Legislator Case Law & Legislation
2048/2006 AI generated

Appeal dismissed for abuse of right; claim for personal detention of debt fails under international treaty.

Case Number 2048/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision to reject the plaintiff's claim for personal detention of the defendant. The plaintiff sought personal detention of the defendant to secure a debt of 6.8 million drachmas arising from tortious liability. The court found the appeal inadmissible because the alleged abuse of right did not substantially affect the outcome, and the claim for personal detention violated the international treaty on individual and political rights.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1047 para. 1 C.Pol.D.; Art. 11 of the International Covenant on Civil and Political Rights; Art. 281 of the Civil Code: Personal detention for debt is prohibited by international treaty; abuse of right is barred when it contradicts good faith and social purpose.

Keywords

AI generated
personal detention tortious liability abuse of right international treaty good faith principle civil procedure constitutional supremacy

Cited Legislation

AI generated
Art. 1047 para. 1 C.Pol.D.
Art. 11 of the International Covenant on Civil and Political Rights
Art. 281 of the Civil Code
Art. 28 para. 1 of the Constitution
Art. 559 no. 1 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/1989
OLAP 17/1995
OLAP 62/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2048 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2048/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξάκο.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΖΑΦΕΙΡΙΔΗΣ ΑΕ.", που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τριάντο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3497/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8165/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Μαϊου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2006 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται και επί αδικοπραξίας. Επί της αδικοπρακτικής ευθύνης ο οφειλέτης δεν μπορεί να προτείνει ότι η μη εκπλήρωση της εντεύθεν υποχρέωσης του οφείλεται σε αδυναμία και να ζητήσει την απαλλαγή του, σύμφωνα με το άρθρο 11 του "Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωση του με το ν. 2462/1997 αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η εντεύθεν απαλλαγή αναφέρεται αποκλειστικά στις συμβατικές υποχρεώσεις του οφειλέτη και όχι και στις πηγάζουσες από την αδικοπρακτική του ευθύνη.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου του άνω Συμφώνου και αυτής του άρθρου 1047 ΚΠολΔ και των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. Ι, 25 παρ. 3 του Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 2 της Συνθήκης ΕΚ. Από την ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας εξετάζεται από τον Αρειο Πάγο.

κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με αυτή ζητείται η καταψήφιση της αναιρεσείουσας και με προσωπική κράτηση ποσού δραχ. 6.800.000. ως αποζημίωση από αδικοπραξία, προς αποκατάσταση της ζημίας της αναιρεσίβλητης από τις αναφερόμενες στην αγωγή επιταγές που εξέδωσε σε διαταγή της η αναιρεσείουσα εν γνώσει ότι δεν υπήρχε κάλυψη στην πληρώτρια τράπεζα και ως εκ τούτου δεν πληρώθηκαν κατά τη εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή.

Με το να θεωρήσει το Εφετείο ορισμένη και νομικά βάσιμη την αγωγή αυτή, ουδόλως παραβίασε τους ανωτέρω αναφερόμενους νομικούς κανόνες και πρέπει να απορριφθεί ο παρών λόγος της αναιρέσεως, ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Κατά το εδάφιο α' του άρθρου 300 ΑΚ αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Τέτοιο συντρέχον πταίσμα μπορεί να θεωρηθεί, υπό περιστάσεις, ότι υπάρχει και επί λήπτη επιταγής, εν γνώσει του ότι κατά το χρόνο της λήψης της δεν υπήρχαν τα αναγκαία κεφάλαια του εκδότη στην πληρώτρια τράπεζα. Το Εφετείο δέχεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του ότι η αναιρεσίβλητη "δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε ότι οι συγκεκριμένες επιταγές (οι ένδικες), όταν τις έλαβε στην κατοχή της ήταν χωρίς αντίκρυσμα (ακάλυπτες)". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και διέλαβε επί του ζητήματος αυτού πλήρη αιτιολογία.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το παρόν μέρος του, με τον οποίο αποδίδονται στην απόφαση του Εφετείου οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 300 ΑΚ είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα δικαίου, ήτοι για εσφαλµένη ερµηνεία ή εφαρµογή ουσιαστικής διατάξεως ή για έλλειψη νοµίµου βάσεως της αποφάσεως εάν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ιδρύεται µόνο εάν το αποδιδόµενο στην προσβαλλοµένη απόφαση σφάλµα αφορά σε ζητήµατα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέτοιοι ισχυρισµοί είναι εκείνοι που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή στη θεµελίωση ή την κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώµατος που έχει ασκηθεί µε την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν ο σχετικός ισχυρισµός δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλοµένης αποφάσεως, ιδίως αν τα θεµελιωτικά του περιστατικά και αληθή υποτιθέµένα είναι ανεπαρκή για την επέλευση της διαγνωστέας έννοµης συνέπειας (πρβλ.

ΟλΑΠ 2/1989). Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώµατος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονοµικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώµατος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωµα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συµπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγµατική κατάσταση που διαµορφώθηκε κατά το χρονικό διάστηµα που µεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που µεσολάβησαν, χωρίς κατά νόµο να εµποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώµατος, καθιστούν µη ανεκτή τη µεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του µέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δηµιουργήθηκε υπό ορισµένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο µε επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990).

Στην προκείµενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, παραπονείται ότι το Εφετείο με ασαφή, αόριστη και εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αντιδίκου της, τον οποίο ισχυρισμό προέβαλλε και πρωτοδίκως και επανέφερε νομίμως στο Εφετείο και σύγκειται, κατά το αναιρετήριο, από τα εξής περιστατικά:

Οτι η αναιρεσίβλητη ήταν δανείστρια του συζύγου της αναιρεσείουσας και οι ένδικες επιταγές δόθηκαν από την αναιρεσείουσα προς την αναιρεσίβλητη προς εξασφάλιση απαιτήσεως του συζύγου της αναιρεσείουσας. του οποίου η επιχείρηση είχε πτωχεύσει και ότι κατά τη λήψη των εν λόγω επιταγών η αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι δεν υπήρχαν στην τράπεζα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους, Ο ισχυρισμός αυτός κατά το τελευταίο μέρος του κρίθηκε από το Εφετείο ως αναπόδεικτος, όπως εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, κατά τα λοιπά δε και αληθής υποτιθέμενος, δεν στηρίζει το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς. ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του. με το οποίοαποδίδονται στην απόφαση του Εφετείου οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίον παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.05.2004 αίτηση αναιρέσεως της ..... για αναίρεση της 8165/2003 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδοµήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και

Δηµοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ