόσοψη πλέον στην νεοανοιχθείσα δημοτική οδό ....

Σημειωτέον δε, ότι η υπάρχουσα εντός του ακινήτου των εναγομένων κατοικία, περιγράφεται ως ενιαία, αποτελούμενη από δύο τμήματα και στο υπ' αριθ.5141/1992 συμβόλαιο μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του ακινήτου από την δεύτερη προς την πρώτη εναγομένη. Τα δύο αυτά τμήματα της οικίας των εναγομένων, υπό στοιχ.

Ι-1 και Ι-2 δεν μπορούν να εκληφθούν ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες αλλά σαν ενιαία κατοικία που εμφανίζεται σε δύο επίπεδα. Όπως προαναφέρθηκε, το ισόγειο τμήμα, υπό στοιχ. Ι-1 επικοινωνεί μέσω εξωτερικής σκάλας με το ισόγειο τμήμα υπό στοιχ. Ι-2, το οποίο επικοινωνούσε με τη δυτική πλευρά του ακινήτου των εναγομένων, που αποτελούσε μέχρι και την έναρξη των εργασιών προσθήκης επί της οικίας των εναγομένων, για την οποία θα γίνει ειδικότερη αναφορά κατωτέρω - ακάλυπτο χώρο, οποίος απέκτησε πρόσοψη στην νεοανοιχθείσα, το έτος 2000, οδό ....

Σημειωτέον δε, ότι στο τμήμα του ισογείου υπό στοιχ. Ι-1, κατοικεί η δεύτερη εναγομένη μητέρα της πρώτης εναγομένης, η οποία με το υπ' αριθ. 5141/1992 συμβόλαιο γονικής παροχής, παρακράτησε εφ' όρου ζωής την επικαρπία, παραχώρησε δε στην πρώτη εναγομένη το περιορισμένο εμπράγματο

δικαίωμα της προσωπικής δουλείας της συνοικήσεως. Σε συνέχεια του τμήματος υπό στοιχ. Ι-2 και κατά ένα μικρό σκαλοπάτι ψηλότερα (βλ. την υπ' αριθ. 78/2006 έκθεση αυτοψίας), άρχισε να κατασκευάζεται το έτος 2004, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της έγερσης της υπό κρίση αγωγής, δυνάμει της υπ' αριθ. 459/2004 οικοδομικής αδείας, το υπόγειο της προσθήκης της οικίας των εναγομένων, με πρόσοψη στην οδό ....

Από το υπόγειο της νεόδμητης οικοδομής - προσθήκης των εναγομένων, (προσθήκη, η οποία περιλαμβάνει και ισόγειο όροφο), ξεκινά κλίμακα η οποία καταλήγει στην οδό .... Από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι και το τμήμα υπό στοιχ. 12, είναι δυνατό, με τη δημιουργία ακάλυπτου -κλιμακοστασίου - διαδρόμου επί της προσθήκης που κατασκευάζεται από τις εναγόμενες (προσθήκη με πρόσοψη επί της οδού ...) να επικονωνεί με την νεοναοιχθείσα οδό.

Όπως άλλωστε προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων (βλ. τα υπ' αριθ. 64/2004 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου), η δεύτερη εναγομένη, μέσω της εξωτερικής σκάλας, που ξεκινούσε από το ισόγειο με στοιχ. Ι-1, ανέβαινε στο υπό στοιχ. Ι-2 ισόγειο και από εκεί εξέρχονταν στη δυτική πλευρά του ακινήτου τους, η οποία τώρα πλέον εφάπτεται με τη διανοιχθείσα οδό.

Οι εναγόμενες μπορούν πλέον να εξυπηρετηθούν πλήρως στις ανάγκες επικοινωνίας τους από τη νέα δημοτική οδό, αφού μπορούν να εισέλθουν στην ιδιοκτησία τους με ακώλυτο και αποτελεσματικό τρόπο, απορριπτομένου του σχετικού επικουρικώς προβαλλόμενου ισχυρισμού τους, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, ως ουσία αβάσιμου.

Εξάλλου, οι δαπάνες στις οποίες θα αναγκαστούν να υποβληθούν για τη διαμόρφωση του ως άνω ακάλυπτου - κλιμακοστασίου - διαδρόμου πρόσβασης από τη δημοτική οδό ... προς τα αρχικώς κατασκευασθέντα τμήματα Ι-1 και Ι-2, ανέρχονται στο ύψος των 3.000 ευρώ. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι ενώ κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής το τμήμα της κατοικίας των εναγομένων, υπό στοιχ.

Ι-2, είχε πρόσβαση, κατά τα προαναφερθέντα, στον νεοανοιχθέντα, το έτος 2000, δημοτικό δρόμο, οι εναγόμενες άρχισαν να κατασκευάσουν μετά την έγερση της υπό κρίση αγωγής, την προσθήκη επί της οικίας αυτής, με τρόπο ώστε να μην εξυπηρετείται η πρόσβαση του τμήματος Ι-2 προς την οδό ... ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο καταχρηστικώς.

Η επικαλούμενη δε από τις ίδιες, μετά την κατασκευή της προσθήκης, δυσχέρεια πρόσβασης από τα τμήματα Ι-1 και I-2 προς τη δημοτική οδό ... (δυσχέρεια που σημειωτέον μπορεί να αποκατασταθεί με τη δημιουργία του ακάλυπτου κλιμακοστασίου-διαδρόμου, κόστους μόλις 3.000 ευρώ, κατά τα προλεχθέντα), οφείλεται σε δικές τους ενέργειες και όχι των αντιδίκων τους.

Απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί των εναγομένων, για μεγάλη οικονομική τους επιβάρυνση, από την εκτέλεση εργασιών για τη δημιουργία νέων σωληνώσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, καθόσον, επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, εξακολουθούν να διατηρούνται οι όποιες τυχόν υπάρχουσες εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, που εξυπηρετούν το ακίνητο των εναγομένων, καθόσον η απομάκρυνση των εγκαταστάσεων αυτών δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.

Τέλος δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι με βάση τα ως άνω περιστατικά, εφόσον το δικαίωμα δουλείας διόδου που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, για τις ανάγκες επικοινωνίας του τότε ακινήτου των εναγομένων, και προκειμένου οι τελευταίες να έχουν πρόσβαση στην πάροδο ..., δεν είναι ζωτικής σημασίας για το δεσπόζον ακίνητο τους, αφού πλέον αυτό δεν είναι περίκλειστο, η εξακολούθηση άσκησης του δικαιώματος δουλείας διόδου από τις εναγόμενες, ασκείται καταχρηστικώς και συνακόλουθα απαγορευμένως, δεδομένου ότι αντίκειται στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Τούτο δε γιατί, ενώ η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν ωφελεί πλέον τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου (τις εναγόμενες), ωστόσο συνεπάγεται ζημία για τους συγκύριους του δουλεύοντας ακινήτου (ενάγοντες) οι οποίοι δυσχεραίνονται στο να χρησιμοποιήσουν τον ακάλυπτο χώρο του ακινήτου τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το, ως Εφετείο δίκασαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ως αποσβησμένη την επίδικη δουλεία διόδου, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντίθετη ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων.

Έτσι που αποφάνθηκε το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχθέν ειδικότερα και ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι της επίδικης λωρίδας, νομιμοποιούμενοι έτσι ενεργητικώς στην άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ο δε περί του αντιθέτου υπό στοιχείο Β, κατά το τρίτο τμήμα του, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος.

Τέλος με τον ίδιο αμέσως παραπάνω λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες επικαλούμενες αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, και παραβίαση και των διατάξεων των άρθρων 1132 και 1138 ΑΚ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς να δεχθεί τη βασιμότητα των στις πρωτόδικες προτάσεις τους και στο αναιρετήριο αναφερόμενων πραγματικών περιστατικών από τα οποία προέκυπτε ότι η ένδικη δουλεία διόδου ήταν χρήσιμη και όλως απαραίτητη για το δεσπόζον ακίνητο τους.

Όμως υπό την επίκληση της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), και, συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το τμήμα του αυτό, είναι απαράδεκτος.

VII. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2008 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 106/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Και,

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ