2047/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2047/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2047 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2047/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Μαρκέτο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ι. Κ. του Β., 2. Σ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., 3.Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2008 αγωγή των 1ου και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 15-3-2010 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 54/2013 Εφετείου Κέρκυρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 28-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθμ. ... δ’ και ... δ’ /27-6-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Σ. Μ., που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών και την υπ’ αριθμ. ...20-7-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κερκύρας Χ. Κ. Μ., που είναι διορισμένη στο Πρωτοδικείο Κερκύρας, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28-11-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 54/2013 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τελευταίους (άρθρ.126 παρ.1 εδ.α’ και 128 παρ.4 ΚΠολΔ).
Όμως, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρο τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α’ και γ’ ΚΠολΔ.).- Κατά μεν το άρθρο 369 του Α.Κ., συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, κατά δε το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, στην ανταλλαγή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την πώληση.
Ο καθένας από τους συμβαλλομένους κρίνεται ως πωλητής για την παροχή που τον βαρύνει και ως αγοραστής για την παροχή που απαιτεί. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 9/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π.1/1999). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Ολ.
Α.Π.24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχεται ότι "...κάθε επιμέρους πράξη μεταβίβασης της απολύτου κυριότητας του επίδικου ακινήτου, η οποία έγινε μετά το θάνατο του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, είναι άκυρη, κατ’ άρθρο 174 Α.Κ., λόγω ελλείψεως εγκύρου συστάσεως οροφοκτησίας επ’ αυτού, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα αρχικά και ακολούθως του νόμου 3741/1929 και του Αστικού Κώδικα..,", ακολούθως, όλως αντιφατικώς, αποφαίνεται ότι "το επίδικο ακίνητο απετέλεσε αντικείμενο της αιτούμενης ανταλλαγής ως αυτοτελές και αυθύπαρκτο τμήμα του όλου ενιαίου οικοπέδου, παρά την προηγηθείσα παραδοχή της ότι η λαβούσα χώρα άτυπη διανομή δεν υπήχθη στο καθεστώς της οροφοκτησίας και συνεπώς ούσα απολύτως άκυρη, προβαίνουσα ακολούθως στην όλως ανεπέρειστη νομικά κρίση ότι η συσταθείσα δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1967 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Κερκύρας Μ.
Π. οροφοκτησία, αφορούσε μόνο τον μέλλοντα να ανεγερθεί όροφο και όχι το επίδικο εφ’ ου θα ανεγείρετο, αποκλειομένου του τελευταίου από το καθεστώς της συσταθείσας εγκύρως κατ’ αυτήν οροφοκτησίας", υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., εκ του ότι παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369 και 573 του Α.Κ., αλλά και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα που αφορά τις νόμιμες προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης ανταλλαγής αφορώσες ακίνητο, με αποτέλεσμα να απορρίψει το σχετικό τρίτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο προβλήθηκε ότι η επίμαχη ανταλλαγή ετύγχανε απολύτως άκυρη ως ατύπως καταρτισθείσα και στη συνέχεια το νομοτύπως προβληθέντα ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, κτηθείσης δια εκτάκτου χρησικτησίας.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 54/2013 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1943 απεβίωσε στην Κέρκυρα ο Σ. Κ. του Ο., χωρίς να αφήσει διαθήκη. Στην κληρονομιαία περιουσία του ανωτέρω συμπεριλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και ένα ακίνητο στην θέση "...", εντός του οικισμού του Δ.Δ. ...
του Δήμου …., εμβαδού 550 τ.μ. περίπου, το οποίο συνορεύει βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων ιερέως Σ. Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. του Β., νότια με κεντρικό δρόμο Κέρκυρας - Λευκίμμης και δυτικά με αγροτική οδό. Στο ανωτέρω ακίνητο υπήρχε κτισμένη ισόγεια οικοδομή, εμβαδού 270 τ.μ. περίπου, την οποία ο ανωτέρω χρησιμοποιούσε ως αλευρόμυλο - ελαιοτριβείο - αποθήκη και αποτελείτο από τρεις ξεχωριστούς, πλην συγκοινωνούντες χώρους, καθένας εκ των οποίων εξυπηρετούσε τις ανάγκες της επαγγελματικής δραστηριότητάς του.
Μετά τον θάνατο του ανωτέρω, οι υιοί του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, διένειμαν άτυπα την πατρική περιουσία, έτσι ώστε το ακίνητο αυτό να περιέλθει εξ αδιαιρέτου κατά κυριότητα στα τρία από τα τέκνα του τον Ν., Σ. και Β., οι οποίοι, ακολούθως, προχώρησαν σε περαιτέρω άτυπη διανομή της ανωτέρω οικοδομής, διανέμοντας τους επί μέρους χώρους αυτής, έτσι ώστε ο Σπυρίδων να λάβει το δεξιό τμήμα της, όπου ήταν εγκατεστημένο το ελαιοτριβείο, ο Β.
το κεντρικό τμήμα, όπου ήταν εγκατεστημένος ο αλευρόμυλος και ο Ν.ς το αριστερό τμήμα - επίδικο με τον έμπροσθεν αυτού ακάλυπτο χώρο, όπου υπήρχε η αποθήκη των παραγόμενων προϊόντων. Ο Ν. Κ., το έτος 1967, δυνάμει του .../1967 συμβολαιογραφικού εγγράφου δωρεάς του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μ. Π., δώρισε στον πρώτο ενάγοντα, ανηψιό του, υιό του αδελφού του Β., το δικαίωμα αέρος και υψούν, άνωθεν του ισογείου τμήματος του ακινήτου - επιδίκου, το οποίο είχε λάβει μετά την ανωτέρω άτυπη διανομή, το οποίο καθόρισε σε ποσοστό 25% επί του συνόλου του αέρος και του υψούν του όλου ακινήτου, υπό τον όρο να ανεγείρει αυτός έναν όροφο εντός διετίας από της δωρεάς.
Ακόμη, το έτος 1969 ο Ν. Κ. προέβη με τον αδελφό του Σ. Κ., ήδη κύριο του δεξιού τμήματος της οικοδομής, μετά την ανωτέρω άτυπη διανομή, σε άτυπη ανταλλαγή, δυνάμει της οποίας ο Ν.ς αντάλλαξε το δικαίωμά του της κυριότητας επί του αριστερού τμήματος της οικοδομής - επιδίκου - με το δικαίωμα κυριότητας του Σ., σε ποσοστό 50%, επί ενός άλλου ακινήτου, στην θέση "..." της ίδιας ως άνω ευρύτερης περιοχής.
Έτσι, ο Σ. Κ. απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, μεταξύ των συγκληρονόμων του, ασκώντας επ’ αυτού νομή και κατοχή αδιατάρακτα έως και τον θάνατο του το έτος 1996, οπότε τον διαδέχθηκε στην νομή και κατοχή του επιδίκου ο υιός του Ε. Κ., εναγόμενος της κύριας αγωγής. Η ανταλλαγή αυτή αποδεικνύεται από τον συνδυασμό τόσον του προσκομιζομένου από τον εναγόμενο της κύριας αγωγής .../1969 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μ.
Π., κατά το οποίο ο Ν. Κ. πώλησε σε τρίτο πρόσωπο το ανωτέρω ακίνητο στην θέση "...", στο οποίο παρεμβαλλόταν η δήλωση του Σ. Κ. ότι δεν είχε κανέναν εμπράγματο δικαίωμα επ’ αυτού, όσον και του .../16.5.1944 πιστοποιητικού αποδοχής κληρονομίας, στο οποίο γίνεται μνεία του εμπραγμάτου δικαιώματος του Σ. Κ. στο ακίνητο στην θέση "...".
Επομένως, αποδεικνύεται ότι τόσον οι ενάγοντες της κύριας αγωγής, όσον και ο κυρίως παρεμβαίνων δεν έχουν δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, απορριπτομένου του ισχυρισμού του τελευταίου ως αβάσιμου περί αποκλειστικής κυριότητας κατόπιν ατύπου δωρεάς του επιδίκου σ’ αυτόν το έτος 1968 από τον Ν.
Κ.. Εξ άλλου επί του ισχυρισμού των διαδίκων, ήτοι των εναγόντων της κύριας αγωγής, του εναγομένου και του κυρίως παρεμβαίνοντος ότι κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι του επιδίκου (αποθήκης) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας και τον χρόνο των δικαιοπαρόχων τους, λεκτέα τα ακόλουθα:
για να αποκτηθεί χωριστό εμπράγματο δικαίωμα στο ανωτέρω ενιαίο ακίνητο, έπρεπε να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες για την έγκυρη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας είτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 544, 2009 και 2013 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στις Ιόνιες Νήσους μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.3741/1929 (9.1.1929) είτε κατά τις διατάξεις του ν.3741/1929 μετά την εισαγωγή αυτού ως δικαίου και στα Ιόνια Νησιά, κατά τα προαναφερόμενα, διαδικασίες για τις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά στα δικόγραφά τους ούτε και στην υπό κρίση έφεση και δεν προκύπτει από το σύνολο των προσκομιζομένων από αυτούς εγγράφων.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο (αποθήκη), που ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Σ. Κ. κατέλειπε ως περιουσιακό στοιχείο μετά τον θάνατο στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ουδέποτε υπήχθη στις περί σύστασης χωριστής κατ’ όροφον ιδιοκτησίας διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα με "δικαιόγραφα κυριότητος" με την έννοια είτε της δικαιοπραξίας εν ζωή είτε της τελευταίας του κυρίου του όλου ακινήτου διάταξη ή του ν. 3741/1929 μετά την εισαγωγή αυτού, έτσι ώστε να είναι δυνατή η κτήση δικαιώματος ξεχωριστής απολύτου κυριότητος επ’ αυτού, καθόσον δεν υπήρξε υπέρ της αυτοτέλειάς του σχετική δικαιοπραξία του αρχικού κυρίου του, ούτε διάταξη τελευταίας βούλησης.
Ακολούθως, η άτυπη διανομή των κληρονόμων του το ίδιο έτος 1943, η οποία αποσκοπούσε στην επί μέρους κατάτμηση της κληρονομιαίας περιουσίας και στην συνέχεια η άτυπη διανομή των δικαιοπαρόχων των διαδίκων του ανωτέρω ακινήτου σε τρία μέρη, ένα εκ των οποίων θα ήταν το επίδικο, δεν οδήγησε στην σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επ’ αυτού, καθόσον δεν περιβλήθηκε τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, ούτε και μεταγράφηκε στις μερίδες των συγκυρίων ως συστατική της οροφοκτησίας πράξη.
Επομένως, κάθε επί μέρους πράξη μεταβίβασης της απολύτου κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, η οποία έγινε μετά τον θάνατο του απωτέρου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, είναι άκυρη, κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, λόγω ελλείψεως εγκύρου συστάσεως οροφοκτησίας επ’ αυτού, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα αρχικά και ακολούθως του ν.3741/1929 και του Αστικού Κώδικα.
Οι διάδικοι προέβαλαν δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, το οποίο όμως είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού κτήση δικαιώματος κυριότητας με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, επί ακινήτου που δεν έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν προβλέπεται τόσον κατά τις διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα όσον και κατά τις διατάξεις του ν.3741/1929 και του άρθρου 1002 ΑΚ.
Τούτο ανεξαρτήτως από το ότι κάθε τμήμα της οικοδομής που ήταν κατασκευασμένη στο ακίνητο ήταν προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση. Σημειωτέον ότι στο ανωτέρω .../1967 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μ. Π. με το οποίο ο Ν. Κ. δώρισε στον πρώτο των εναγόντων το δικαίωμα αέρας και υψούν, γίνεται αναφορά στην σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, είναι όμως προφανές ότι αυτή αφορά το οίκημα που πρόκειται να ανεγερθεί και όχι στο επίδικο (αποθήκη).
Επομένως, συγκύριοι του ενιαίου ακινήτου είναι, κατόπιν της αποδεδειγμένης ανταλλαγής μεταξύ των αδελφών Ν. και Σ. Κ., ο τελευταίος (Σ. Κ.) και ο Β. Κ. των οποίων δικαιοπάροχοι είναι ο εναγόμενος της κύριας αγωγής και ο κυρίως παρεμβαίνων, αντίστοιχα, αναπόσπαστο τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο, αφού αυτοί ως κληρονόμοι κατέστησαν συγκύριοι επ’ αυτού, κατά τα ανάλογα ποσοστά εκάστου, τα οποία, όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 9-5-2011 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 375/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως αβάσιμες τις συνεκδικαζόμενες αγωγή των ήδη δύο πρώτων των αναιρεσίβλητων και κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος.
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, αναφορικά ως προς την απόρριψη του προβληθέντος ισχυρισμού του κυρίως παρεμβάντος και ήδη αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το εν λόγω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τις παραδοχές της δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατάρτιση σύμβασης ανταλλαγής νομοτύπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή ώστε να αποτελέσει βάση για την απόκτηση κυριότητας με παράγωγο τρόπο.
Το Εφετείο δέχεται ότι : α) το έτος 1969 ο Ν. Κ. προέβη με τον αδελφό του Σ. Κ. (άμεσο δικαιοπάροχο του τρίτου αναιρεσίβλητου) σε άτυπη ανταλλαγή, δυνάμει της οποίας ο πρώτος αντάλλαξε το δικαίωμά του της κυριότητας επί του επιδίκου με το δικαίωμα κυριότητας του δευτέρου, σε ποσοστό 50 ο/ο, επί ενός άλλου ακινήτου στη θέση ‘ ‘ ...’ ‘ της ίδιας ως άνω ευρύτερης περιοχής, γεγονός που αποτέλεσε το χρόνο έναρξης της νομής χρησικτησίας για τον καθένα των ως άνω συμβληθέντων, β) το επίδικο ουδέποτε υπήχθη στις περί σύστασης χωριστής κατ’ όροφον ιδιοκτησίας διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα με "δικαιόγραφα κυριότητος" ή του ν. 3741/1929 μετά την εισαγωγή αυτού, έτσι ώστε να είναι δυνατή η κτήση δικαιώματος ξεχωριστής απολύτου κυριότητας επ’ αυτού και γ) η άτυπη διανομή των δικαιοπαρόχων των διαδίκων της πιο πάνω οικοδομής σε τρία μέρη, ένα εκ των οποίων θα ήταν το επίδικο, δεν οδήγησε στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επ’ αυτού, καθόσον δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ούτε και μεταγράφηκε στις μερίδες των συγκυρίων ως συστατική της οροφοκτησίας πράξη και ότι έτσι το δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, που προέβαλαν οι διάδικοι, είναι αβάσιμο.
Συνεπώς, απορριπτέος ως αλυσιτελής και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος είναι και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ίδιος λόγος της αναίρεσης, που μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 369 και 573 του Α.Κ., διότι από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους, ούτε και ήταν εφαρμοστέες με βάση τις ίδιες παραδοχές.
Και σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί άτυπης ανταλλαγής είναι πλεοναστικές, αφού με τη σαφή παραδοχή ότι στο επίδικο ακίνητο δεν απέκτησε κανένα από τα διάδικα μέρη δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επ’ αυτού με χρησικτησία, για τους σ’ αυτήν ως άνω αναφερόμενους λόγους, υπάρχει πλήρης αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος.- Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως (Ολ.
Α.Π. 14/2004). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8, 11 και 19 ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τον ισχυρισμό του περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου απ’ αυτόν, με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, που προέβαλε πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, ο οποίος προέκυπτε από τα επικαλούμενα νομίμως και προσκομιζόμενα προς απόδειξή του αναφερόμενα στον αναιρετικό αυτόν λόγο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα α) το από 5-5-1953 έγγραφο, β) το από 19-1-1979 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, γ) το με αριθμό ...1983 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Ρ. και δ) σειρά εγγράφων (μισθωτήρια, φορολογικές δηλώσεις και λοιπά), τα οποία αποδεικνύουν την αδιάλειπτη νομή και κατοχή του επιδίκου για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, ώστε εκ τούτων να αποδεικνύεται πλήρως το προβαλλόμενο δικαίωμά του επ’ αυτού. Οι αιτιάσεις αυτές, ανεξάρτητα από το ότι δεν αφορούν σε ‘ ‘ πράγματα’ ‘ κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου για τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά που δέχεται τούτο ότι προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, έχουν ληφθεί υπόψη και έχουν απορριφθεί εκ των πραγμάτων ως αβάσιμες, όπως τούτο προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από εκείνα που ο αναιρεσείων επικαλείται για τη συγκρότησή τους.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.
Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 περ.β’ , 11 περ.
γ’ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση: α) δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, περί εξωδίκου ομολογίας του άμεσου δικαιοπαρόχου του τρίτου αναιρεσίβλητου στο επικληθέν και προσκομισθέν νομίμως από 11-7-1995 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο επισυνάπτεται στην υπ’ αριθμ. .../1995 πράξη του συμβολαιογράφου Ε.
Ζ. Γ., όπου ρητά ομολογεί ότι το επίδικο δεν ανήκει στον ίδιο αλλά στους κληρονόμους του αδελφού του Ν. Κ. του Σ. κατά πλήρη κυριότητα, προς κατάλυση του επικαλούμενου δικαιώματός του περί δήθεν κυριότητάς του επί του επιδίκου, προβαλλομένου προς απόκρουση του δια της ένδικης κυρίας παρεμβάσεώς του ισχυρισμού περί κτήσεως ιδίας κυριότητας επ’ αυτού δια τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, και β) παράλληλα, δεν έλαβε υπόψη και κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόκρουση του κατά της κυρίας παρεμβάσεως αντίθετου ισχυρισμού του τρίτου αναιρεσίβλητου, ήτοι τα ως άνω έγγραφα (από 11-7-1995 τοπογραφικό διάγραμμα και .../1995 συμβολαιογραφική πράξη) καθώς και τα υπ’ αριθμ. .../1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κερκύρας Μ.
Π. και .../16-5-1944 πιστοποιητικό αποδοχής κληρονομίας. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως προς το πρώτο μέρος του, ως απαράδεκτος, αφού η εξώδικη ομολογία του άμεσου δικαιοπάροχου του τρίτου αναιρεσίβλητου αποτελεί αποδεικτικό μέσο και όχι "πράγμα", με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης και ως προς το δεύτερο μέρος του, ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο αφενός όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα και τους απέρριψε ρητά και αφετέρου από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει σ’ αυτήν, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα έγγραφα αυτά καθώς και την ως άνω εξώδικη ομολογία, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο αυτόν λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος, κατά το ως άνω μέρος, της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι με αυτόν προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Τέλος, απορριπτέο, ως αόριστο, κρίνεται και το τελευταίο μέρος του ίδιου λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, αφού δεν προσδιορίζεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και ποιο περιεχόμενο διαφορετικό, από εκείνο που πράγματι έχει, απέδωσε σ’ αυτό, αλλά μόνο αριθμητικά αναφέρει την ως άνω αιτίαση.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2014 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 54/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ