2047/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2047/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση περιστατικών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2047 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2047/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ζ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καλλία, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.2906/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Π. του Η., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2018 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1152/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η από 30-8-2018 αίτηση (αρ.εκθ. 12/2018) της Ζ. Κ. του Κ., για αναίρεση της απόφασης 2906/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ'ουσίαν, μετά και τη νόμιμη κλήτευση της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία δεν εμφανίστηκε.
II . Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτή, προκειμένου περί καταδικαστικής απόφασης, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Ειδικώς, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επέλευσης ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική απόφαση.
Έτσι, για το αξιόποινο της πράξεως της ψευδούς καταμήνυσης, όπου απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση περιστατικών.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ειδικώς ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι μόνον ορισμένα από αυτά.
Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2906/2017 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, με τριετή αναστολή.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Η εγκαλούσα και νυν πολιτικώς ενάγουσα στις 7-3-2008 προσελήφθη ως σχεδιάστρια ρούχων από την εταιρία με την επωνυμία "...
A.E.B.E.", στη συνέχεια δε μεταφέρθηκε, δυνάμει σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού μεταφοράς προσωπικού, στην εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.". Η εν λόγω επωνυμία της Ο.Ε. τροποποιήθηκε σε "... Ο.Ε.", της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος είναι η νυν κατηγορουμένη. Η συνεργασία της πολιτικώς εναγούσης και της εν λόγω εργοδότριας εταιρίας έως περίπου τα τέλη (Νοέμβριο) του έτους 2011 εξελίχθηκε ομαλά και στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν, λόγω της καθυστερήσεως της καταβολής από την τελευταία προς την πρώτη των νομίμων αποδοχών της, έριδες, οι οποίες απετέλεσαν και την αιτία υποβολής μήνυσης σε βάρος της από την νυν κατηγορουμένη, για την οποία συντάχθηκε και η από 17-4-2012 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, με περιεχόμενο το αναφερόμενο λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως.
Στην εν λόγω ενέργειά της η κατηγορουμένη προέβη καίτοι εγνώριζε την αναλήθεια αυτών, με σκοπό να κινηθεί σε βάρος της πολιτικώς εναγούσης-νυν εγκαλούσης ποινική δίωξη για παράβαση από πλευράς της του άρθρου 17 σε συνδ. με το άρθρο 16 του Ν.146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", η οποία τελικώς, με σχετική διάταξη του αρμοδίου Εισαγγελέα ετέθη στο αρχείο κατ' άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.4198/2013 (λόγω του ύψους της απειλουμένης ποινής).
Η νυν πολιτικώς ενάγουσα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι παρανόμως ιδιοποιήθηκε σχέδια παιδικών ρούχων της άνω εταιρείας και μάλιστα ότι προώθησε αυτά σε ανταγωνιστές αυτής (εταιρίας) για προσωπικό της όφελος. Το γεγονός αυτό ασφαλώς εγνώριζε η κατηγορουμένη, η οποία, επίσης, γνώριζε τη μη καταβολή από πλευράς της εταιρίας της των αποδοχών σ' αυτή (εγκαλούσα) και, για του τρόπου αυτού προσεπάθησε να απαλλαγεί η εταιρία της από αυτή (καταβολή), επισημαινομένου ότι εγνώριζε, επίσης, και τους όρους που διείπαν την μεταξύ τους υφιστάμενη σύμβαση, από την επισκόπηση της οποίας ουδόλως προέκυπτε υποχρέωση της πολιτικώς εναγούσης προς τήρηση εχεμύθειας και διασφάλισης του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πονημάτων της, πέραν του ότι, ουδόλως προέκυψε προώθηση αυτών (σχεδίων), ως προελέχθη, σε ανταγωνιστές της εταιρίας της - Στην εν λόγω κρίση το Δικαστήριο οδηγείται από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως, πέραν της ανωμοτί καταθέσεως της πολιτικώς εναγούσης, των μαρτύρων κατηγορίας (πλην της τρίτης), οι οποίες ενισχύονται και από τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα - Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί από μόνη την κατάθεση της τρίτης μάρτυρος κατηγορίας, η οποία, σημειωτέο, συνεχίζει να παρέχει την εργασία της στην εν λόγω εταιρία, και στην οποία διαφαίνεται προσπάθεια συμπορεύσεως της με τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, οι υπεκφεύγουσες αποκρίσεις της οποίας ενισχύουν παρά αποδυναμώνουν την ανωτέρω κρίση και εν πάσει περιπτώσει έρχονται σε αντίθεση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, στοιχειοθετείται, σε βάρος της κατηγορουμένης η νομοτυπική μορφή της αποδιδομένης σ' αυτήν σχετικής κατηγορίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε, στη συνέχεια ένοχη την κατηγορούμενη του ότι: "στο ..., την 17/4/2012, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλη ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή της γι' αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα, ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Αστυνομικού Τμήματος ..., υπέβαλε προφορική μήνυση σε βάρος της εγκαλούσας Α.
Π. του Π., για την οποία συντάχθηκε η από 17/4/2012 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, και στην οποία, επί λέξει, ανέφερε τα ακόλουθα: "Είμαι ιδιοκτήτρια της εταιρίας "... Ο.Ε", με διακριτικό τίτλο "...", με έδρα το ..., στο .... Σήμερα 17/04/2012 και περί ώρα 08:00, καθώς βρισκόμουν στην εταιρία, και δούλευα σε ένα Η/Υ, αντιλήφτηκα ότι η Π.
Α. του Π. και της Μ., γεν. 16/04/1981 στη …, κατ. ..., με Δ.Α.Τ. ...58, υπάλληλος της εταιρίας μου, είχε παρανόμως ιδιοποιηθεί σχέδια παιδικών ρούχων της εταιρίας μου, και προσπαθούσε να τα προωθήσει σε ανταγωνιστές για προσωπικό της όφελος. Και το συμπεραίνω διότι, στον υπολογιστή που βρισκόμουν, τον χρησιμοποιεί μόνο n εν λόγω υπάλληλος και εντός αυτού βρήκα ένα Φάκελο, ο οποίος περιείχε σχέδια ρούχων, σχεδιασμένα από την εταιρία μας, αλλά με λογότυπο άλλης εταιρίας, και επίσης, επάνω στα σχέδια, υπήρχε το προσωπικό e-mail της υπαλλήλου, πράγμα που δε δικαιολογείται, θεωρώ ότι οι εν λόγω πράξεις έχουν τελεστεί το τελευταίο μήνα μέχρι και τη 12/04/2012.
Άλλο τίποτα δεν έχω να προσθέσω και υπογράψω". Τα ως άνω καταγγελθέντα υπό της κατηγορουμένης ήταν ψευδή και η ίδια τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα ουδέποτε η εγκαλούσα ιδιοποιήθηκε σχέδια παιδικών ρούχων της εδρεύουσας στο ..., εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε", σχέδια δηλαδή που η ίδια η εγκαλούσα είχε σχεδιάσει και ήταν προϊόν δικής της πνευματικής ιδιοκτησίας, ουδέποτε η εγκαλούσα πώλησε σχέδια ρούχων σε ανταγωνίστρια εταιρία για προσωπικό της όφελος, ενώ τα σχέδια ρούχων που αναφέρει η κατηγορουμένη ότι βρήκε στο αρχείο της εγκαλούσας, δεν έγιναν ποτέ παραγωγή, και ουδέποτε κυκλοφόρησαν στην αγορά από ανταγωνίστρια εταιρία.
Στην πράξη της αυτή η κατηγορουμένη προέβη με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθενται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά και οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, χωρίς να παραλείπεται η ειδικότερη αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η από ιδία αντίληψη γνώση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για την αναλήθεια των αναφερόμενων στην ψευδή της μήνυση πραγματικών περιστατικών, καθώς επίσης και ο σκοπός αυτής, που ήταν η ποινική καταδίωξη της πολιτικώς ενάγουσας, για παράβαση των άρθρων 16-17 του Ν. 146/1914 (περί αθεμίτου ανταγωνισμού), η οποία και ετέθη στο αρχείο με διάταξη του αρμοδίου εισαγγελέα.
Αναφέρεται, δηλαδή, στην απόφαση ότι η αληθής αιτία της ψευδούς μήνυσης ήταν οι έριδες που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους από την καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών της εργαζομένης πολιτικώς ενάγουσας στη βιοτεχνία της κατηγορουμένης. Επιπροσθέτως, η καταδίκη της αναιρεσείουσας στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της, μάλιστα και κατ' είδος, στα ληφθέντα υπόψη και συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης να αναφέρει σε ποία συγκεκριμένη απόδειξη στήριξε την κάθε παραδοχή της.
Πέραν αυτών, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ειδική αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία αμφισβητείται η αξιοπιστία της μάρτυρος Σ. Χ., η κατάθεση της οποίας έρχεται σε αντίθεση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-8-2018 (αρ. εκθ. 12/2018) αίτηση της Ζ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 2906/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ