Legislator Case Law & Legislation
2047/2014 AI generated

2047/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2047/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5879/2002 εν μέρει οριστική και 292/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4525/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/11/2013 αίτησή του και τους από 17/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

2047/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1)να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του νόμου που παραβιάσθηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1993) καθώς και το περιεχόμενό της, 2)η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3)το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 132/1996).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2047 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2047/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." ή "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." πρώην "MARFIN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" τέως "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσιμπανούλη και Μαρίνα Περράκη που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5879/2002 εν μέρει οριστική και 292/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4525/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/11/2013 αίτησή του και τους από 17/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 26/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 4525/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 6-11-2013 αίτηση αναιρέσεως και ο από 17-7-2014 πρόσθετος λόγος έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (αρθρ.564, 569 ΚΠολΔ), εκ μέρους του αναιρεσείοντος που στρέφεται κατά της υπ'αριθμ.4525/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, παραπονούμενος κατ'αυτής για κακή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ και με τον πρόσθετο λόγο για τη μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας ήτοι για παραβίαση του άρθρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθούν οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλει κυρώσεις. Εσφαλμένη, κατ'ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτή (ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1)να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του νόμου που παραβιάσθηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1993) καθώς και το περιεχόμενό της, 2)η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3)το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 132/1996).

Επιπρόσθετα αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του, για τη βασιμότητα της ουσίας ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/98, ΑΠ 20/2005).

Και τούτο, γιατί, μόνο κατ'αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νόμιμη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει τόσο την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγόμενη στην αντικειμενική αξία του πράγματος, όσο και το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσεως αυτού.

Ως χρόνος προσδιορισμού του ύψους της ζημιάς λαμβάνεται ο χρόνος της έκδοσης της αποφάσεως και ως τέτοιος θεωρείται κατά του δικονομικούς κανόνες ο χρόνος της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτησης (Ολ.ΑΠ 1/1997, ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 39/2009). Δεν αποκλείεται όμως να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημιάς σε προγενέστερο χρόνο και μάλιστα στο χρόνο κατά τον οποίο οχλήθηκε ο ζημιώσας για την αποκατάσταση αυτής (ΑΠ 802/2013, ΑΠ 846/2003).

Η όχληση όμως στην περίπτωση αυτή, ως απαιτεί το άρθρο 340 ΑΚ πρέπει κατά το περιεχόμενό της να είναι ακριβής, ορισμένη και σαφής, δηλ. πρέπει να καλείται ο οφειλέτης να εκπληρώσει συγκεκριμένη παροχή, προσδιοριζόμενη κατά είδος και ακριβή ταυτότητα και το ακριβές ποσό της τυχόν χρηματικής αντιδικίας, πρέπει δε να γίνει κατά ή μετά από τη λήξη της προθεσμίας υπό την οποία τελούσε η παροχή.

Η υπερημερία και οι δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες της (αρ.343 ΑΚ) αρχίζουν από τη στιγμή, που θα συντρέξουν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις (ΑΠ 802/2013, ΑΠ 1039/2007, ΑΠ 846/2003). Κατ' ακολουθίαν σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας από την απώλεια τίτλων, όπως επί παρανόμως εκποίησης μέρους του χαρτοφυλακίου του παθόντος, τους οποίους ο τελευταίος δεν σκόπευε να εκποιήσει, ούτε επικαλείται ότι ήτο δυνατή η πώληση αυτών σε περίπτωση που έδιδε μία τέτοια εντολή πωλήσεως αυτών, η αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του προσδιορίζεται με βάση την αξία αυτών κατά το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού η ζημία του τελευταίου συνιστάται στη στέρηση της ιδιοκτησίας του επί των τίτλων, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιώσαντος.

Δεν αποκλείεται όμως η αξία αυτών, ιδίως όταν διακυμαίνεται συνεχώς, όπως επί χρηματιστηριακής τιμής μετοχών, οπότε δεν είναι αυτή γνωστή κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, να υπολογισθεί με βάση κάποιο άλλο χρονικό σημείο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η αποζημίωση που θα επιδικασθεί από το δικαστήριο δεν θα υπερβαίνει την ανωτέρω αξία κατά το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως αυτή βεβαίως θα προκύπτει από τις αποδείξεις.

Εξάλλου κατά το αρθρ.1 του πρώτου πρωτοκόλλου της σύμβασης της Ρώμης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και αποτελεί υπερεθνική νομοθετική ρύθμιση κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ορίζεται "ότι παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη νόμιμη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων στην αγωγή του ιστορούσε ότι ο αναφερόμενος υπάλληλος - προστηθείς της αναιρεσιβλήτου - εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που του επεδείκνυε, τη θέση του στην τελευταία (εταιρία) αλλά και το ανεπαρκές σύστημα εσωτερικού ελέγχου των συναλλαγών με τους πελάτες της αναιρεσίβλητης και με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του (επί ζημία του ενάγοντος) παράνομο περιουσιακό όφελος ιδιοποιούμενος τις αποδόσεις των μετοχών του, πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-1998 και ιδίως από 5-1-1999 έως και την 18-10-1999, μαζί με τις αναφερόμενες στην αγωγή αγοραπωλησίες των μετοχών του ενάγοντος, για τις οποίες ο τελευταίος έδιδε σχετική εντολή αγοράς ή πωλήσεως και τις επίσης αναγραφόμενες στην αγωγή αγορά πωλήσεως μετοχών του τελευταίου χωρίς την εντολή του, με συνέπεια αυτός να ζημιωθεί κατά το ποσό που θα έπρεπε οι μετοχές να συνθέτουν το χαρτοφυλάκιό του, σύμφωνα με τις πραγματικές εντολές αγοραπωλησιών κατά την 3η Νοεμβρίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία ανακαλύφθηκε η προαναφερθείσα παράνομη δραστηριότητα του δευτέρου των εναγομένων (προστηθέντος υπαλλήλου).

Το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε επίσης "Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι αξίες των ανωτέρω απολεσθέντων μετοχών του προς αποκατάσταση χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία. (3-11-1999) είναι υψηλότερες εκείνων των ίδιων μετοχών, κατά το κλείσιμο της συνεδρίασης του χρηματιστηρίου της 10-1-2001, ημεροχρονολογία πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 42.338.501 δρχ, με βάση το επίσημο δελτίο τιμών του ΧΑΑ, πλέον των μερισμάτων, ύψους 469.110 δρχ., ήτοι συνολικά σε 42.807.611 δρχ., σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της πρώτης εναγομένης, που προβλήθηκαν και πρωτόδικα, τους οποίους ουδόλως αμφισβήτησε ο ενάγων (διαφωνεί αυτός μόνο ως προς το χρόνο προσδιορισμού της αξίας των απωλεσθέντων μετοχών του χαρτοφυλακίου του), με συνέπεια να συνάγεται σχετική ομολογία (αρθ.261 ΚΠολΔ).

Επομένως, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, η θετική ζημία του τελευταίου από την παράνομη και υπαίτια εκποίηση του χαρτοφυλακίου του, ανέρχεται στο τελευταίο ποσό, από το οποίο πρέπει ν'αφαιρεθεί ποσό 19.131.155 δρχ., που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αντιστοιχεί στο πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του".

Με τ'ανωτέρω δεκτά γενόμενα το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των αρθρ.914, 297, 298 ΑΚ με το να δεχθεί ως χρόνο προσδιορισμού της αξίας των μετοχών όχι την 3-11-1999, διότι τότε δεν επήλθε η ζημία που σε κάθε περίπτωση είχε επέλθει σε χρόνο προγενέστερο, όταν δηλ. προέβη στην παράνομη πράξη ο προστηθείς υπάλληλος, αλλά όπως αναφέρει στην αγωγή του τότε έλαβε γνώση απλώς των παρανόμων πράξεων, ούτε επικαλείται ο αναιρεσείων ότι την ημεροχρονολογία αυτή είχε δώσει εντολή προς πώληση.

Το Δικαστήριο δέχεται ότι "δεν σκόπευε να εκποιήσει" αλλά ούτε και η από 23-11-1999 εξώδικη επιστολή (επίδοση 24-11-1999) επέφερε υπερημερία, διότι σ'αυτή αναφέρεται περί αποκαταστάσεως του χαρτοφυλακίου (δηλαδή in natura αποκατάσταση, όχι πώληση), άλλως στην καταβολή του αναφερομένου ποσού. Ήτοι εν προκειμένω δεν αποτελεί η επίδοση της επιστολής όχληση, σαφή, ακριβή και ορισμένη, ώστε να επιφέρει την κατά τ'ανωτέρω υπερημερία του οφειλέτη.

Το ποσό που επιδίκασε το Εφετείο δεν αποτελεί χρηματική παροχή αλλά την χρηματική αποτίμηση πραγμάτων, δηλαδή την ενσωματωμένη αξία των τίτλων. Σημειωτέον ότι, όπως δέχεται και το δικαστήριο της ουσίας ο αναιρεσείων δεν ισχυρίσθηκε ότι θα πωλούσε τις μετοχές του, κάνοντας χρήση των απορρεόντων εξ αυτών δικαιωμάτων, σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, προγενέστερο της πρώτης συζήτησης (3-11-1999 ή 24-11-1999), ώστε να καρπωθεί την αξία τους.

Μη προσδιορίζοντας τούτο, αποδέχεται πως αυτό θα συμπίπτει με το χρονικό σημείο καταψήφισης του αιτήματός του, δηλ. την κατά τα ως άνω ημεροχρονολογία της συζήτησής της αγωγής του, ότε και μπορούσε να αποκαταστήσει τον ίδιο αριθμό μετοχών, που δια της παρανόμου πράξεως απώλεσε. Είναι δε όλως διάφορες και ανεπίδεκτες εφαρμογής αναλογικά οι διατάξεις του Ν.2533/1997 περί Συνεγγυητικού κεφαλαίου, αφού οι τελευταίες αφορούν τις προϋποθέσεις αποτίμησης του χαρτοφυλακίου σε περίπτωση πτωχεύσεως ή ανακλήσεως της αδείας Ε.Π.Ε.Υ., ότε από την ημερομηνία αυτής επέρχεται υπερημερία να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις της. (προβλ.ΑΠ 926/2011, απ 1845/2011).

Τέλος και ως προς την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου Ι του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν υφίσταται εν προκειμένω πλήρης στέρησης της ιδιοκτησίας, σε κάθε όμως περίπτωση δεν θίγετε με τις παραπάνω διατάξεις (αρ.914, 297, 298 ΑΚ) το δικαίωμα του Κράτους να θέσει σε ισχύ αυτές για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, ούτε βεβαίως, παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος, αφού δεν πρόκειται περί στερήσεως της ιδιοκτησίας (πρβλ.ΣΤΕ 116, 117/2014).

Επομένως η εκ του άρθρου 559 αριθ.1 επικαλούμενη πλημμέλεια είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

ΙΙΙ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, εκτός των άλλων, δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικό μέσο, το οποίο οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, όλα, γενικά τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Δηλαδή, πρέπει να γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 418/2004, ΑΠ 556/2001). Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης και αναφοράς σε καθένα ξεχωριστά, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες να προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπ'όψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 126/2006).

Το αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το τι δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1595/2006). Ειδικά επί δικαστικής ομολογίας η επίκληση αυτής πρέπει να αποτελεί παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του και να είναι σαφής και συγκεκριμένη. (ΑΠ 1711/2008) δηλ.

να περιέχει συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος που αποτελούσε βάση καταλυτικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (ΑΠ 469/2009). Για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος με την μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει το δικαστήριο να δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 325/2007).

Η ύπαρξη ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν απαιτείται "πρόθεση" για ομολογία, συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος, αν από την επισκόπηση των προτάσεων δεν συνάγεται ομολογία (ΑΠ 634/2011). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται σ'αυτήν ότι το Δικαστήριο μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων έλαβε υπόψιν του "και τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις τους (αρθ.261 ΚΠολΔ).

Τούτο άλλωστε προκύπτει και από την ρητή αναφορά στο αιτιολογικό της απόφασης με την περικοπή "Άλλωστε η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) όταν αντιλήφθηκε τις παράνομες ενέργειες του άνω υπαλλήλου της, προσφέρθηκε, τον Φεβρουάριο του 2000, να αποζημιώσει τον ενάγοντα, στα πλαίσια συμβιβαστικής επίλυσης της μεταξύ τους διαφοράς, όπως αυτή ομολογεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της (σελίδα 20 ...), πλήν όμως ο ενάγων αρνήθηκε την προσφορά της, διεκδικώντας ποσό μεγαλύτερο από το προσφερόμενο.

Επομένως από το Δικαστήριο της ουσίας λήφθηκε υπόψη ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητου και εξετιμήθει όχι όμως ως δικαστική ομολογία αλλά ως πρόταση εξώδικης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς που δεν επετεύχθη διότι ο αναιρεσείων δεν αποδέχθηκε το προσφερόμενο ποσό. Είναι κατά συνέπεια απορριπτέος ο σχετικός πρόσθετος λόγος ως αβάσιμος καθόσον από την επισκόπηση των προτάσεων δεν συνάγεται ομολογία. (παραβ.634/2011).

Πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος (αρ.176, 183 ΚΠολΔ) και διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων παραβόλων (αρθ.495 παρ.4 ΚΠολΔ αρθ.12 Ν.4055/2012), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2013 αίτηση αναιρέσεως και τον από 17-7-2014 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως κατά της 4525/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ